www.goahits.blogspot.com

Διεθνές ποδόσφαιρο όπως δεν έχετε ξαναδιαβάσει!

30/8/26

Μιγκέλ Μουνιόθ Στην υπηρεσία της "βασίλισσας"


Αποτελεί έναν απο τους μύθους της Ρεάλ Μαδρίτης αφού ήταν παρών στα πέντε απο τα έξι Κύπελλα Πρωταθλητριών που κατέκτησε η "βασίλισσα" μέχρι και το 1966, τα τρία πρώτα ως παίκτης και τα άλλα ως προπονητής. Ο Μιγκέλ Μουνιόθ σε ψηφοφορία του France Football το 2019 κατέλαβε την 14η θέση στην λίστα με τους καλύτερους προπονητές όλων των εποχών.

Γεννήθηκε στις 19 Ιανουαρίου του 1922 στην Μαδρίτη και παρότι έπαιξε σε αρκετές ομάδες της πρωτεύουσας δεν προσέλκυσε αρχικά το ενδιαφέρον της Ρεάλ.  Λόγω της στρατιωτικής του θητείας το 1943 αγωνίστηκε στην Λογκρονιές σε 21 συμμετοχές χωρίς να πετύχει κάποιο τέρμα και το καλοκαίρι του 1944 μετακόμισε στην Ρσίγκ Σανταντέρ.

Στο τέλος της σεζόν 1943–1944, η Λογκρονιές υποβιβάστηκε από την Tercera División στα τοπικά πρωταθλήματα και αυτό σήμαινε ότι το επίπεδο έπεφτε πολύ για έναν παίκτη με τις δυνατότητες του Μουνιόθ.

Η Ρασίνγκ Σανταντέρ, η οποία αγωνιζόταν στη Segunda División, είχε εντοπίσει το ταλέντο του κατά τη διάρκεια των μεταξύ τους αναμετρήσεων. Μάλιστα, ο Μουνιόθ είχε κάνει το ντεμπούτο του με τη Λογρονιές ακριβώς απέναντι στη Σανταντέρ έναν χρόνο νωρίτερα, αφήνοντας εξαιρετικές εντυπώσεις.

Εκεί καθιερώθηκε αμέσως, πραγματοποιώντας 42 επίσημες εμφανίσεις και σημειώνοντας 19 γκολ μέσα σε δύο σεζόν (1944–1946). Μετά από δύο εξαιρετικές σεζόν είχε γίνει περιζήτητος και καθώς ο ίδιος ήταν γέννημα-θρέμμα Μαδριλένος, η μεγάλη του επιθυμία ήταν να επιστρέψει στην πρωτεύουσα.

Ομάδες της Μαδρίτης τον πίεζαν έντονα για να τον εντάξουν στο δυναμικό τους, προσφέροντάς του την ευκαιρία να αγωνιστεί μπροστά στην οικογένειά του.Περίμενε μέχρι την τελευταία στιγμή μια οριστική πρόταση από αυτούς τους συλλόγους. 

Η Θέλτα Βίγκο αναζητούσε μια «μεταγραφή-βόμβα» για να ενισχύσει τη μεσαία γραμμή της στην Primera División. Για να κάμψει τις αντιστάσεις του Μουνιόθ και να τον πείσει να μετακομίσει στη Γαλικία αντί για τη Μαδρίτη, επιστρατεύτηκαν δύο πολύ ισχυρές προσωπικότητες, ο Ρικάρντο Θαμόρα  τότε προπονητής της Θέλτα, το τεράστιο κύρος του «Διβίνο» έπαιξε καταλυτικό ρόλο στο να πειστεί ο νεαρός μέσος ότι το Βίγκο ήταν το ιδανικό βήμα για την καριέρα του.

Όπως και ο Σεζάρεο Γκονθάλεθ, διάσημος και πανίσχυρος Ισπανός κινηματογραφικός παραγωγός, ιδρυτής της Suevia Films,  ο οποίος καταγόταν από το Βίγκο και ήταν στενός φίλος της διοίκησης της Θέλτα, μεσολαβούσε προσωπικά στις διαπραγματεύσεις. 

