Θιασώτης της περίφημης ουγγρικής σχολής με το 4-2-4, "μέντορας" του Εουσέμπιο, χαρισματικός, εκκεντρικός, ιδιοφυία. Ο Μπέλα Γκούτμαν σπάνια έμενε σε μία ομάδα παραπάνω απο δύο χρόνια, αφού όπως έλεγε η τρίτη είναι καταστροφή.
Γεννήθηκε στις 27 Ιανουαρίου του 1899 στην Βουδαπέστη απο εβραϊκή οικογένεια χορευτών και για αυτό τον λόγο ο ίδιος ασχολήθηκε με τον χορό, σε ηλικία 16 ετών έγινε δάσκαλος χορού. Απέκτησε όμως και αγάπη για το ποδόσφαιρο.
Θα ξεκινήσει απο την Τόρεκβας ομάδα δεύτερης κατηγορίας και το 1919 θα υπογράψει στην ΜΤΚ με την οποία θα κατακτήσει 2 Πρωταθλήματα το 1920 και το 1921, έχοντας 34 συμμετοχές και 4 τέρματα ενώ ταυτόχρονα θα γίνει και διεθνής. Ντελικάτος μεσοεπιθετικός απόρροια των χορευτικών του καταβολών αλλά και ταυτόχρονα αντιδραστικός με ελεύθερο πνεύμα, ένας ποδοσφαιρικός "νομάδας".
Το φθινόπωρο του 1921 θα αποφασίσει να φύγει απο την Ουγγαρία και για λόγους αγωνιστικούς δεν του άρεσε να βρίσκεται στον πάγκο αλλά και για πολιτικούς αφού το καθεστώς του Μίκλος Χόρτυ ήταν ενάντια στους Εβραίους.
Θα μεταναστεύσει στην Αυστρία και θα ενταχθεί στην Χακοάκ Βιέννης όπου εκεί θα αποκτήσει και πτυχίο στην Ψυχολογία. Θα κατακτήσει το Πρωτάθλημα την περίοδο 1924-1925 και θα πραγματοποίησει μέχρι το 1926, 96 εμφανίσεις και 8 τέρματα.
Η δε πορεία του στην Εθνική θα είναι βραχύβια μόλις 6 αγώνες με 1 γκολ το οποίο το πέτυχε στο ντεμπούτο του στις 5 Ιουνίου του 1921 κόντρα στην Γερμανία. Η αφορμή θα δοθεί στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Παρισιού το 1924 όταν θα δυσαρεστηθεί απο το γεγονός ότι τα καταλύματα των παικτών ήταν σε χειρότερη κατάσταση απο αυτή των επισήμων.
Για να εκφράσει δε την δυσαρέσκεια του κρέμασε νεκρά ποντίκια στις πόρτες των δωματίων τους. Το 1926 η Χάκοαχ θα κάνει περιοδεία στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής όπου θα αποφασίσει να μείνει. Θα παίξει απο το 1926 έως το 1930 στους Brooklyn Wanderers με 3 συμμετοχές, στους New York Giants με 83 συμμετοχές και 8 τέρματα απο το 1926 έως το 1928, στην New York Hakoah με 21 συμμετοχές .
Το 1930 η New York Hakoah θα συγχωνευτεί με την Brooklyn Hakoah και θα δημιουργηθούν οι Hakoah All Stars όπου θα έχει 43 συμμετοχές. Θα ακολουθήσει η New York Soccer Club όπου εκεί θα κλείσει την καριέρα του σε ηλικία 32 ετών όπου θα πραγματοποιήσει 24 συμμετοχές.
Στην Αμερική παράλληλα με το ποδόσφαιρο δίδασκε χορό, αγόρασε μπαρ, επένδυσε στο Χρηματιστήριο, αλλά έχασε σχεδόν τα πάντα στο περίφημο "κράχ" της Γουόλ Στρίτ το 1929. Επιστρέφει στην Ευρώπη και ξεκινάει προπονητική καριέρα κάνοντας την αρχή με την Χάκοαχ από τις 16 Ιουνίου 1933 έως τις 30 Ιουνίου 1935 κάθισε στον πάγκο της ομάδας για 41 επίσημους αγώνες πρωταθλήματος, καταγράφοντας 13 νίκες, 13 ισοπαλίες και 15 ήττες.
Θα ακολουθήσει η Ένσχεντε στην Ολλανδία απο τις 25 Οκτωβρίου 1935 έως τις 31 Μαΐου 1937, όπου σε 38 επίσημους αγώνες στο Πρωτάθλημα Ολλανδίας, κατέγραψε 19 νίκες, 5 ισοπαλίες και 14 ήττες. Την περίοδο 1936-1937 έπαιξε εξαιρετικό επιθετικό ποδόσφαιρο και τερμάτισε στη 2η θέση του ομίλου της, χάνοντας τον τίτλο και την πρόκριση στην τελική φάση για μόλις έναν βαθμό από τη μόνιμη πρωταθλήτρια της περιοχής, Γκόου Αχέντ Ίγκλς.
Παρά την εξαιρετική πορεία και το γεγονός ότι η διοίκηση του πρόσφερε νέο συμβόλαιο με πολύ υψηλές αποδοχές, αποφάσισε να αποχωρήσει τον Μάιο του 1937. Ο λόγος ήταν μια ειδική ρήτρα που είχε βάλει στο συμβόλαιό του, η οποία προέβλεπε ένα τεράστιο χρηματικό μπόνους αν η ομάδα έβγαινε πρώτη.
Όταν έχασε το πρωτάθλημα για έναν βαθμό, ένιωσε απογοητευμένος και επέλεξε να επιστρέψει προσωρινά στη Βιέννη. Για λίγους μήνες από τον Ιούλιο του 1937 έως τον Μάρτιο του 1938 κοούτσαρε και πάλι την Χάκοακ σε 8 επίσημα παιχνίδια με 2 νίκες, 3 ισοπαλίες, 3 ήττες.
Η θητεία του αυτή διακόπηκε βίαια στις 12 Μαρτίου 1938, όταν η Ναζιστική Γερμανία προσάρτησε την Αυστρία. Το χιτλερικό καθεστώς απαγόρευσε αμέσως τη λειτουργία όλων των εβραϊκών οργανώσεων και συλλόγων, διαλύοντας τη Χακόα.
Ο Γκούτμαν, όντας Εβραίος, έπρεπε να φύγει άμεσα από τη χώρα για να σώσει τη ζωή του. Μετά τη φυγή του από την Αυστρία, ο Γκούτμαν επέστρεψε στην πατρίδα του, την Ουγγαρία, εκεί, η Ούιπεστ έψαχνε έναν προπονητή με διεθνή εμπειρία για να οδηγήσει το εξαιρετικό ρόστερ της στην κορυφή.
Το γεγονός ότι ήταν ήδη πολύ γνωστός στη Βουδαπέστη από το επιτυχημένο πέρασμά του ως παίκτης της ΜΤΚ, έκανε τη διοίκηση της Ούιπεστ να του προσφέρει αμέσως το συμβόλαιο. Η πρώτη του χρονιά στην Ούιπεστ ήταν ένας απόλυτος θρίαμβος, καθώς παρουσίασε μια ομάδα που έπαιζε ένα επαναστατικό, επιθετικό ποδόσφαιρο
Κατέκτησε το πρώτο πρωτάθλημα της προπονητικής του καριέρας, τερματίζοντας στην 1η θέση με έναν συγκλονιστικό απολογισμό. Επίσης κατέκτησε το Κύπελλο Κεντρικής Ευρώπης το Μιτρόπα Καπ, όπου στον διπλό τελικό διέλυσε τη συμπατριώτισσά της Φερεντσβάρος (4-1 εντός, 2-2 εκτός).
Κάθισε στον πάγκο της ομάδας για 34 επίσημους αγώνες όπου είχε 24 νίκες, 4 ισοπαλίες και 6 ήττες, Παρά την τεράστια επιτυχία, αποχώρησε ξαφνικά το καλοκαίρι του 1939, καθώς ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος ήταν προ των πυλών και ο αντισημιτισμός φούντωνε και στην Ουγγαρία, αποφάσισε να απομακρυνθεί από το προσκήνιο, ξεκινώντας η πιο σκοτεινή περίοδος της ζωής του όπου αναγκάστηκε να κρύβεται για να επιβιώσει από το Ολοκαύτωμα.
Θα ξεσπάσει ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος, ο αδερφός του θα σκοτωθεί σε στρατόπεδο συγκέντρωσης και ο ίδιος τον Μάρτιο του 1944 όταν οι ναζί θα καταδιώξουν τους Εβραίους της Ουγγαρίας θα κρυφτεί μέσα σε μια σοφίτα. Τελικά θα πιαστεί και θα σταλθεί σε στρατόπεδο καταναγκαστικών έργων κοντά στην Βουδαπέστη όπου και θα βασανιστεί.
Τον Δεκέμβριο του 1944 και ενώ ετοιμαζόταν να σταλθεί στο Άουσβιτς θα καταφέρει να αποδράσει στην Ελβετία. Με την λήξη του πολέμου θα επιστρέψει στην Ουγγαρία και θα αναλάβει την Βάσας για το πρώτο μεταπολεμικό πρωτάθλημα, το οποίο διεξήχθη σε δύο φάσεις το 1945.
