Ήταν ο πρώτος Ιταλός που κατάφερε το 1969 να αναδειχτεί από το γαλλικό περιοδικό France Football κορυφαίος ποδοσφαιριστής της χρονιάς παίρνοντας την "Χρυσή Μπάλα". Αυτό βέβαια είναι ένα από τα πολλά τρόπαια που έχει κατακτήσει στην καριέρα του ο Τζιάνι Ριβέρα μία από τις εμβληματικότερες φυσιογνωμίες της Μίλαν και ένα απο τα κορυφαία δεκάρια που ανέδειξε το ιταλικό ποδόσφαιρο.
Γεννημένος στις 18 Αυγούστου του 1943 στην πόλη Αλεσάντρια της επαρχίας του Πιεμόντε και ξεκίνησε την ποδοσφαιρική του καριέρα στα τμήματα υποδομής της τοπικής ομάδας. Στις 2 Ιουνίου του 1959 και σε ηλικία μόλις 15 ετών πραγματοποίησε το ντεμπούτο του στην SERIE A απέναντι στην Ίντερ καταγράφοντας 26 συμμετοχές και 6 γκολ.
Η Ίντερ ήταν ο σύλλογος που βρέθηκε πιο κοντά από κάθε άλλον στο να «κλέψει» τον Ριβέρα μέσα από τα χέρια της Μίλαν. Μάλιστα, ο ίδιος ο Ριβέρα είχε κάνει το ντεμπούτο του στη Serie A παίζοντας εναντίον της Ίντερ.
Οι «νερατζούρι» παρακολουθούσαν στενά την περίπτωσή του και εξέταζαν σοβαρά να καταθέσουν επίσημη πρόταση, όμως η διοίκηση της Αλεσάντρια είχε ήδη ανοίξει δίαυλο επικοινωνίας με τους συμπολίτες τους.
Η Γιουβέντους που πάντα αναζητούσε τα κορυφαία εγχώρια ταλέντα, είχε στείλει σκάουτερ για να αξιολογήσουν τον νεαρό μέσο. Έδειξε ενδιαφέρον, ωστόσο εμφάνισε κάποιες επιφυλάξεις για την πολύ αδύνατη και εύθραυστη σωματική του διάπλαση, θεωρώντας ότι ίσως δυσκολευόταν να αντεπεξέλθει στο σκληρό παιχνίδι της εποχής.
Η Φιορεντίνα, η οποία τη δεκαετία του '50 πρωταγωνιστούσε στο ιταλικό ποδόσφαιρο, έκανε διερευνητικές κρούσεις στην Αλεσάντρια, αλλά αποσύρθηκε γρήγορα όταν το οικονομικό κόστος της μεταγραφής άρχισε να ανεβαίνει σε δυσθεώρητα επίπεδα για έναν έφηβο.
Τον Μάιο του 1959, ο προπονητής της Αλεσάντρια και πρώην παίκτης της Μίλαν, Φράνκο Πεδρόνι πήρε κρυφά τον Ριβέρα στο Μιλάνο για ένα δοκιμαστικό παιχνίδι, οι διοικούντες τη Μίλαν είχαν και αυτοί αμφιβολίες για το σώμα του.
Όμως, ο Χουάν Αλμπέρτο Σκιαφίνο, που αγωνιζόταν στο δοκιμαστικό δίπλα στον μικρό, εντυπωσιάστηκε τόσο πολύ από την ευφυΐα του, που πήγε αμέσως στη διοίκηση και είπε: «Αυτός ο τύπος είναι ξεχωριστός, πρέπει να τον πάρετε οπωσδήποτε ως διάδοχό μου».
Η Μίλαν πείστηκε και το καλοκαίρι του 1959 αγόρασε το 50% των δικαιωμάτων του αφήνοντας τον δανεικό και το καλοκαίρι του 1960 πλήρωσε το αδιανόητο για την εποχή ποσό των 60 εκατομμυρίων λιρετών συν τη μεταγραφή του Τζιανκάρλο Μιλιαβάκα, τον δανεισμό του Σέρτζιο Μπετίνι, για το υπόλοιπο 50% των δικαιωμάτων του.