Η οικονομική και κοινωνική του επιρροή ήταν αυτή που ξεκλείδωσε οριστικά τη συμφωνία και να ικανοποιηθεί η Σανταντέρ και να τον παραχωρήσει. Το επόμενο διάστημα θα τον βρει στο Βίγκο με την Θέλτα με την οποία στην πρώτη κατηγορία θα παίξει σε 48 παιχνίδια όπου και θα πετύχει 2 γκολ, ενώ θα αγωνιστεί και σε τελικό Κυπέλλου Ισπανίας όπου και θα σκοράρει αλλά η ομάδα απο την Γαλικία θα ηττηθεί απο την Σεβίλλη με 4-1.

Ο Μπερναμπέου ήθελε επειγόντως παίκτες με προσωπικότητα για να αναγεννήσει την ομάδα και δεν στόχευσε μόνο τον Μουνιόθ αλλά και το «βαρύ πυροβολικό» της Θέλτα, τον επιθετικό Παΐνιο (Pahíño), ο οποίος είχε αναδειχθεί πρώτος σκόρερ της La Liga εκείνη τη σεζόν. 

Η Θέλτα, βλέποντας την τεράστια ζήτηση, ξεκαθάρισε ότι δεν θα πουλούσε τους παίκτες ξεχωριστά. Έτσι ο Μπερναμπέου αποφάσισε να κάνει την υπέρβαση και αγόρασε πακέτο και τους δύο ποδοσφαιριστές από την ομάδα της Γαλικίας, δαπανώντας ένα αστρονομικό ποσό για τα δεδομένα του 1948, περίπου 800.000 πεσέτες συνολικά και για τους δύο παίκτες

Η μεταγραφή αυτή προκάλεσε αίσθηση στην Ισπανία, καθώς εκείνη την εποχή το ποδόσφαιρο δεν είχε τα σημερινά οικονομικά μεγέθη και τέτοια ποσά θεωρούνταν ιλιγγιώδη, η δε Θέλτα χρησιμοποίησε αυτά τα χρήματα για να ανακαινίσει το στάδιο Balaídos και να καλύψει χρέη.

Θα φορέσει τελικά την φανέλα των "μπλάνκος" για μια δεκαετία απο το 1948 μέχρι και το 1958 αποτελώντας βασικό στέλεχος της μεγάλης ομάδας που δημουργήθηκε. Αγωνιζόμενος στον χώρο του κέντρου, έχοντας όμως και επιθετικά χαρίσματα είχε σε 275 παιχνίδια απολογισμό  24 τέρματα και κατέκτησε 4 Πρωταθλήματα το 1954, το 1955, το 1957 και το 1958, και τα τρία πρώτα Κύπελλα Πρωταθλητριών το 1956 κόντρα στην Ρέμς στο "Παρκ Ντε Πρένς" στο Παρίσι, το 1957 κόντρα στην Φιορεντίνα στο "Σαντιάγκο Μπερναμπέου" και το 1958 κόντρα στην Μίλαν στο "Χέιζελ" των Βρυξελλών.

Φόρεσε και εφτά φορές την φανέλα της εθνικής Ισπανίας κάνοντας ντεμπούτο στις 20 Ιουνίου του 1948 κόντρα στην Ελβετία σε φιλικό παιχνίδι στην Ζυρίχη και την τελευταία στις 17 Μαρτίου του 1955 στην Μαδρίτη κόντρα στην Γαλλία.

Ήταν αυτός που πέτυχε το πρώτο γκολ της Ρεάλ στο Κύπελλο Πρωταθλητριών κόντρα στην Σερβέτ στις 8 Σεπτεμβρίου του 1955, όπως και ο αρχηγός στους δύο τελικούς του 1956 και του 1957 και σε ηλικία 36 ετών αποχώρησε απο την ενεργό δράση.