Οδήγησε την ομάδα στην κατάκτηση της 2ης θέσης (πίσω μόνο από τη Φερεντσβάρος), παρουσιάζοντας ένα εξαιρετικά επιθετικό σύνολο. Σε 34 επίσημους αγώνες πέτυχε 24 νίκες, 2 ισοπαλίες και 8 ήττες, σημειώνοντας το απίστευτο νούμερο των 70 γκολ (πάνω από 3 γκολ ανά παιχνίδι).
Όμως αποχώρησε στο τέλος του 1945 λόγω του εκρηκτικού του χαρακτήρα και μιας κόντρας με τη διοίκηση. Όταν ένας παίκτης του έκανε παράπονα για τις φωνές του κατά τη διάρκεια ενός αγώνα, η διοίκηση πήρε το μέρος του ποδοσφαιριστή.
Ο Γκούτμαν, που δεν δεχόταν ποτέ παρεμβάσεις στο έργο του, μάζεψε τα πράγματά του και έφυγε αμέσως, υπογράφοντας λίγες εβδομάδες μετά στην παλιά του αγάπη, την Ούιπεστ. Παρουσίασε μια ομάδα-«πολυβόλο», η οποία κατέκτησε το Πρωτάθλημα Ουγγαρίας σπάζοντας κάθε κοντέρ σκοραρίσματος.
Δεν σημείωσε απλώς πάνω από 140 γκολ, αλλά για την ακρίβεια πέτυχε 147 γκολ σε ολόκληρη τη διάρκεια του πρωταθλήματος, σε 34 επίσημους αγώνες, η ομάδα κατέγραψε 26 νίκες, 3 ισοπαλίες και 5 ήττες. Σημείωνε κατά μέσο όρο 4,3 γκολ ανά παιχνίδι και ηγέτες εκείνης της επίθεσης ήταν ο θρυλικός Φέρεντς Σούσα και Γκιούλα Ζένγκελερ, μόνο ο Σούσα πέτυχε εκείνη τη χρονιά 31 γκολ, διαλύοντας κάθε αντίπαλη άμυνα.
Έφυγε από την Ούιπεστ και πήγε στη Ρουμανία το 1946 (μετά τη δεύτερη, υπερεπιθετική του θητεία) εξαιτίας μιας σφοδρής σύγκρουσης με τη διοίκηση της ομάδας, η οποία προσπάθησε να παρέμβει στο έργο του, αλλά και για καθαρά οικονομικούς λόγους.
Ήταν ένας άνθρωπος που απαιτούσε τον απόλυτο έλεγχο στα αποδυτήρια και δεν δεχόταν καμία κουβέντα από κανέναν διοικητικό παράγοντα. Κατά τη διάρκεια της σεζόν 1945–1946, ένας από τους αστέρες της Ούιπεστ παραπονέθηκε στη διοίκηση για τις σκληρές μεθόδους και τις φωνές του Γκούτμαν στις προπονήσεις.
Όταν τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου της Ούιπεστ τον κάλεσαν για να του ζητήσουν εξηγήσεις και να τον συμβουλεύσουν να αλλάξει συμπεριφορά, εκείνος έγινε έξαλλος. Θεώρησε την κίνηση αυτή ως απαράδεκτη παρέμβαση στην εξουσία του, μάζεψε αμέσως τα πράγματά του και παραιτήθηκε, δηλώνοντας ότι «κανένας κοστουμάτος δεν θα μου πει πώς να διοικώ τους παίκτες μου».
Το 1945-1946 η Ουγγαρία βίωνε τον μεγαλύτερο υπερπληθωρισμό στην παγκόσμια ιστορία. Το εγχώριο νόμισμα είχε μηδενική αξία και οι ομάδες της Βουδαπέστης (συμπεριλαμβανομένης της Ούιπεστ) δυσκολεύονταν να πληρώσουν σε σταθερό χρήμα. Οι παίκτες και οι προπονητές συχνά αμείβονταν με πατάτες, ζάχαρη, αυγά ή κρέας για να επιβιώσουν.
Σε εκείνο το χρονικό σημείο, η Τσιοκάνουλ ένας εβραϊκός σύλλογος του Βουκουρεστίου, προκάτοχος της σημερινής Ντιναμό Βουκουρεστίου, έψαχνε έναν κορυφαίο προπονητή και του κατέθεσε πρόταση.
Γνωρίζοντας ότι η Ρουμανία είχε πολύ καλύτερη οικονομική σταθερότητα και επάρκεια αγαθών εκείνη την περίοδο, δέχτηκε, αλλά έβαλε έναν όρο που έμεινε στην ιστορία:
Επειδή δεν εμπιστευόταν κανένα νόμισμα μετά την οικονομική καταστροφή που είχε ζήσει στο Κραχ του 1929 στη Νέα Υόρκη αλλά και στον πόλεμο, ζήτησε το συμβόλαιό του να πληρώνεται σε χρυσές λίρες και μέρος αυτού σε κουπόνια τροφίμων (ειδικά για λαχανικά και κρέας), ώστε να διασφαλίσει τη διατροφή του ίδιου και της οικογένειάς του.
Κατάφερε να μετατρέψει μια μικρομεσαία ομάδα σε ένα άκρως ανταγωνιστικό σύνολο, οδηγώντας την σε εντυπωσιακές νίκες στο πρωτάθλημα Ρουμανίας. Ωστόσο, η θητεία του διήρκεσε μόλις λίγους μήνες, καθώς το κλίμα χάλασε γρήγορα στο παρασκήνιο.
Όπως είχε συμφωνηθεί, ο Γκούτμαν πληρωνόταν εν μέρει με τον περίφημο όρο σε κουπόνια τροφίμων και χρυσές λίρες. Το πρόβλημα ξεκίνησε λόγω της έλλειψης τροφίμων, ο πρόεδρος της Τσιοκάνουλ αντιμετώπιζε δυσκολίες στο να βρει τα απαραίτητα αγαθά για να εκπληρώσει το συμβόλαιο του Γκούτμαν.
Σε μια προσπάθεια να μειώσει το κόστος ή να επιβάλει τη δική του γνώμη, ο πρόεδρος μπήκε στα αποδυτήρια και προσπάθησε να υπαγορεύσει στον Γκούτμαν την αγωνιστική ενδεκάδα, ζητώντας του να αφήσει εκτός συγκεκριμένους παίκτες.
Για τον Γκούτμαν, η παρέμβαση στη σύνθεση της ομάδας ήταν η απόλυτη «κόκκινη γραμμή». Σύμφωνα με το θρύλο της εποχής, ο Γκούτμαν κοίταξε τον πρόεδρο στα μάτια και του είπε: «Έχεις μπερδέψει τους ρόλους μας. Εσύ ξέρεις από εμπόριο, εγώ ξέρω από ποδόσφαιρο. Αν θέλεις να φτιάχνεις την ενδεκάδα, κάτσε εσύ στον πάγκο».
Δεν δίστασε στιγμή, μάζεψε τα πράγματά του, παραιτήθηκε αμέσως και έφυγε από το Βουκουρέστι, επιστρέφοντας στην Ουγγαρία για τη δεύτερη σύντομη θητεία του στην Ούιπεστ, όπου σε 14 αγώνες πρωταθλήματος είχε 8 νίκες, 1 ισοπαλία και 5 ήττες.
Θα κατακτήσει το Πρωτάθλημα του 1947 όπου σε 15 αγώνες είχε 11 νίκες, 1 ισοπαλία και 3 ήττες, αλλά το κομμουνιστικό καθεστώς στην Ουγγαρία άρχισε να αποκτά τον πλήρη έλεγχο του αθλητισμού, προχωρώντας σε κρατικοποιήσεις ομάδων και παρεμβάσεις στα διοικητικά συμβούλια.
Απεχθανόταν οποιαδήποτε πολιτική ή διοικητική ανάμειξη στο έργο του, κατάλαβε ότι το κλίμα άλλαζε δραματικά. Μόλις ολοκληρώθηκε η επιτυχημένη παρουσία του, αποχώρησε για να αναλάβει την Κίσπεστ στα τέλη του 1947, η οποία χρειαζόταν άμεσα έναν προπονητή κορυφαίου επιπέδου για να αντικαταστήσει τον Φέρεντς Πούσκας τον Πρεσβύτερο, ο οποίος άφησε την τεχνική ηγεσία.
Η διοίκηση της ομάδας στράφηκε στο πρόσωπο του, ο οποίος είχε μόλις κατακτήσει το Πρωτάθλημα με την Ούιπεστ και θεωρούνταν ο πιο σύγχρονος και επιτυχημένος τακτικιστής στη χώρα. Ο Γκούτμαν δέχτηκε την πρόταση επειδή είδε στην Κίσπεστ το ιδανικό υλικό για να εφαρμόσει το υπερ-επιθετικό του ποδόσφαιρο.
Η ομάδα διέθετε μερικά από τα εγαλύτερα ταλέντα του πλανήτη, που λίγο αργότερα θα αποτελούσαν τον πυρήνα της μυθικής «Χρυσής Ομάδας» τον νεαρό σούπερ σταρ Φέρεντς Πούσκας, τον σπουδαίο μέσο Γιόζεφ Μπόζικ και τον θρυλικό σκόρερ Σάντορ Κότσις.