Στις 18 Σεπτεμβρίου του 1960 ο Ριβέρα φόρεσε για πρώτη φορά την φανέλα των "ροσονέρι" για το Κύπελλο Ιταλίας απέναντι στην πρώην ομάδα του. Στο "Σαν Σίρο" αγωνίστηκε μέχρι και το 1979 φορώντας την φανέλα της Μίλαν συνολικά 658 φορές που τον φέρνει τέταρτο στην σχετική λίστα και πετυχαίνοντας 164 γκολ καταλαμβάνοντας την τρίτη θέση με τους κορυφαίους σκόρερ όλων των εποχών.
Το 1999 σε ψηφοφορία που πραγματοποίησαν οι "ροσονέρι" για τον καλύτερο παίκτη του 20ου αιώνα κατέλαβε την πρώτη θέση. Υπό την καθοδήγησή του η ομάδα από την Λομβαρδία ευτύχησε όχι μόνο να κατακτήσει εγχώριους τίτλους όπως ήταν τα 3 Πρωταθλήματα(1962,1968,1979) και τα 4 Κύπελλα Ιταλίας(1967,1972,19731977), αλλά να ανοίξει τα "φτερά" της και σε διεθνές επίπεδο.
Ήταν στέλεχος της ομάδας που το 1963 έσπασε την κυριαρχία των Ιβήρων στο Κύπελλο Πρωταθλητριών όταν στο τελικό του Γουέμπλει επικράτησε της Μπενφίκα με 2-1, και έξι χρόνια αργότερα στον τελικό της Μαδρίτης "διέλυσε" τον Άγιαξ με 4-1.
Παράλληλα κατέκτησε και 2 φορές το Κύπελλο Κυπελλούχων το 1968 στο Ρότερνταμ απέναντι στο Αμβούργο και το 1973 στην Θεσσαλονίκη απέναντι στην Λίντς Γιουνάιτεντ. Στο παλμαρέ του επίσης συμπεριλαμβάνεται και το Διηπειρωτικό Κύπελλο του 1969 σε διπλούς τελικούς κόντρα στην Εστουντιάντες.
Παράλληλα κατέκτησε και 2 φορές το Κύπελλο Κυπελλούχων το 1968 στο Ρότερνταμ απέναντι στο Αμβούργο και το 1973 στην Θεσσαλονίκη απέναντι στην Λίντς Γιουνάιτεντ. Στο παλμαρέ του επίσης συμπεριλαμβάνεται και το Διηπειρωτικό Κύπελλο του 1969 σε διπλούς τελικούς κόντρα στην Εστουντιάντες.
Με την φανέλα της Εθνικής Ιταλίας έκανε ντεμπούτο στις 13 Μαΐου του 1962 σε φιλικό παιχνίδι στις Βρυξέλλες απέναντι στο Βέλγιο και μάλιστα συμπεριλήφθηκε στην αποστολή για το Παγκόσμιο Κύπελλο της Χιλής όπου πήρε και μια συμμετοχή απέναντι στην Δυτική Γερμανία.
Επόμενη μεγάλη διοργάνωση το Παγκόσμιο Κύπελλο της Αγγλίας το 1966 όπου οι Ιταλοί γνώρισαν μεγάλο "κάζο" με τον αποκλεισμό στην φάση των ομίλων από την Βόρεια Κορέα. Αναδείχθηκε πρωταθλητής Ευρώπης το 1968 στην τελική φάση που διοργανώθηκε στην γείτονα χώρα αλλά λόγω ενός τραυματισμού δεν μπόρεσε να δώσει το παρών τόσο στον ισόπαλο τελικό αλλά και στον νικηφόρο επαναληπτικό απέναντι στην Γιουγκοσλαβία.
Επόμενη μεγάλη διοργάνωση το Παγκόσμιο Κύπελλο της Αγγλίας το 1966 όπου οι Ιταλοί γνώρισαν μεγάλο "κάζο" με τον αποκλεισμό στην φάση των ομίλων από την Βόρεια Κορέα. Αναδείχθηκε πρωταθλητής Ευρώπης το 1968 στην τελική φάση που διοργανώθηκε στην γείτονα χώρα αλλά λόγω ενός τραυματισμού δεν μπόρεσε να δώσει το παρών τόσο στον ισόπαλο τελικό αλλά και στον νικηφόρο επαναληπτικό απέναντι στην Γιουγκοσλαβία.
Πριν απο την τελική φάση του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1970, ο τότε εκλέκτορας της Ιταλίας Φερούτσιο Βαλκαρέτζι αντιμετώπιζε το μεγάλο δίλημμα εάν θα έβαζε στην ίδια εντεκάδα τους Ριβέρα και Ματσόλα.