Κατά τη διάρκεια της σεζόν 1957–1958, είχε αρχίσει  να χάνει τη θέση του στην αρχική ενδεκάδα λόγω ηλικίας. Ο ίδιος είχε δηλώσει με χιούμορ και αυτοκριτική διάθεση πως πήρε την απόφαση να σταματήσει όταν είδε τον εαυτό του στα επίκαιρα του κινηματογράφου και σκέφτηκε: «Είδα έναν γέρο με φαρδύ λευκό σορτσάκι και κατάλαβα ότι έπρεπε να αποσυρθώ για να μην γίνω ρεζίλι».

Αν και σταμάτησε το 1958, ο επίσημος αποχαιρετιστήριος αγώνας προς τιμήν του δόθηκε στις 17 Ιουνίου 1959 στο Σαντιάγο Μπερναμπέου. Η Ρεάλ Μαδρίτης αντιμετώπισε σε φιλικό τη Σάντος του νεαρού τότε Πελέ (νίκη της Ρεάλ με 5-3), σε μια ιστορική βραδιά όπου αποθεώθηκε από τους οπαδούς. 

Ο Μπερναμπέου διέκρινε αμέσως την ηγετική του προσωπικότητα και τον κράτησε στον σύλλογο, προσφέροντάς του το ιδανικό πεδίο για να ξεκινήσει τη νέα του καριέρα. Το πρώτο του επίσημο πόστο ήταν στην Plus Ultra (τη θυγατρική/Β' ομάδα της Ρεάλ Μαδρίτης), η οποία λειτουργούσε ως φυτώριο για νέους παίκτες και προπονητές.

Πριν καλά-καλά ξεκινήσει μόνιμα, χρειάστηκε να αναλάβει εκτάκτως για 7 αγώνες την πρώτη ομάδα της Ρεάλ Μαδρίτης, όταν ο τότε προπονητής Λουίς Καρνίλια. Το επίσημο ντεμπούτο του στον πάγκο της Ρεάλ έγινε στις 4 Μαρτίου 1959 σε έναν αγώνα Κυπέλλου Πρωταθλητριών εναντίον της Βίνερ (0-0).

Αφού επέστρεψε για λίγο στη θυγατρική και διετέλεσε βοηθός προπονητή, ο Μπερναμπέου του έδωσε μόνιμα τα «κλειδιά» της πρώτης ομάδας στις 13 Απριλίου του 1960, αντικαθιστώντας τον Φλέιτας Σόλιτς.

Θα γράψει εξίσου μεγάλες στιγμές όπως έγραψε ως ποδοσφαιριστής παραμένοντας για δεκατέσσερα χρόνια μέχρι το 1974 στον πάγκο της. Θα κατακτήσει 9 Πρωταθλήματα(1961, 1962, 1963, 1964, 1965, 1967, 1968, 1969, 1972), 2 Κύπελλα το 1962 και το 1970 και θα γίνει ο πρώτος άνθρωπος που θα κατακτήσει το Κύπελλο Πρωταθλητριών τόσο ως παίκτης αλλά και ως προπονητής. 

Το 1960 κόντρα στην Άιντραχτ Φρανκφούρτης στο Χάμπντεν Παρκ της Γλασκώβης και το 1966 κόντρα στην Παρτιζάν και πάλι στο "Χέιζελ" στις Βρυξέλλες, ενώ θα κατακτήσει και το πρώτο Διηπειρωτικό το 1960 απέναντι στην Πενιαρόλ.

604 παιχνίδια θα κοουτσάρει έχοντας  357 νίκες, 128 ισοπαλίες και 120 ήττες, καθιστώντας τον τον μακροβιότερο προπονητή στην ιστορία του συλλόγου μακράν του δεύτερου. Ενδιάμεσα στις 2 Απριλίου του 1961 ήταν μέλος της υποστηρικτικής τεχνικής επιτροπής με εκλέκτορα τον Πέδρο Εσκαρτίν αναλαμβάνοντας την καθημερινή προπόνηση των παικτών στο γήπεδο και την τακτική προετοιμασία.