Όπως αναφέρθηκε, το κομμουνιστικό καθεστώς είχε αρχίσει να παρεμβαίνει ασφυκτικά στην Ούιπεστ. Η Κίσπεστ, εκείνη την ακριβή χρονική στιγμή (πριν μετατραπεί επίσημα σε Χόνβεντ και περάσει στον έλεγχο του Στρατού), του προσέφερε ακόμη ένα πιο ελεύθερο και ανεξάρτητο περιβάλλον εργασίας, μακριά από τις άμεσες κυβερνητικές πιέσεις της Βουδαπέστης.
Θα έρθει σε κόντρα με τους ποδοσφαιριστές του όταν σε ένα παιχνίδι κόντρα στην Γκιόρ αποφάσισε στο ημίχρονο να κατεβάσει την ομάδα του με δέκα παίκτες και να αφήσει τον Μιχάλι Πάτιι στα αποδυτήρια.
Με προεξάρχοντα τον Φέρεντς Πούσκας οι συμπαίκτες του έπεισαν τον Πάτιι να μπει κανονικά στο γήπεδο. Η αντίδραση του Γκούτμαν ήταν να καθίσει στις κερκίδες και να μην ασχολείται καθόλου με το παιχνίδι διαβάζοντας εφημερίδα ουσιαστικά γράφοντας τους τίτλους τέλους στην Χόνβεντ.
Δεν περίμενε καν να λήξει ο αγώνας, αφού διάβασε την εφημερίδα του για λίγα λεπτά, σηκώθηκε, πήρε το τραμ της γραμμής για το κέντρο της Βουδαπέστης, μάζεψε τα πράγματά του και δεν ξαναπάτησε ποτέ στις εγκαταστάσεις της Κίσπεστ, υποβάλλοντας αμέσως την παραίτησή του.
Λόγω αυτού του επεισοδίου, η θητεία του στην Κίσπεστ ολοκληρώθηκε πρόωρα. Συνολικά, κάθισε στον πάγκο της ομάδας για 25 επίσημους αγώνες στο Πρωτάθλημα Ουγγαρίας, καταγράφοντας 15 νίκες, 4 ισοπαλίες και 6 ήττες.
Μετά την αποχώρησή του από την Κίσπεστ, ήθελε να ανοίξει τα φτερά του στη Serie A. Μέσω μεσαζόντων και μάνατζερ της εποχής, ενημερώθηκε ότι η Ρόμα ενδιαφερόταν για εκείνον και ότι οι όροι είχαν συμφωνηθεί.
Πήρε το τρένο και ταξίδεψε γεμάτος αυτοπεποίθηση μέχρι τη Ρώμη για να υπογράψει το συμβόλαιό του. Όταν όμως έφτασε στα γραφεία του συλλόγου, συνειδητοποίησε έντρομος ότι οι διοικούντες τη Ρόμα δεν είχαν ιδέα για τη συμφωνία, καθώς είχε γίνει παρεξήγηση με τους μεσάζοντες ή η διοίκηση είχε αλλάξει γνώμη την τελευταία στιγμή.
Αντί να επιστρέψει ηττημένος στην Ουγγαρία, εκμεταλλεύτηκε το γεγονός ότι βρισκόταν ήδη στην Ιταλία. Ήρθε αμέσως σε επαφή με την Πάντοβα, η οποία έψαχνε προπονητή, και υπέγραψε εκεί. Η διοίκηση της Πάντοβα ήταν τόσο καχύποπτη με τον ερχομό ενός τόσο σπουδαίου ονόματος, που έβαλε έναν μοναδικό όρο στο συμβόλαιο.
Η ομάδα είχε το δικαίωμα να τον απολύσει αμέσως και χωρίς αποζημίωση, αν αποδεικνυόταν ότι ο άνθρωπος που υπέγραφε δεν ήταν ο πραγματικός Μπέλα Γκούτμαν, αλλά κάποιος απατεώνας που του έμοιαζε.
Πέρασε τελικά το τεστ γνησιότητας, κοούτσαρε την Πάντοβα τη σεζόν 1949-1950 σε συνολικά 32 επίσημους αγώνες με απολογισμό 11 νίκες, 6 ισοπαλίες και 15 ήττες καταφέρνοντας τον στόχο της παραμονής.
Όμως για μία ακόμη φορά ο ιδιόρρυθμος χαρακτήρας του και οι διαφωνίες με τη διοίκηση για τον σχεδιασμό της επόμενης χρονιάς τον οδήγησαν στην έξοδο το καλοκαίρι του 1950. Ο επόμενος σταθμός του στην Ιταλία ήταν η Τριεστίνα
Ο στόχος ήταν να τη σώσει από τον υποβιβασμό και σε 23 αγώνες πρωταθλήματος, πέτυχε 8 νίκες, 7 ισοπαλίες και 8 ήττες. Κατάφερε να αναμορφώσει την ομάδα, η οποία τερμάτισε τελικά στην 15η θέση της Serie A και εξασφάλισε τη σωτηρία της.
Παρά την επιτυχία, όμως αποχώρησε το καλοκαίρι του 1951 λόγω οικονομικών διαφωνιών με τη διοίκηση. Αποφάσισε να ταξιδέψει στη Νότια Αμερική, το όνομά του, λόγω της τεράστιας ευρωπαϊκής του φήμης, «έπαιξε» έντονα στα ρεπορτάζ των εφημερίδων του Μπουένος Άιρες για τον πάγκο της Μπόκα.
Η Μπόκα Τζούνιορς όμως αναζητούσε προπονητή που θα δεχόταν τον έλεγχο από μια ισχυρή διοικητική επιτροπή, κάτι που ο Ούγγρος τεχνικός απέκλειε κατηγορηματικά, με αποτέλεσμα να υπογράψει τελικά στην Κίλμες.
Ο στόχος ήταν να τη βοηθήσει στο πρωτάθλημα της πρώτης κατηγορίας της Αργεντινής. Όμως η παραμονή του αποδείχθηκε εξαιρετικά βραχύβια, κάθισε στον πάγκο της ομάδας για ελάχιστους επίσημους αγώνες και σε 11 αγώνες όπου είχε 4 ισοπαλίες και 7 ήττες.
Το ποδόσφαιρο της Αργεντινής εκείνης της εποχής ήταν εξαιρετικά σκληρό, με τεράστια πίεση από τους οπαδούς και τους παράγοντες, κάτι που δεν ταίριαζε στον απόλυτο έλεγχο που απαιτούσε ο Ούγγρος τεχνικός.
Συνειδητοποίησε γρήγορα ότι η επικοινωνία με τους παίκτες και τη διοίκηση ήταν σχεδόν αδύνατη λόγω της γλώσσας, ενώ οι υποδομές του συλλόγου δεν ανταποκρίνονταν στα ευρωπαϊκά του στάνταρ. Επιπλέον, οι οικονομικές υποσχέσεις που του είχαν δοθεί δεν τηρήθηκαν στο έπακρο λόγω της γενικότερης οικονομικής αστάθειας της χώρας.
Πριν προλάβει να συμπληρώσει λίγους μήνες, μάζεψε τα πράγματά του και έφυγε κρυφά από την Αργεντινή, επιστρέφοντας εσπευσμένα στην Ευρώπη. Ο ίδιος απέφευγε να μιλάει στα μετέπειτα χρόνια για αυτή τη θητεία, θεωρώντας την ένα "χαμένο χρονικό διαστημα".
Θα επιστρέψει στην Τεργέστη τον Νοέμβριο του 1952 μετά την 10η αγωνιστική της σεζόν 1952-53. Αυτή η θητεία ήταν πολύ πιο δύσκολη αφού σε 24 αγώνες, η ομάδα σημείωσε 7 νίκες, 9 ισοπαλίες και 8 ήττες.
Αν και η ομάδα δεν κινδύνευε άμεσα, ο εκρηκτικός χαρακτήρας του Γκούτμαν και οι δημόσιες επικρίσεις του προς τους διοικούντες οδήγησαν στην απόλυσή του τον Μάιο του 1953, λίγες αγωνιστικές πριν από το τέλος του πρωταθλήματος.
Τον Νοέμβριο του 1953 θα αναλάβει την Μίλαν, μια Μίλαν η οποία είχε ξεκινήσει τη χρονιά με πολύ υψηλές προσδοκίες, έχοντας στον πάγκο της τον Ιταλό τεχνικό Αρίγκο Μορσέλι. Μετά τις πρώτες 9 αγωνιστικές, τα αποτελέσματα ήταν πολύ κατώτερα των αναμενόμενων.
Η διοίκηση των «Ροσονέρι» αποφάσισε να τον απολύσει εσπευσμένα και αναζήτησε έναν έμπειρο, διεθνούς φήμης τακτικιστή που θα μπορούσε να διαχειριστεί ένα ρόστερ γεμάτο παγκόσμια αστέρια. Είχε ήδη δημιουργήσει πολύ καλό όνομα στην Ιταλία χάρη στο έργο του με την Πάντοβα (1949–1950) και την Τριεστίνα (1950–1951), τις οποίες είχε σώσει από βέβαιο υποβιβασμό με εντυπωσιακό τρόπο.
Οι διοικούντες τη Μίλαν γνώριζαν ότι ο Ούγγρος ήξερε άριστα τη νοοτροπία της Serie A, μιλούσε ιταλικά και δεν θα χρειαζόταν χρόνο προσαρμογής. Όταν το όνομα του Γκούτμαν έπεσε στο τραπέζι, η διοίκηση ζήτησε τη γνώμη των ηγετών των αποδυτηρίων, στους σπουδαίους Σουηδούς επιθετικούς Γκούναρ Νόρνταλ και Νιλς Λίντχολμ.