Όμως η αποπομπή του Λοντέτι φίλου και συμπαίκτη του Ριβέρα στην Μίλαν προκάλεσε την οργή του κατηγορώντας τον υπεύθυνο των εθνικών ομάδων Βάλτερ Μαντέλι ότι υπάρχει σχέδιο για να μείνει εκτός ομάδας μέσω στοχευμένων δημοσιευμάτων.
Ο ίδιος σκέφτεται να φύγει μόνος του και μόνο με την παρέμβαση του προπονητή του στην Μίλαν Νερέο Ρόκο παραμένει τελικά στην αποστολή. Ο Βαλκαρέτζι βρίσκει μια μεσοβέζικη λύση για να μπορέσει να ικανοποιήσει και τους δύο παίκτες.
Εφαρμόζει την "staffeta(σ.σ. σκυταλοδρομία)" , ξεκινώντας τον Ματσόλα στο βασικό σχήμα και τον Ριβέρα να μπαίνει στο δεύτερο ημίχρονο. Απέναντι στο Μεξικό και ενώ το σκορ ήταν 1-1, πετυχαίνει ένα γκολ και βγάζει δύο ασίστ για το νικηφόρο 4-1.
Στον ημιτελικό απέναντι στην Δυτική Γερμανία ήταν αυτός που έστειλε τους "ατζούρι" στον τελικό με το "χρυσό" γκολ να επιτυγχάνεται στο 111ο λεπτό γράφοντας το τελικό 4-3 σε ένα ματς που έχει χαρακτηριστεί ως το "ματς του αιώνα".
Μετά απο την φιλική νίκη της Ιταλίας στο "Γουέμπλει" επί της Αγγλίας στις 14 Νοεμβρίου του 1973, ρωτήθηκε ο Άλφ Ράμσει να ξεχωρίσει τους τέσσερις κορυφαίους σε απόδοση παίκτες της "σκουάντρα ατζούρα" απάντησε "Ριβέρα, Ριβέρα, Ριβέρα, Ριβέρα".
Συμμετείχε σε μία ακόμα τελική φάση Παγκοσμίου Κυπέλλου στα γήπεδα της Δυτικής Γερμανίας το 1974 και στις 19 Ιουνίου στην Φρανκφούρτη απέναντι στην Αργεντινή φόρεσε για 60η και τελευταία φορά την φανέλα των "μπλέ" έχοντας πετύχει και 14 γκολ.
Στα πρώτα του χρόνια στη Μίλαν, ο Ριβέρα δέχθηκε έντονη κριτική από μερίδα του ιταλικού τύπου, με επικεφαλής τον διάσημο δημοσιογράφο Τζάνι Μπρέρα, οι οποίοι τον θεωρούσαν «εύθραυστο» σωματικά για το σκληρό ιταλικό ποδόσφαιρο .
Μέσα σε αυτό το κλίμα αμφισβήτησης, η διοίκηση της Μίλαν σκέφτηκε προσωρινά να ρισκάρει και προσπάθησε να τον πουλήσει στην αργεντίνικη Μπόκα Τζούνιορς, η μεταγραφή τελικά δεν προχώρησε, καθώς η Μπόκα δεν πείστηκε απόλυτα για τις ικανότητές του.
Η Γιουβέντους παρακολουθούσε τον Ριβέρα από την εποχή που αγωνιζόταν στην Αλεσάντρια. Αν και αρχικά είχε ενδοιασμούς για τη σωματική του διάπλαση αργότερα, όταν ο Ριβέρα οδηγούσε τη Μίλαν σε εγχώριους και ευρωπαϊκούς τίτλους, η ομάδα του Τορίνο έκανε επανειλημμένες διερευνητικές κρούσεις προς τη Μίλαν, προσφέροντας λευκή επιταγή.
Η διοίκηση των «ροσονέρι» όμως τον είχε καταστήσει πλέον «αδιαπραγμάτευτο». Παρά τις σειρήνες και τις εσωτερικές κρίσεις που πέρασε κατά καιρούς στον σύλλογο, ο Ριβέρα παρέμεινε πιστός στη Μίλαν μέχρι το τέλος της καριέρας του το 1979, αρνούμενος να φορέσει τη φανέλα οποιασδήποτε άλλης μεγάλης ιταλικής ή ευρωπαϊκής ομάδας.