Το σχήμα αυτό ολοκλήρωσε το έργο του στις 10 Δεκεμβρίου 1961, αμέσως μόλις η Ισπανία εξασφάλισε την πρόκριση στα τελικά του Παγκοσμίου Κυπέλλου. Η πρόταση έγινε απευθείας στον πρόεδρο της Ρεάλ Μαδρίτης, Σαντιάγο Μπερναμπέου και η Ομοσπονδία ζήτησε επίσημα να της «δανείσει» τον Μουνιόθ, ο οποίος είχε μόλις στεφθεί Πρωταθλητής Ευρώπης με τη Ρεάλ το 1960, για τις προπονήσεις της εθνικής ομάδας κατά τις ημέρες των προκριματικών. 

Ο Μπερναμπέου συμφώνησε, υπό τον όρο ότι δεν θα άφηνε ούτε μέρα τον πάγκο της Ρεάλ Μαδρίτης, εκτελώντας έτσι διπλά καθήκοντα. Επίσης απο τις 26 Μαρτίου 1969 έως τις 25 Ιουνίου 1969, μετά την απόλυση του Εδουάρδο Τόμπα λόγω κακών αποτελεσμάτων στα προκριματικά του Μουντιάλ 1970, η Ομοσπονδία βρισκόταν σε απόγνωση. 

Έκανε πρόταση στους προπονητές των 3 κορυφαίων συλλόγων της χώρας να αναλάβουν μαζί. Έτσι γεννήθηκε η τριάδα Μιγκέλ Μουνιόθ (Ρεάλ Μαδρίτης), Λουίς Μολόβνι (Λας Πάλμας) και Σαλβαδόρ Αρτίγκας (Μπαρτσελόνα), οι οποίοι καθοδήγησαν την Ισπανία από κοινού για 4 επίσημους αγώνες με 2 νίκες, 1 ισοπαλία και 1 ήττα.

Τη σεζόν 1973–1974, η Ρεάλ Μαδρίτης πραγματοποιούσε μια από τις χειρότερες πορείες της, τον Ιανουάριο του 1974, μετά από μια εκτός έδρας ήττα με 2-0 από την Καστεγιόν, η ομάδα είχε κατρακυλήσει στην 7η θέση του βαθμολογικού πίνακα και είχε ήδη αποκλειστεί νωρίς από το Κύπελλο UEFA. 

Το παραδοσιακά απαιτητικό κοινό του Σαντιάγο Μπερναμπέου είχε στραφεί εναντίον του και τα συνθήματα «Μουνιόθ, φύγε», ακούγονταν πλέον συχνά στις εξέδρες, ενώ το γήπεδο παρουσίαζε εικόνα μισοάδειων κερκίδων.

Ο ίδιος ένιωθε άδειος και κουρασμένος από την πολυετή πίεση του πάγκου, αν και η διοίκηση τον στήριζε, υπέβαλε την παραίτησή του, την οποία ο πρόεδρος Σαντιάγο Μπερναμπέου έκανε τελικά δεκτή με βαριά καρδιά στις 14 Ιανουαρίου 1974, δηλώνοντας χαρακτηριστικά: «Δεν μου αρέσει να βλέπω τους ανθρώπους να υποφέρουν και ο Μιγκέλ Μουνιόθ υποφέρει εδώ και πολύ αρκέτο καιρό. Φαινόταν πια και στην εμφάνισή του. Δεν είχα άλλη επιλογή από το να κάνω δεκτή την παραίτησή του».

Μετά την αποχώρησή του από τη Ρεάλ Μαδρίτης τον Ιανουάριο του 1974, ο Μιγκέλ Μουνιόθ αποφάσισε συνειδητά να μείνει εκτός πάγκων για 1,5 χρόνο. Λόγω της τεράστιας ψυχικής κόπωσης και της πίεσης που είχε υποστεί, απέρριψε αρχικά κρούσεις και προτάσεις προκειμένου να ξεκουραστεί.