Οι Σουηδοί, που εκτιμούσαν βαθύτατα τη σχολή ποδοσφαίρου της Κεντρικής Ευρώπης, έδωσαν το «πράσινο φως». Υπέγραψε αμέσως, κάθισε στον πάγκο για τις υπόλοιπες 25 αγωνιστικές εκείνης της σεζόν και οδήγησε τη Μίλαν στην 3η θέση.
Το καλοκαίρι του 1954, έχτισε τη Μίλαν ακριβώς όπως ήθελε. Με το επιθετικό σουηδικό τρίο Gre-No-Li (Γκρεν, Νόρνταλ, Λίντχολμ) και την προσθήκη του Ουρουγουανού σούπερ σταρ Χουάν Αλμπέρτο Σκιαφίνο, η Μίλαν έπαιζε διαστημικό ποδόσφαιρο.
Η ομάδα ξεκίνησε το πρωτάθλημα σαρώνοντας τους πάντες, μέχρι τις αρχές του 1955, μετά από 19 αγωνιστικές, η Μίλαν ήταν το απόλυτο φαβορί για τον τίτλο και βρισκόταν σταθερά στην 1η θέση της βαθμολογίας της Serie A.
Ο Γκούτμαν είχε μια διάσημη θεωρία: πίστευε ότι «η τρίτη σεζόν είναι πάντα μοιραία για έναν προπονητή», καθώς οι παίκτες κουράζονται από τη ρουτίνα και ο ίδιος χάνει το κίνητρό του. Για τον λόγο αυτό, επεδίωκε να έχει τον απόλυτο έλεγχο και γινόταν όλο και πιο αυταρχικός με τη διοίκηση.
Στη Μίλαν, η σύγκρουση με το διοικητικό συμβούλιο ξεκίνησε επειδή ο Ούγγρος τεχνικός αρνιόταν να δεχτεί οποιαδήποτε υπόδειξη ή κριτική από τους παράγοντες για την καθημερινότητα της ομάδας.
Στις 14 Φεβρουαρίου 1955, μετά από ένα μικρό σερί αρνητικών αποτελεσμάτων που όμως δεν έριξε τη Μίλαν από την 1η θέση, η διοίκηση αποφάσισε να τον απολύσει, θεωρώντας ότι ο χαρακτήρας του είχε γίνει μη διαχειρίσιμος.
Εξοργισμένος με την αδικία, κάλεσε τους δημοσιογράφους και έδωσε μια συνέντευξη Τύπου που έμεινε μνημειώδης, λέγοντας με απόλυτη περιφρόνηση και ειρωνεία: "Απολύθηκα παρ'ότι δεν είμαι κανένας εγκληματίας ούτε και ομοφυλοφιλος σας αποχαιρετώ", ενώ υποστήριζε ότι υπήρχε όρος ότι δεν θα μπορούσε να απολυθεί εάν η ομάδα βρισκόταν πρώτη στην βαθμολογία.
Θα φύγει απ το Μιλάνο έχοντας σε 44 παιχνίδια, 25 νίκες, 11 ισοπαλίες και 8 ήττες. Οι 'ροσονέρι" κατέκτησαν τελικά το Πρωτάθλημα Ιταλίας του 1955, αλλά οι ίδιοι οι ποδοσφαιριστές αναγνώρισαν ότι η ομάδα ήταν δημιούργημα του Γκούτμαν.
Στο τέλος της χρονιάς, οι παίκτες της Μίλαν αγόρασαν και του παρέδωσαν μια τιμητική χρυσή πλακέτα, ως ένδειξη ευγνωμοσύνης για τη συμβολή του στον τίτλο, παρακάμπτοντας την απόφαση της διοίκησης
Παρέμεινε στην Ιταλία και το καλοκαίρι του 1955 ανέλαβε τη νεοφώτιστη Βιτσέντζα, η οποία είχε μόλις ανέβει στη Serie A. Στόχος του ήταν να αποδείξει ξανά την αξία του, αναμορφώνοντας μια μικρή ομάδα.
Λίγους μήνες μετά την έναρξη του πρωταθλήματος, κατά τη διάρκεια ενός ταξιδιού με το αυτοκίνητό του στους ιταλικούς αυτοκινητόδρομους, ενεπλάκη σε ένα σφοδρό τροχαίο δυστύχημα. Το όχημά του συγκρούστηκε μετωπικά και με μεγάλη ταχύτητα, η πρόσκρουση ήταν τόσο βίαιη που το αυτοκίνητο καταστράφηκε ολοσχερώς.
Δυστυχώς, ένας έφηβος που επέβαινε στο άλλο όχημα έχασε τη ζωή του ακαριαία, ενώ ένας άλλος τραυματίστηκε σοβαρά. Ο ίδιος ο Γκούτμαν τραυματίστηκε σοβαρά στο κεφάλι και στο σώμα, χάνοντας τις αισθήσεις του, μεταφέρθηκε εσπευσμένα στο νοσοκομείο, όπου νοσηλεύτηκε για εβδομάδες σε κρίσιμη κατάσταση.
Το ατύχημα αυτό δεν ήταν μόνο σωματικό πλήγμα, αλλά και τεράστιο ψυχολογικό και νομικό βάρος, οι ιταλικές αρχές ξεκίνησαν έρευνα για ανθρωποκτονία από αμέλεια. Βρέθηκε στο επίκεντρο της δημοσιότητας για τον πιο αρνητικό λόγο, με τον Τύπο της εποχής να παρακολουθεί στενά τη δίκη. Τελικά, μετά από μήνες δικαστικών μαχών, ο Ούγγρος τεχνικός αθωώθηκε, καθώς αποδείχθηκε ότι η ευθύνη της σύγκρουσης δεν βάρυνε τον ίδιο, αλλά το άλλο όχημα.
Λόγω της μακράς νοσηλείας του και των δικαστηρίων, έχασε το μεγαλύτερο μέρος της σεζόν, μην μπορώντας να κοουτσάρει κανονικά την ομάδα από τον πάγκο. Συνολικά, κάθισε στον πάγκο της Βιτσέντζα σε 24 επίσημους αγώνες στη
Serie A, με απολογισμό 6 νίκες, 6 ισοπαλίες και 12 ήττες.
Παρά την απουσία του και το σοκ, η Βιτσέντζα κατάφερε να τερματίσει στην 9η θέση και να σωθεί, όμως η ψυχολογική πίεση στην Ιταλία μετά από αυτό το γεγονός ήταν τόσο μεγάλη που αποφάσισε να κλείσει οριστικά το ιταλικό κεφάλαιο της ζωής του.
Επέστρεψε στη Χόνβεντ (την πρώην Κίσπεστ, από την οποία είχε αποχωρήσει επεισοδιακά το 1948), το δεύτερο μισό του 1956, εξαιτίας ενός συνδυασμού προσωπικής ανάγκης για επανεκκίνηση μετά το τροχαίο στην Ιταλία και της ιστορικής ευκαιρίας να προπονήσει ξανά την κορυφαία ομάδα του πλανήτη.
Μετά το δραματικό τροχαίο δυστύχημα που είχε στη Βιτσέντζα, βρισκόταν σε κάκιστη ψυχολογική κατάσταση. Η δικαστική περιπέτεια, η πίεση του ιταλικού Τύπου και οι σωματικοί τραυματισμοί τον έκαναν να θέλει να αλλάξει εντελώς περιβάλλον.
Η επιστροφή στην πατρίδα του και σε γνώριμα λημέρια φάνταζε ως η ιδανική «θεραπεία». Για να επιστρέψει όμως έπρεπε πρώτα να γεφυρωθεί το χάσμα με τον Φέρεντς Πούσκας, μετά τον ιστορικό καυγά τους με την εφημερίδα το 1948.
Ο Πούσκας, όντας πλέον ο απόλυτος ηγέτης του ουγγρικού ποδοσφαίρου, αναγνώριζε την τακτική ιδιοφυΐα του Γκούτμαν. Με τη μεσολάβηση κοινών φίλων, οι δύο άνδρες έδωσαν τα χέρια και συμφώνησαν να συνεργαστούν ξανά, αφήνοντας το παρελθόν πίσω τους.
Η Χόνβεντ του 1956 δεν ήταν μια απλή ομάδα· αποτελούσε τη ραχοκοκαλιά της μυθικής Εθνικής Ουγγαρίας (των «Μαγικών Μαγυάρων») και θεωρούνταν η καλύτερη ομάδα στον κόσμο. Ώς λάτρης του επιληπτικού και θεαματικού ποδοσφαίρου, δεν μπορούσε να αρνηθεί την πρόκληση να καθοδηγήσει ένα ρόστερ που διέθετε παίκτες όπως ο Πούσκας, ο Κότσις, ο Μπόζικ και ο Τσίμπορ.
Η επιστροφή του, ωστόσο, έμελλε να είναι εξαιρετικά βραχύβια και δραματική λόγω της Ιστορίας. Τον Οκτώβριο του 1956, ενώ η Χόνβεντ βρισκόταν στη Δυτική Ευρώπη για έναν αγώνα Κυπέλλου Πρωταθλητριών κόντρα στην Αθλέτικ Μπιλμπάο, ξέσπασε η Ουγγρική Επανάσταση ενάντια στο σοβιετικό καθεστώς.