Μετά την απόσυρσή του από τους αγωνιστικούς χώρους ανέλαβε την θέση του αντιπροέδρου θέση που την κράτησε μέχρι και το 1986, όταν ο σύλλογος αγοράστηκε από τον Σίλβιο Μπερλουσκόνι, καθώς οι δύο άνδρες είχαν εντελώς διαφορετική φιλοσοφία.
Στράφηκε στην πολιτική, όπου έκανε μια μακρά και επιτυχημένη καριέρα, εκλέχθηκε μέλος της Ιταλικής Βουλής των Αντιπροσώπων για τέσσερις συνεχόμενες θητείες (1987, 1992, 1994, 1996) με κεντροαριστερά κυρίως κόμματα.Διετέλεσε Υφυπουργός Άμυνας της Ιταλίας για πέντε χρόνια (1996–2001) στις κυβερνήσεις των Ρομάνο Πρόντι, Μάσιμο Ντ' Αλέμα και Τζουλιάνο Αμάτο. Το 2005 εξελέγη μέλος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, εκπροσωπώντας την Ιταλία στις Βρυξέλλες μέχρι το 2009.
Τον Απρίλιο του 2026, εξέπληξε το κοινό ανακοινώνοντας επίσημα την πρόθεσή του να θέσει υποψηφιότητα για την προεδρία της Ιταλικής Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας, αμέσως μετά την παραίτηση του Γκαμπριέλε Γκραβίνα.
Δήλωσε έτοιμος να εφαρμόσει ένα πολύ συγκεκριμένο πρόγραμμα αναδιοργάνωσης που σχεδίασε με συνεργάτες του. Βάσει του αυστηρού καταστατικού της ομοσπονδίας για να κατατεθεί επίσημα μια υποψηφιότητα, πρέπει να υποστηρίζεται και να υπογραφεί επίσημα από τουλάχιστον μία από τις μεγάλες συνιστώσες του ποδοσφαίρου (π.χ. τη Lega Serie A, τη Lega Pro, την Ένωση Ποδοσφαιριστών ή Προπονητών).
Όλες οι μεγάλες λίγκες είχαν ήδη συσπειρωθεί και μοιράσει τη στήριξή τους ανάμεσα στον Τζοβάνι Μαλαγκό και τον Τζανκάρλο Αμπέτε, αφήνοντας τον Ριβέρα χωρίς την απαραίτητη γραπτή εξουσιοδότηση.
Οι επίσημες υποψηφιότητες μαζί με τα αναλυτικά προγράμματα έπρεπε να κατατεθούν και να σφραγιστούν επίσημα έως τις 13-14 Μαΐου 2026. 40 ημέρες πριν από την κάλπη. Ο Ριβέρα, έχοντας κάνει μόνο μια άτυπη, δημόσια διακήρυξη ενδιαφέροντος στα ΜΜΕ, δεν μπόρεσε να συμπληρώσει τον απαραίτητο φάκελο εντός της προθεσμίας.
Ο ίδιος ο Ριβέρα παραδέχθηκε δημόσια πως «κάποιοι φοβούνται την αυτονομία μου», το ριζοσπαστικό του πλάνο να αλλάξει τις δομές εκ βάθρων, να μειώσει τη δύναμη των μάνατζερ και να επιβάλει υποχρεωτική ανάδειξη Ιταλών παικτών βρήκε τοίχο απέναντι στα μεγάλα οικονομικά συμφέροντα των συλλόγων, οι οποίοι προτίμησαν πιο «συμβατικές» και πολιτικά δικτυωμένες λύσεις, όπως αυτή του Μαλαγκό.
Έτσι, η επιτροπή ελέγχου της FIGC ανακήρυξε τον Μάιο ως μοναδικούς επίσημους διεκδικητές τους Μαλαγκό και Αμπέτε, αφήνοντας την προσπάθεια του 82χρονου θρύλου στο επίπεδο της ρομαντικής πλην όμως ανεπίσημης, πρόθεσης
Στην ψηφοφορία της Διεθνούς Ομοσπονδίας Ιστορίας και Στατιστικής του Ποδοσφαίρου για τον Παγκόσμιο Παίκτη του 20ου αιώνα τοποθετήθηκε στην 19η θέση, το 2015 έγινε ο πρώτος ποδοσφαιριστής που εγκαταστάθηκε στην ιταλική Λεωφόρο της Δόξας, ενώ στην ψηφοφορία για το Χρυσό Ιωβηλαίο της UEFA to 2004 κατέλαβε την 35η θέση .