Όταν αποφάσισε να επιστρέψει στους πάγκους το καλοκαίρι του 1975, δεν επέλεξε ξανά κάποιον από τους παραδοσιακούς «γίγαντες» του ισπανικού ποδοσφαίρου, αλλά προτίμησε ομάδες με λιγότερη πίεση, όπου μπορούσε να χτίσει μακροχρόνια πλάνα.

Η Γρανάδα, υπό την προεδρία του φιλόδοξου Κάντιδο Γκόμεθ Άλβαρεθ, γνωστού ως "Cándido" τον έπεισε παρουσιάζοντάς του ένα πολύ συγκεκριμένο και δελεαστικό πλάνο, με στόχο την έξοδο στις ευρωπαϊκές διοργανώσεις. 

Η ομάδα είχε τερματίσει στην 6η θέση λίγα χρόνια νωρίτερα (1971-72) και ο πρόεδρος ήθελε να κάνει το μεγάλο βήμα, θεωρώντας ότι ο Μουνιόθ ήταν ο μόνος που είχε το ειδικό βάρος για να το πετύχει.  Για να του αποδείξει ότι το όραμα ήταν αληθινό, η διοίκηση προχώρησε σε σπουδαίες μεταγραφές για τα δεδομένα του συλλόγου, όπως η απόκτηση του Χοσέ Αντόνιο Γκράντε (τον οποίο ο Μουνιόθ γνώριζε καλά από τη Ρεάλ), του Αυστριακού επιθετικού Τόμας Πάριτς και του Ουρουγουανού θρυλικού τερματοφύλακα Λαντισλάο Μαζουρκίεβιτς.

Μετά την ψυχική εξάντληση που βίωσε στο «Μπερναμπέου», έψαχνε ένα περιβάλλον όπου θα μπορούσε να δουλέψει χωρίς το καθημερινό, εξοντωτικό βάρος των εγχώριων και ευρωπαϊκών τίτλων. Η Γρανάδα του πρόσφερε έναν πάγκο στην Primera División, αλλά με σαφώς πιο ήρεμη καθημερινότητα.

Παρά το μικρό της μέγεθος, η Γρανάδα έκανε οικονομική υπέρβαση για να καλύψει το κασέ του, καθιστώντας τον έναν από τους πιο ακριβοπληρωμένους προπονητές εκείνης της σεζόν στην Ισπανία αναλαμβάνοντας την 1η Ιουλίου του 1975.

Παρά τις υψηλές προσδοκίες και το ποιοτικό ρόστερ, η συνεργασία δεν είχε το αναμενόμενο τέλος. Μετά από ένα καλό ξεκίνημα, η ομάδα έκανε ελεύθερη πτώση στο δεύτερο μισό του πρωταθλήματος, τερμάτισε 17η και υποβιβάστηκε στη Segunda División. Αναλαμβάνοντας την ευθύνη, παραιτήθηκε αμέσως μετά το τέλος της σεζόν την 1η Ιουλίου 1976, έχοντας σε 38 αγώνες, 9 νίκες, 12 ισοπαλίες και 17 ήττες.

Το 1977, η Λας Πάλμας διέθετε ένα πανίσχυρο ρόστερ, γεμάτο με εν ενεργεία διεθνείς Αργεντινούς σούπερ σταρ (Μπρίντισι, Μορέτε, Κάρνεβαλι, Βόλφ). Ο πρόεδρος του συλλόγου, Ατίλιο Λέιβα, κατάλαβε ότι για να κάνει η ομάδα το βήμα παραπάνω χρειαζόταν έναν προπονητή με τεράστιο «ειδικό βάρος» και εμπειρία σε αποδυτήρια γεμάτα αστέρια.

Η διοίκηση ταξίδεψε προσωπικά στη Μαδρίτη για να τον συναντήσει και του παρουσίασαν ένα πλάνο απόλυτης αγωνιστικής ελευθερίας και του εγγυήθηκαν ότι κανένα από τα μεγάλα αστέρια της ομάδας δεν θα πωλούνταν. 