Τα σοβιετικά τανκς κατέλαβαν τη Βουδαπέστη και οι παίκτες της Χόνβεντ, μαζί με τον Γκούτμαν, αρνήθηκαν να επιστρέψουν στην κομμουνιστική Ουγγαρία. Αντί να γυρίσουν πίσω οργάνωσαν μια παράνομη παγκόσμια περιοδεία σε Ευρώπη και Βραζιλία για να επιβιώσουν οικονομικά.
Αυτή ακριβώς η κρίση ήταν που άνοιξε την πόρτα στον Γκούτμαν για να υπογράψει στη Σάο Πάολο το 1957, αλλάζοντας για πάντα το ποδόσφαιρο της Λατινικής Αμερικής. Τον Ιανουάριο του 1957, η Χόνβεντ έφτασε στο Ρίο ντε Τζανέιρο, η Ουγγρική Ομοσπονδία, ελεγχόμενη από το σοβιετικό καθεστώς, αντέδρασε άμεσα, χαρακτήρισε την ομάδα «παράνομη» και τους παίκτες «προδότες της πατρίδας».
Πίεσε τη FIFA, η οποία εξέδωσε επίσημη ανακοίνωση απαγορεύοντας σε οποιαδήποτε ομάδα-μέλος της να αγωνιστεί εναντίον της Χόνβεντ, απειλώντας με εξοντωτικές ποινές. Παρά τον ξεσηκωμό της FIFA, οι μεγάλες ομάδες της Βραζιλίας, παρασυρμένες από το ποδοσφαιρικό δέος και τα τεράστια κέρδη από τα εισιτήρια, αγνόησαν πλήρως την απαγόρευση.
Υπό την καθοδήγηση του Μπέλα Γκούτμαν, η Χόνβεντ έδωσε 5 σπουδαία παιχνίδια σε κατάμεστα βραζιλιάνικα στάδια (Μαρακανά και Πακαεμπού), προσφέροντας εξωπραγματικό θέαμα, νίκη με 6-4 την Φλαμένγκο, όπου ο Πούσκας πέτυχε 2 γκολ, ήττα απο την Μποταφόγκο του Γκαρίντσα με 6-2, ήττα με 3-1 απο την Φλαμένγκο
Νίκη με 4-2 επι της Μποταφόγκο και ισοπαλία με την μικτή Σάντος/Βάσκο Ντα Γκάμα με 1-1, σε αυτό το ματς, ο Εουσέμπιο, που ήταν ακόμα παιδί στη Μοζαμβίκη, είδε για πρώτη φορά τη Χόνβεντ στην τηλεόραση, ενώ ο Γκούτμαν εντυπωσίασε τους Βραζιλιάνους με τις τακτικές του).
Με αυτά τα αποτελέσματα είχε ήδη μαγέψει τους Βραζιλιάνους παράγοντες με τις γνώσεις του κατά τη διάρκεια των αγώνων στο Σάο Πάολο. Η διοίκηση της Σάο Πάολο ενθουσιάστηκε τόσο πολύ από την προσωπικότητά του, που του προσέφερε αμέσως συμβόλαιο τον Μάρτιο του 1957.
Θα κατακτήσει το πολιτειακό Πρωτάθλημα, αλλά η
μεγαλύτερη του συνεισφορά στο βραζιλιάνικο ποδόσφαιρο ήταν το 4-2-4 το όποιο χρησιμοποίησε και η Βραζιλία στη κατάκτηση του Παγκοσμίου Κυπέλλου το 1958, έχοντας σε 97 αγώνες, 47 νίκες, 28 ισοπαλίες και 22 ήττες.
Όμως τόσο ο Γκούτμαν όσο και η σύζυγός του, Μαριέσε, δυσκολεύτηκαν πολύ να προσαρμοστούν στον τρόπο ζωής της Νότιας Αμερικής. Τους έλειπε η ευρωπαϊκή κουλτούρα, τα καφέ της Βουδαπέστης και της Βιέννης, καθώς και η καθημερινότητα των μεγάλων ευρωπαϊκών πόλεων.
Όπως πίστευε ακράδαντα σε όλη του την καριέρα, ένας προπονητής δεν έπρεπε ποτέ να μένει σε μια ομάδα για πάνω από δύο χρόνια. Θεωρούσε ότι μετά τους 18-24 μήνες οι παίκτες επαναπαύονταν, η διοίκηση άρχισε να παρεμβαίνει και το κίνητρο χανόταν.
Το καλοκαίρι του 1958, η Πόρτο του κατέθεσε μια εξαιρετική οικονομική πρόταση για να επιστρέψει στην Ευρώπη. Είδε αυτή την πρόσκληση ως την τέλεια ευκαιρία να γυρίσει στην στην ευρωπαϊκή ελίτ, εξαργυρώνοντας τη φήμη του ως ο άνθρωπος που εκμοντέρνισε το ποδόσφαιρο της Βραζιλίας.
Θα κατακτήσει το Πρωτάθλημα του 1959 παρότι βρισκόταν πέντε βαθμούς πίσω απο την Μπενφίκα χάρις στο επιθετικό του δόγμα, ενώ έχασε στον τελικό του Κυπέλλου απο την Μπενφίκα. Συνολικά στο "Ντας Άντας" είχε σε 34 παιχνίδια, 22 νίκες, 7 ισοπαλίες και 5 ήττες.
Οι διοικούντες την Μπενφίκα έπαθαν σοκ από τον τρόπο με τον οποίο ο Ούγγρος τεχνικός κατάφερε να τους κερδίσει, ανατρέποντας μάλιστα μια διαφορά 5 βαθμών. Δεν έκρυβε ποτέ ότι ήταν επαγγελματίας και ότι το οικονομικό κίνητρο έπαιζε τεράστιο ρόλο στις αποφάσεις του, ειδικά μετά την οικονομική καταστροφή που υπέστη στο Κραχ του 1929 στη Νέα Υόρκη.
Έτσι η διοίκηση της Μπενφίκα τον πλησίασε κρυφά, του πρόσφερε ένα αστρονομικό συμβόλαιο με διπλάσιες αποδοχές από αυτές που έπαιρνε στην Πόρτο, καθώς και τεράστια μπόνους σε περίπτωση κατάκτησης τίτλων.
Οι "αετοί" διέθεταν πολύ μεγαλύτερο προϋπολογισμό, καλύτερες υποδομές και ένα ρόστερ με τεράστια προοπτική για να αγωνιστεί στο Κύπελλο Πρωταθλητριών. Ο Γκούτμαν, που πάντα έψαχνε την επόμενη μεγάλη πρόκληση και πίστευε ότι ο κύκλος του σε μια ομάδα κλείνει γρήγορα, δεν δίστασε στιγμή, άφησε την Πόρτο στα κρύα του λουτρού και υπέγραψε στην Μπενφίκα.
Μόλις ανέλαβε επίσημα την Μπενφίκα, έδειξε αμέσως τον απόλυτο και αυταρχικό χαρακτήρα του, στην πρώτη του συνάντηση με τη διοίκηση, δήλωσε ότι το ρόστερ ήταν «γέρικο και κουρασμένο». Με το καλημέρα θα πραγματοποιήσει γενικό ξεσκαρτάρισμα, 20 ποδοσφαιριστές θα φύγουν και θα ανεβάσει πολλά παιδιά απο την ακαδημία της ομάδας αναμεσά τους και τον Εουσέμπιο.
Αποτέλεσμα δύο Πρωταθλήματα το 1960 και το 1961, 1 Κύπελλο το 1962 αλλά κυρίως τα 2 Κύπελλα Πρωταθλητριών το 1961 κόντρα στην Μπαρτσελόνα στο "Βάνκντορφ" της Βιέννης και το 1962 κόντρα στην Ρεάλ Μαδρίτης στο Ολυμπιακό Στάδιο του Άμστερνταμ, έχοντας σε 163 παιχνίδια 115 νίκες, 27 ισοπαλίες και 21 ήττες.
Τότε θα ζητήσει αύξηση απο τον νεοεκλεγμένο πρόεδρο Αντόνιο Κάρλος Καμπράλ Φέσας Βιτάλ, με τον Βιτάλ να την απορρίπτει και τότε θρυλείται ότι είπε την εξής ατάκα: "«Ούτε σε 100 χρόνια από τώρα να μην κερδίσει η Μπενφίκα ευρωπαϊκό τίτλο».
Η πρώτη ουσιαστική επαφή του Γκούτμαν με την Πενιαρόλ έγινε στο γήπεδο το φθινόπωρο του 1961. Ως προπονητής της Μπενφίκα, την αντιμετώπισε στους διπλούς αγώνες για το Διηπειρωτικό Κύπελλο., οι Ουρουγουανοί (που κέρδισαν τελικά το τρόπαιο σε τρίτο ματς μπαράζ), εντυπωσιάστηκαν από την τακτική του οξύνοια.
Όταν έμαθαν λίγους μήνες μετά ότι έμεινε ελεύθερος, κινήθηκαν αστραπιαία για να τον αποκτήσουν. Μετά την άρνηση της Μπενφίκα να του δώσει αύξηση, ήθελε να αποδείξει την αξία του κερδίζοντας ακόμα περισσότερα χρήματα.