Έχοντας ξεπεράσει την απογοήτευση της Γρανάδα, πείστηκε από την ποιότητα του ρόστερ και το γεγονός ότι στα Κανάρια Νησιά θα μπορούσε να δουλέψει με χαμηλότερη πίεση από αυτή της Μαδρίτης.

Ξεκίνησε επίσημα τη θητεία του την 1η Ιουλίου 1977, την οδήγησε στον τελικό του Κυπέλλου το 1978 αλλά ηττήθηκε απο την Μπαρτσελόνα στο "Σαντιάγκο Μπερναμπέου" της Μαδρίτης, και την σεζόν 1978-1979, τερμάτισε στην 6η θέση της La Liga, εξασφαλίζοντας την έξοδο στο Κύπελλο UEFA της επόμενης περιόδου, έχοντας σε 86 αγώνες, 36 νίκες, 19 ισοπαλίες και 31 ήττες.

Η Λας Πάλμας είχε αρχίσει να αντιμετωπίζει οικονομικά προβλήματα και δεν μπορούσε πλέον να συντηρήσει το ακριβό ρόστερ της. Το καλοκαίρι του 1979, ο κορυφαίος επιθετικός Κάρλος Μορέτε και ο εμβληματικός μέσος Μιγκέλ Άνχελ Μπρίντισι αποχώρησαν από τον σύλλογο. 

Ο Μουνιόθ κατάλαβε ότι χωρίς αυτούς τους παίκτες, η ομάδα δεν θα μπορούσε να κάνει πρωταθλητισμό. Μετά από δύο άκρως πετυχημένες σεζόν (έναν τελικό Κυπέλλου και μια 6η θέση), ένιωσε ότι ο κύκλος του στα Κανάρια Νησιά είχε κλείσει και ότι είχε φτάσει η ομάδα στο ταβάνι της με βάση τα νέα δεδομένα.

Το 1979, ο πρόεδρος της Σεβίλλης, Εουχένιο Μοντές Καμπέθας, αναζητούσε έναν τεχνικό εγνωσμένης αξίας για να επαναφέρει την ομάδα στα υψηλά στρώματα της La Liga και στις ευρωπαϊκές διοργανώσεις. 

Βλέποντας ότι ο Μουνιόθ ολοκλήρωνε τη διετία του στη Λας Πάλμας και το ρόστερ εκεί αποδυναμωνόταν, του κατέθεσε μια εξαιρετική οικονομική προσφορά και του υποσχέθηκε ένα ανταγωνιστικό ρόστερ με παίκτες όπως ο σπουδαίος Ανδαλουσιανός μέσος Φρανθίσκο και αργότερα ο Βραζιλιάνος Πιντίνιο. 

Πείστηκε από τη δυναμική της Σεβίλλης και τη θερμή ατμόσφαιρα του «Πιθχουάν», υπέγραψε και ανέλαβε καθήκοντα την 1η Ιουλίου 1979. Στην πρώτη του χρονιά, οδήγησε τη Σεβίλλη στην 8η θέση της La Liga, σταθεροποιώντας την ομάδα.

Την σεζόν 1980–198, ήταν η πιο πετυχημένη του χρονιά στον σύλλογο, τερμάτισε στην 7η θέση του πρωταθλήματος, κερδίζοντας πανηγυρικά το εισιτήριο για το Κύπελλο UEFA της επόμενης περιόδου.

Την Σεζόν 1981-1982 η ομάδα ξεκίνησε παίζοντας στην Ευρώπη, αποκλείστηκε νωρίς από την Καϊζερσλάουτερν και στο πρωτάθλημα, μετά από ένα μέτριο ξεκίνημα και την ήττα της 14ης αγωνιστικής στις 6 Δεκεμβρίου του 1981 απο την Έρκουλες, αποφάσισε να αποχωρήσει για να διευκολύνει τον σύλλογο, δίνοντας τη θέση του στον Μανόλο Κάρντο, έχοντας σε 104 παιχνίδια, 43 νίκες, 24 ισοπαλίες και 37 ήττες.