Η Πενιαρόλ ήταν τότε ένας από τους πλουσιότερους συλλόγους στον πλανήτη, του προσέφερε ένα ηγεμονικό συμβόλαιο, καλύπτοντας κάθε οικονομική του απαίτηση και δίνοντάς του τον απόλυτο έλεγχο της ομάδας.
Η θητεία του στην Ουρουγουάη ήταν σύντομη αλλά γεμάτη μεγάλες αναμετρήσεις, οδήγησε την Πενιαρόλ ξανά στον μεγάλο τελικό της Νότιας Αμερικής. Εκεί όμως ηττήθηκε σε έναν ιστορικό διπλό τελικό από τη Σάντος του Πελέ, ο οποίος κατέκτησε τότε το πρώτο του Libertadores.
Πιστός στη θεωρία του ότι οι διοικήσεις κουράζουν και αντιμετωπίζοντας δυσκολίες προσαρμογής, αποχώρησε τον Οκτώβριο του 1962, αφήνοντας την ομάδα έτοιμη να κατακτήσει το εγχώριο πρωτάθλημα εκείνης της χρονιάς και σε 32 παιχνίδια είχε 19 νίκες, 7 ισοπαλίες και 6 ήττες.
Μετά την αποχώρησή του από την Πενιαρόλ το 1962, παρέμεινε για λίγο εκτός πάγκων. Για εκείνον, η Βιέννη ήταν η πόλη της καρδιάς του, εκεί είχε μεγαλώσει ποδοσφαιρικά με τη Χακόα τη δεκαετία του '20 και πάντα ονειρευόταν να επιστρέψει στα γνώριμα βιεννέζικα καφέ για να συζητά για ποδόσφαιρο.
Όταν η Ομοσπονδία του χτύπησε την πόρτα, είδε την πρόταση ως την ιδανική ευκαιρία να επιστρέψει μόνιμα στο αγαπημένο του περιβάλλον. Αυτή ήταν η πρώτη επίσημη δουλειά του Γκούτμαν στην Αυστρία μετά το 1938, όταν είχε αναγκαστεί να δραπετεύσει για να γλιτώσει από τους Ναζί κατά τη διάρκεια του "Anschluss".
Η επιστροφή του ως ο απόλυτος ηγέτης του αυστριακού ποδοσφαίρου είχε έντονο συμβολικό χαρακτήρα για τον ίδιο, ως ένας θριαμβευτής επιζών του Ολοκαυτώματος. Δεν έκατσε μεγάλο χρονικό διάστημα απο τις 12 Απριλίου έως τις 11 Οκτωβρίου του 1964 και σε 5 αγώνες είχε 3 νίκες, 1 ισοπαλία και 1 ήττα.
Γρληγορα συνειδητοποίησε ότι το παρασκήνιο στην Ομοσπονδία και ο αυστριακός Τύπος δεν είχαν αποβάλει τις προπολεμικές προκαταλήψεις τους. Ο ίδιος ένιωσε έντονα υποτιμητικά και αντισημιτικά σχόλια προς το πρόσωπό του, ορισμένοι μάλιστα τον αποκαλούσαν ειρωνικά «θαυματοποιό Ραβίνο» στις προπονήσεις.
Πιστός στην υπερηφάνειά του, δήλωσε ότι «στο ποδόσφαιρο δεν έχει καμία σημασία αν είσαι Καθολικός, Προτεστάντης ή Εβραίος», παραιτήθηκε αμέσως και αποχώρησε. Τον Μάιο του 1965, η Μπενφίκα υπέστη μια οδυνηρή ήττα στον τελικό του Κυπέλλου Πρωταθλητριών από την Ίντερ (1-0 στο Μιλάνο).
Η διοίκηση των «Αετών» πίστευε ακράδαντα ότι ο μόνος άνθρωπος που μπορούσε να επαναφέρει την ομάδα στην κορυφή της Ευρώπης ήταν ο Ούγγρος τεχνικός που είχε βρει το μυστικό το 1961 και το 1962.
Ο πρόεδρος της Μπενφίκα, Φέζα Μπόρχες, κατάλαβε το λάθος του 1962 και για να τον πείσει να επιστρέψει, η διοίκηση ικανοποίησε πλήρως τις αστρονομικές οικονομικές του απαιτήσεις, προσφέροντάς του ένα ηγεμονικό συμβόλαιο με πολύ υψηλά μπόνους, τα οποία του είχε στερήσει στο παρελθόν.
Ήθελε να δουλέψει ξανά με τους παίκτες που ο ίδιος είχε αναδείξει. Ο Εουσέμπιο βρισκόταν τότε στην κορυφαία φάση της καριέρας του κέρδισε μάλιστα τη Χρυσή Μπάλα το 1965, ενώ παίκτες όπως ο Κολούνα και ο Αουγκούστο αποτελούσαν μια έτοιμη ποδοσφαιρική μηχανή, ιδανική για το επιθετικό του στυλ.
Την 1η Ιουλίου του 1965 ανέλαβε και επίσημα όμως αποκλείστηκε στα προημιτελικά του Κυπέλλου Πρωταθλητριών από τη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, γνωρίζοντας μάλιστα μια ταπεινωτική ήττα με 1-5 μέσα στη Λισαβόνα με τον έφηβο Τζορτζ Μπεστ να κάνει όργια.
Έχασε τον εγχώριο τίτλο από τη Σπόρτινγκ Λισαβόνας, αποκλείστηκε στα προημιτελικά του Κυπέλλου απο την Μπράγκα και μετά από μια μέτρια σεζόν, αποχώρησε οριστικά από την Μπενφίκα στις 30 Ιουνίου 1966, ολοκληρώνοντας τη δεύτερη θητεία του κι σε 38 παιχνίδια είχε 22 νίκες, 7 ισοπαλίες και 9 ήττες. Συνολικά στο Ντα Λούζ είχε σε 201 παιχνίδια 137 νίκες, 34 ισοπαλίες και 30 ήττες και βρίσκεται στην έβδομη θέση της σχετικής λίστας.
Το καλοκαίρι του 1966 προέκυψε ως μια αμοιβαία ανάγκη, καθώς η ομάδα της Γενεύης αναζητούσε έναν «προπονητή-προσωπικότητα» παγκόσμιου βεληνεκούς για να κάνει το επόμενο βήμα στην Ευρώπη, ενώ ο Γκούτμαν έψαχνε ένα ήρεμο αλλά οικονομικά ισχυρό περιβάλλον μετά την πίεση της Λισαβόνας.
Έχοντας αναδειχθεί Πρωταθλήτρια Ελβετίας τη σεζόν 1965–1966 και παίζοντας στο Κύπελλο Πρωταθλητριών της επόμενης χρονιάς, ήθελε να κάνει την υπέρβαση. Θεώρησαν ότι ο ιδανικός άνθρωπος για να τους καθοδηγήσει στα ευρωπαϊκά σαλόνια ήταν ο Ούγγρος τεχνικός, ο οποίος είχε κατακτήσει δύο φορές το τρόπαιο και είχε μόλις μείνει ελεύθερος από την Μπενφίκα.
Παρά το γεγονός ότι το ελβετικό πρωτάθλημα δεν θεωρούνταν από τα κορυφαία της Ευρώπης, η Σερβέτ υποστηριζόταν από ισχυρούς οικονομικούς παράγοντες και τραπεζίτες της Γενεύης. Του προσέφεραν ένα αστρονομικό συμβόλαιο για τα δεδομένα της χώρας, ικανοποιώντας τις γνωστές υψηλές οικονομικές του απαιτήσεις.
Μετά από μια εξαιρετικά επίπονη και γεμάτη πίεση σεζόν στην Μπενφίκα (η οποία ολοκληρώθηκε χωρίς τίτλο), ο 67χρονος πλέον Γκούτμαν έψαχνε μια ομάδα με μικρότερη πίεση από τα μέσα ενημέρωσης, αλλά με υψηλό αγωνιστικό κίνητρο.
Η κοσμοπολίτικη Γενεύη με τα περίφημα καφέ της και την ποιότητα ζωής αποτελούσε το τέλειο καταφύγιο για τον ίδιο και τη σύζυγό του και στις 7 Οκτωβρίου του 1966 ανέλαβε, Αποκλείστηκε στον δεύτερο γύρο στις λεπτομέρειες από την τσεχοσλοβάκικη Ντούκλα Πράγας και στις 6 Δεκεμβρίου του 1966 μετά απο μόλις 10 αγώνες όπου είχε 5 νίκες, 3 ισοπαλίες και 2 ήττες μάζεψε τις βαλίτσες του και αποχώρησε.
Μετά τον ευρωπαϊκό αποκλεισμό ο 67χρονος Ούγγρος τεχνικός έχασε το μεγάλο του κίνητρο. Η προοπτική του να κοουτσάρει πλέον μόνο στο εγχώριο ελβετικό πρωτάθλημα δεν τον συγκινούσε. Κατέθεσε στη διοίκηση μια λίστα με συγκεκριμένους ξένους ποδοσφαιριστές υψηλού επιπέδου, απαιτώντας την άμεση απόκτησή τους για να αναμορφώσει το ρόστερ.
Οι διοικούντες τη Σερβέτ, που λειτουργούσαν με τη συντηρητική και αυστηρή οικονομική νοοτροπία των Ελβετών τραπεζιτών, αρνήθηκαν να δαπανήσουν τα αστρονομικά ποσά που ζητούσε. Ο Γκούτμαν, που απεχθανόταν να του χαλάνε το χατίρι και θεωρούσε ότι η διοίκηση δεν είχε το δικαίωμα να κρίνει τις αθλητικές του εισηγήσεις, έγινε έξαλλος.
Πιστός στον απόλυτο εγωισμό του και στη θεωρία του ότι ένας προπονητής πρέπει να φεύγει αμέσως αν νιώθει ότι δεν στηρίζεται τυφλά, δήλωσε πως «δεν ήρθα στη Γενεύη για να κάνω τον λογιστή» και παραιτήθηκε.
Ο Παναθηναϊκός της δεκαετίας του '60 κυριαρχούσε στην Ελλάδα, έχοντας κατακτήσει αήττητο πρωτάθλημα το 1964. Η διοίκηση του συλλόγου και κυρίως ο ισχυρός άνδρας της ομάδας, Αντώνης Μαντζαβελάκης, είχε ως μεγάλο απωθημένο μια σπουδαία πορεία στην Ευρώπη.
Βλέποντας τον Γκούτμαν ελεύθερο μετά το πέρασμά του από τη Σερβέτ, ο Μαντζαβελάκης κατάλαβε ότι ο δις πρωταθλητής Ευρώπης με την Μπενφίκα ήταν ο μοναδικός άνθρωπος που θα μπορούσε να αλλάξει το ευρωπαϊκό στάτους των «πρασίνων».
Για να πειστεί ο 68χρονος πλέον Γκούτμαν να έρθει στην Ελλάδα, ο Παναθηναϊκός έπρεπε να ξεπεράσει κάθε προηγούμενο οικονομικό όριο, και γιαα αυτό του προσφέρθηκε ένα αστρονομικό συμβόλαιο για τα δεδομένα της εποχής.
Οι αποδοχές του περιλάμβαναν μια τεράστια προκαταβολή σε σταθερό ξένο νόμισμα δολάρια, καθώς και μια πολυτελή διαμονή σε ένα από τα καλύτερα ξενοδοχεία της Αθήνας, ικανοποιώντας πλήρως τις γνωστές υψηλές απαιτήσεις του Ούγγρου.
Η μεταγραφή του Γκούτμαν πραγματοποιήθηκε λίγους μήνες μετά το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967. Το νέο δικτατορικό καθεστώς έψαχνε απεγνωσμένα τρόπους να κερδίσει τη λαϊκή συμπάθεια και να στρέψει την προσοχή του κοινού μακριά από την πολιτική.
Η Γενική Γραμματεία Αθλητισμού, υπό τον συνταγματάρχη Κωνσταντίνο Ασλανίδη, έδωσε το «πράσινο φως» και την απαραίτητη οικονομική κάλυψη διευκολύνοντας την εξαγωγή συναλλάγματος για να ολοκληρωθεί η συμφωνία, θεωρώντας τον ερχομό του Γκούτμαν ως ένα τεράστιο επικοινωνιακό εργαλείο.
Έφτασε στην Αθήνα και ανέλαβε επίσημα τα καθήκοντά του στον Παναθηναϊκό στις 23 Ιουνίου 1967. Η υποδοχή του στο αεροδρόμιο του Ελληνικού από χιλιάδες οπαδούς του Παναθηναϊκού ήταν αποθεωτική, με τον Τύπο της εποχής να κάνει λόγο για τη «μεγαλύτερη αθλητική προσωπικότητα που επισκέφθηκε ποτέ την Ελλάδα».
Προσπάθησε να επιβάλει σιδηρά πειθαρχία, γεγονός που εξόργισε τους ηγέτες των αποδυτηρίων, όπως ο Μίμης Δομάζος και ο Αριστείδης Καμάρας. Οι Έλληνες σταρ δεν δέχονταν τις αυταρχικές μεθόδους του και το κλίμα χάλασε γρήγορα.
Απεχθανόταν κάθε πολιτική ανάμειξη, και είχε ενοχληθεί έντονα από την παρουσία του κυβερνητικού επιτρόπου (διορισμένου από τη Δικτατορία) στα αποδυτήρια, ο οποίος προσπαθούσε να κάνει υποδείξεις.
Λόγω του ότι η άδεια εργασίας του εκκρεμούσε κατά τη διάρκεια των ευρωπαϊκών αγώνων του Σεπτεμβρίου με την Μπάγερν Μονάχου όπου χρέη προπονητή εκτέλεσε ο Μπέλα Πάλφι, ο Γκούτμαν πρόλαβε να κοουτσάρει τον Παναθηναϊκό σε μία και μοναδική επίσημη αναμέτρηση που ηταν και νικηφόρα για το Πρωτάθλημα.
Αποχώρησε από τον Παναθηναϊκό στις 11 Οκτωβρίου 1967 με έναν απολύτως ήρεμο, τυπικό και θεσμικό τρόπο, υπογράφοντας τη συναινετική λύση του συμβολαίου του στα γραφεία της ομάδας. Συναντήθηκε με τον ισχυρό άνδρα του Παναθηναϊκού, Αντώνη Μαντζαβελάκη, και τα υπόλοιπα μέλη του διοικητικού συμβουλίου και διαπιστώνοντας ότι οι σχέσεις του με τους παίκτες (κυρίως τον Μίμη Δομάζο, είχαν φτάσει σε αδιέξοδο και ότι το κλίμα πειθαρχίας στα αποδυτήρια δεν μπορούσε να επιβληθεί, οι δύο πλευρές συμφώνησαν να λύσουν τη συνεργασία τους κοινή συναινέσει.
Ο Ούγγρος τεχνικός έλαβε κανονικά τα δεδουλευμένα του μέχρι εκείνη την ημέρα, παρέδωσε τα κλειδιά, αποχαιρέτησε τους ανθρώπους του συλλόγου και την επόμενη ημέρα, 12 Οκτωβρίου 1967, επιβιβάστηκε στο αεροπλάνο από το αεροδρόμιο του Ελληνικού για να επιστρέψει στην κεντρική Ευρώπη.
Όταν αποχώρησε από τον Παναθηναϊκό τον Οκτώβριο του 1967, ήταν ήδη 68 ετών. Μετά από σχεδόν 40 χρόνια ασταμάτητης και εξαντλητικής περιπλάνησης σε 12 διαφορετικές χώρες και πάνω από 20 ομάδες, ένιωθε πλέον σωματικά και πνευματικά κουρασμένος από την καθημερινή πίεση των προπονήσεων, των ταξιδιών και των αποδυτηρίων.
Αντίθετα με άλλους προπονητές της εποχής του που αναγκάζονταν να δουλεύουν μέχρι τα βαθιά γεράματα για βιοποριστικούς λόγους, είχε εξασφαλίσει το μέλλον του. Παρόλο που είχε χάσει την περιουσία του στο Κραχ του 1929, οι «χρυσές» δεκαετίες του '50 και του '60 στη Μίλαν, τη Σάο Πάολο, την Πόρτο, την Πενιαρόλ και κυρίως τα αστρονομικά συμβόλαια και τα μπόνους της Μπενφίκα, του επέτρεψαν να αποταμιεύσει ένα τεράστιο κεφάλαιο.
Ζούσε πλούσια ως εισοδηματίας στη Βιέννη, χωρίς να έχει ανάγκη τα χρήματα κανενός συλλόγου. Στα τέλη της δεκαετίας του '60 και στις αρχές του '70, το παγκόσμιο ποδόσφαιρο άλλαξε δραματικά. Το ρομαντικό, υπερ-επιθετικό σύστημα 4-2-4 που πρέσβευε ο Γκούτμαν αντικαταστάθηκε από το σκληρό, αμυντικό ιταλικό Κατενάτσιο και τη δύναμη.
Απεχθανόταν αυτό το στυλ παιχνιδιού και αρνούνταν να προσαρμοστεί. Σε συνεντεύξεις του εκείνη την περίοδο δήλωνε ότι το ποδόσφαιρο είχε γίνει «βαρετό και καταστροφικό». Καθώς καμία μεγάλη ευρωπαϊκή ομάδα δεν ήταν πλέον διατεθειμένη να του δώσει τον απόλυτο, τυφλό έλεγχο και να παίξει το ολοκληρωτικό επιθετικό του σύστημα, προτίμησε να απέχει.
Κατά τη διάρκεια αυτής της εξαετούς αποχής, ο Γκούτμαν μετατράπηκε σε έναν ζωντανό μύθο-κοσμοπολίτη. Περνούσε τα πρωινά και τα απογεύματά του στο διάσημο Café Corso της Βιέννης. Εκεί είχε το δικό του, μόνιμα κρατημένο τραπέζι, όπου υποδεχόταν δημοσιογράφους, μάνατζερ και προπονητές από όλο τον κόσμο, αναλύοντας την ποδοσφαιρική τακτική πάνω σε χαρτοπετσέτες, απολαμβάνοντας απλώς τον ρόλο του σοφού «γκουρού» του αθλήματος.
Στις αρχές του 1973, η Αούστρια Βιέννης βρισκόταν σε βαθιά αγωνιστική και διοικητική κρίση. Μετά την απόλυση του προπονητή Καρλ Στοτς, η ομάδα κινδύνευε να μείνει εκτός ευρωπαϊκών διοργανώσεων.