Το καλοκαίρι του 1982 η αποτυχία της εθνικής Ισπανίας στο Παγκόσμιο Κύπελλο που διοργάνωσε ώθησε τους ιθύνοντες της Ομοσπονδίας να τον προσεγγίσουν για να αναλάβει την τεχνική της ηγεσία. Πράγματι στις 2 Οκτωβρίου του 1982 θα κάτσει στον πάγκο των "φούριας ρόχας" και θα τους οδηγήσει στον τελικό του  EURO 1984 όπου θα ηττηθεί απο την οικοδέσποινα Γαλλία με 2-0 στο Παρίσι.

Στο Παγκόσμιο Κύπελλο του Μεξικού θα φτάσει μέχρι τα προημιτελικά όπου και θα αποκλειστεί απο το Βέλγιο στην διαδικασία των πέναλντι. Τελευταία μεγάλη διοργάνωση θα είναι το EURO 1988 στην Δυτική Γερμανία όπου θα αποκλειστεί απο την φάση των ομίλων.

Το συμβόλαιο του δεν θα ανανεωθεί και ύστερα απο 63 παιχνίδια όπου είχε 32 νίκες, 16 ισοπαλίες και 15 ήττες, θα αποσυρθεί απο την προπονητική. Δύο χρόνια αργότερα στις 16 Ιουλίου του 1990 θα φύγει απο την ζωή σε ηλικία 68 ετών στην κλινική Ruber Internacional της Μαδρίτης, νοσηλευόταν για αρκετές ημέρες λόγω αιμορραγίας του πεπτικού συστήματος , κιρσοί οισοφάγου, η οποία προκλήθηκε από σοβαρά, χρόνια προβλήματα στο συκώτι.

Η κηδεία του έγινε σε κλίμα βαθιάς συγκίνησης με την παρουσία σύσσωμης της αθλητικής και πολιτικής ηγεσίας της Ισπανίας. Η σορός του εκτέθηκε σε λαϊκό προσκύνημα στην αίθουσα τροπαίων του σταδίου Σαντιάγο Μπερναμπέου, όπου χιλιάδες οπαδοί της Ρεάλ Μαδρίτης έσπευσαν να του πουν το τελευταίο αντίο.

 Η ταφή του πραγματοποιήθηκε στο κοιμητήριο La Almudena της Μαδρίτης, στην τελετή παρευρέθηκαν μυθικές μορφές του ποδοσφαίρου, όπως ο Αλφρέδο Ντι Στέφανο, ο Λάζλο Κουμπάλα, ο Εμίλιο Μπουτραγκένιο, καθώς και ολόκληρο το διοικητικό συμβούλιο της Ρεάλ.

Μια ζωή που λίγο έλειψε να την χάσει εφτά χρόνια νωρίτερα σε αυτοκινητιστικό ατύχημα στην επαρχία της Χαέν ανάμεσα στις περιοχές Μπαιλέν και Zοκουέκα στην Ανδαλουσία. Το 2005, η κορυφαία ισπανική αθλητική εφημερίδα Marca θέσπισε το επίσημο ετήσιο "Βραβείο Μιγκέλ Μουνιόθ" για τον Καλύτερο Προπονητή της Χρονιάς στην Primera και τη Segunda División, δίνοντάς του τιμητικά το όνομά του.

Του απονεμήθηκε μεταθανάτια το Χρυσό Μετάλλιο του Βασιλικού Τάγματος Αθλητικής Αξίας από το ισπανικό κράτος, η ύψιστη τιμή για αθλητική προσωπικότητα στη χώρα. Το 2019 το France Football τον κατέταξε στην 14η θέση της λίστας των καλύτερων προπονητών όλων των εποχών.






 









  



  

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...