Η διοίκηση, απελπισμένη, στράφηκε στον Γκούτμαν, δεν έψαχναν απλώς έναν προπονητή, αλλά μια τεράστια προσωπικότητα-«ηλεκτροσόκ» που θα επέβαλλε αμέσως σιδηρά πειθαρχία στα αποδυτήρια και θα έσωζε το γόητρο του συλλόγου στην πόλη.
Ζώντας μόνιμα στη Βιέννη, η πρόταση της Αούστρια του επέτρεπε να επιστρέψει στη δράση χωρίς να χρειαστεί να μπει στη διαδικασία των μετακομίσεων, των ταξιδιών και της προσαρμογής σε μια ξένη χώρα. Μπορούσε να κάνει την καθημερινή του προπόνηση και το βράδυ να επιστρέφει στο γνώριμο σπίτι του και στα αγαπημένα του στέκια.
Κατά τη διάρκεια της εξαετούς αποχής του, πολλοί νεότεροι παράγοντες και δημοσιογράφοι στην Αυστρία άφηναν αιχμές ότι ο Γκούτμαν ήταν πλέον ένας «παλαιάς κοπής» προπονητής, οι ιδέες του οποίου είχαν πεθάνει μαζί με τη δεκαετία του '60.
Αυτό πλήγωσε βαθύτατα τον τεράστιο εγωισμό του, δέχτηκε τη δουλειά ως μια προσωπική σταυροφορία για να αποδείξει σε όλο το έθνος ότι ο «γέρος» μπορούσε ακόμα να παραδίδει μαθήματα τακτικής.
Στις 16 Μαρτίου του 1973 ανέλαβε και αποχώρησε στις 31 Δεκεμβρίου του 1973, έχοντας σε 24 αγώνες, 10 νίκες, 7 ισοπαλίες και 7 ήττες. Στα 74 του παρότι η επιστροφή του στη δράση τού έδωσε αρχικά μεγάλη ενέργεια, η καθημερινή τριβή, οι απαιτητικές προπονήσεις μέσα στο βαρύ αυστριακό χειμώνα και η ένταση των αγώνων άρχισαν να επιβαρύνουν το σώμα του.
Συνειδητοποίησε ότι δεν είχε πια τις φυσικές αντοχές για να ηγείται ενός συλλόγου σε σταθερή βάση. Όπως αναφέρθηκε, ο βασικότερος λόγος που άφησε την ανάπαυσή του ήταν για να δώσει απαντήσεις σε όσους τον θεωρούσαν «τελειωμένο».
Στους 24 επίσημους αγώνες που κάθισε στον πάγκο, σταθεροποίησε την Αούστρια και απέδειξε πως η τακτική του σκέψη παρέμενε κορυφαία. Μόλις ένιωσε ότι το εγώ του ικανοποιήθηκε και οι επικριτές του σιώπησαν, δεν είχε πλέον κανένα εσωτερικό κίνητρο να συνεχίσει.Καθώς σκεφτόταν να αποσυρθεί ξανά, δέχτηκε μια άκρως συναισθηματική πρόσκληση από την Πόρτο για να αναλάβει την ομάδα στο δεύτερο μισό της σεζόν. Είδε αυτή την πρόταση ως την ιδανική ευκαιρία για ένα ένδοξο, εορταστικό κλείσιμο της καριέρας του στην Πορτογαλία, τη χώρα όπου έζησε τις μεγαλύτερες στιγμές του, αντί για ένα άδοξο τέλος στη Βιέννη.
Στις 21 Ιανουαρίου 1974 ανέλαβε τους "δράκους" για δεύτερη φορά μέχρι και την ολοκλήρωση του συμβολαίου του στις 30 Ιουνίου 1974 όπου σε 8 παιχνίδια είχε 4 νίκες και 4 ήττες. Συνολικά στο Οπόρτο είχε σε 42 αγώνες 26 νίκες, 7 ισοπαλίες και 9 ήττες.
Η Πόρτο βρισκόταν ήδη μακριά από τη διεκδίκηση του τίτλου όταν ανέλαβε ο Γκούτμαν, τερματίζοντας τελικά στην 4η θέση της βαθμολογίας. Η ομάδα είχε επίσης αποκλειστεί νωρίτερα από το Κύπελλο Πορτογαλίας και την Ευρώπη, οπότε δεν υπήρχε κανένας τίτλος για να διεκδικηθεί.
Ο ίδιος συνειδητοποίησε κατά τη διάρκεια αυτών των μηνών ότι η ενέργεια και οι αντοχές του δεν επαρκούσαν πλέον για τις καθημερινές απαιτήσεις του κορυφαίου επιπέδου. Ήθελε πάντα να κλείσει την καριέρα του στην Πορτογαλία, τη χώρα όπου δοξάστηκε όσο πουθενά αλλού στον κόσμο.
Μόλις ολοκληρώθηκε το συμβόλαιό του στις 30 Ιουνίου 1974, αποχαιρέτησε συγκινημένος τους ανθρώπους της Πόρτο, κρέμασε οριστικά το προπονητικό του σφύριγμα και επέστρεψε στη Βιέννη για να ζήσει ως συνταξιούχος.
Θα φύγει απο την ζωή σε ηλικία 81 ετών στις 28 Αυγούστου του 1981 στην Βιέννη απο φυσικά αίτια. Η κηδεία του έγινε σε στενό κύκλο στη Βιέννη, ακολουθώντας τις εβραϊκές παραδόσεις, τάφηκε στο Νέο Εβραϊκό Τμήμα του Κεντρικού Κοιμητηρίου της Βιέννης.
Ο τάφος του Γκούτμαν μετατράπηκε με τα χρόνια σε ένα άτυπο ποδοσφαιρικό μνημείο. Η πιο εμβληματική στιγμή καταγράφηκε το 1990, η Μπενφίκα επρόκειτο να αντιμετωπίσει τη Μίλαν στον τελικό του Κυπέλλου Πρωταθλητριών στη Βιέννη.
Ο Εουσέμπιο, ο μεγαλύτερος ποδοσφαιριστής που ανέδειξε ο Ούγγρος τεχνικός, επισκέφτηκε τον τάφο του, γονάτισε, έκλαψε και προσευχήθηκε ζητώντας από τον παλιό του δάσκαλο να συγχωρέσει την Μπενφίκα και να λύσει την κατάρα.
To 1999 το Deutsche Presse-Agentur σε ψηφοφορία τον κατέταξε στην τρίτη θέση των κορυφαίων Ανατολικοευρωπαίων προπονητών. Το 2013 το ESPN και το World Soccer σε ψηφοφορίες τους τον τοποθέτησαν στην 16η και στην 9η θέση αντίστοιχα για τους κορυφαίους προπονητές όλων των εποχών, ενώ το 2019 το France Football σε αντίστοιχη ψηφοφορία τον τοποθέτησε στην 20η θέση.
Στις 28 Φεβρουαρίου 2014, με αφορμή τα 110 χρόνια από τη γέννησή του, η διοίκηση της Μπενφίκα αποφάσισε να τον τιμήσει επίσημα, προσπαθώντας παράλληλα να «εξιλεωθεί». Τα αποκαλυπτήρια έγιναν από τον τότε πρόεδρο της Μπενφίκα, Λουίς Φιλίπε Βιέιρα, παρουσία σύσσωμου του διοικητικού συμβουλίου, παλαιμάχων ποδοσφαιριστών της χρυσής εποχής της δεκαετίας του '60 και επίσημων προσκεκλημένων από την Ουγγρική Ομοσπονδία Ποδοσφαίρου και την πρεσβεία της Ουγγαρίας στη Λισαβόνα.
Έστησε ένα εμβληματικό χάλκινο άγαλμα σε φυσικό μέγεθος, έργο του διάσημου Ούγγρου γλύπτη Λάσλο Σατμάρι Γιούχος και βρίσκεται έξω από την Πύλη 18 του σταδίου Ντα Λουζ στη Λισαβόνα, το οποίο απεικονίζει τον Γκούτμαν να κρατά με υπερηφάνεια τα δύο Κύπελλα Πρωταθλητριών του 1961 και 1962.
Το 2019, το ίδρυμα Holocaust Memorial Day Trust της Μεγάλης Βρετανίας συμπεριέλαβε τον Γκούτμαν στις επίσημες προσωπικότητες της Διεθνούς Ημέρας Μνήμης του Ολοκαυτώματος. Η ιστορία του χρησιμοποιείται πλέον στα σχολεία της Ευρώπης ως παράδειγμα ψυχικής δύναμης, για το πώς ένας άνθρωπος που έχασε την οικογένειά του στα κρεματόρια, κατάφερε να ορθώσει το ανάστημά του και να κατακτήσει την κορυφή του κόσμου.
Η ζωή του έγινε αντικείμενο ιστορικών βιογραφιών (όπως το διάσημο βιβλίο The Greatest Comeback του David Bolchover), ενώ μουσεία σε όλο τον κόσμο, όπως το Μουσείο Ολοκαυτώματος του Λος Άντζελες, φιλοξενούν ειδικά αφιερώματα στη συμβολή του στην ανάπτυξη του σύγχρονου ποδοσφαίρου.
Παρομοίασε την δουλειά του προπονητή με αυτή του θηριοδαμαστή: "Κυριαρχεί ανάμεσα στα ζώα και τα αντιμετωπίζει με αυτοπεποίθηση και χωρίς φόβο. Αλλά την στιγμή που χάσει αυτή την αίσθηση ύπνωσης και φανερωθεί μια ένδειξη φόβου τότε είναι χαμένος".