Θεωρείται ένας απο τους καλύτερους αριστερούς μπακ στην ιστορία του αργεντίνικου ποδοσφαίρου, και ένα απο τα είδωλα της Μπόκα Τζούνορς. Ισχυρή προσωπικότητα τόσο εντός όσο και εκτός αγωνιστικών χώρων, δεν είναι τυχαίο ότι για αυτό τον λόγο ολοκλήρωσε την καριέρα του στην ηλικία μόλις των 32 ετών.
Γεννήθηκε στις 4 Οκτωβρίου του 1940 στο Μπουένος Άιρες και απο πολύ μικρή ηλικία άρχιζε να παίζει ποδόσφαιρο, Προερχόταν απο οικογένεια με ιταλικές ρίζες και εντάχθηκε στην Ντεπορτίβο Ιταλιάνο, ενώ δούλευε και στο λιμάνι για μια εταιρία που είχε άμεση σχέση με την FIAT.
Σε ένα τουρνουά με την ομάδα της εταιρίας που διοργάνωσε η ιταλική παροικία, έκανε τόσο μεγάλη εντύπωση που οι ιθύνοντες της Γιουβέντους τον προσκάλεσαν για να τον δοκιμάσουν, όμως δεν πραγματοποιήθηκε.
Σε ηλικία 14 ετών βρέθηκε στις ακαδημίες της Φεροκαρίλ Οέστε αλλά το ντεμπούτο του άργησε να έρθει αφού ήρθε σε κόντρα με τους διοικούντες, επειδή απαιτούσε να προωθηθεί άμεσα στην πρώτη ομάδα, ο σύλλογος τον τιμώρησε με αποκλεισμό.
Κατά τη διάρκεια αυτής της τιμωρίας, ο νεαρός Ματσορλίνι πέρασε από δοκιμαστικά σε άλλες ομάδες της Αργεντινής. Η μόνη του επαφή ήταν η συμμετοχή του σε τουρνουά που όμως δεν είχαν την έγκριση της Ομοσπονδίας, ενώ η χάρη του έφτασε μέχρι την Ιταλία και την Ρώμη για το ποδοσφαιρικό του μέλλον αλλά η Φεροκαρίλ δεν συναίνεσε στην αποχώρηση του.
Η Φέρο συνειδητοποίησε γρήγορα το σπάνιο ταλέντο του, τον κάλεσε πίσω και του έδωσε το επαγγελματικό του ντεμπούτο τον Μάϊο του 1959, σε έναν αγώνα εναντίον της Μπόκα Τζούνιορς και θα φτάσει συνολικά τις 23.
Λόγω της εκπληκτικής σεζόν που έκανε η Φέρο το 1959 όπου τερμάτισε 4η, η Μπόκα αποφάσισε να κάνει μια πρωτοφανή οικονομική και έμψυχη προσφορά για να αποκτήσει «πακέτο» τα δύο μεγαλύτερα αστέρια της ομάδας, τον Σίλβιο Ματσορλίνι και τον σπουδαίο τερματοφύλακα Αντόνιο Ρόμα.
Για να πείσει τη Φέρο, η Μπόκα προσέφερε 600.000 πέσος τεράστιο ποσό για την εποχή συν τα δικαιώματα 5 ή 6 ποδοσφαιριστών της Μπόκα ως έμψυχα ανταλλάγματα, ανάμεσά τους οι Σέρχιο Ντε Τζόια, Χουάν Μπαρμπέρις και Οσβάλντο Μπιάτζιο.
Η Ρίβερ Πλέιτ και η Σαν Λορέντζο είχαν βολιδοσκοπήσει την πλευρά του παίκτη, χωρίς όμως να υπάρξει κάτι επίσημο απο την πλευρά τους. Θα προσφέρει τις υπηρεσίες του στους "χεινέσες" μέχρι το 1972 κατακτώντας τα Πρωταθλήματα του 1962, του 1964, του 1965, τα Νασιονάλ του 1969 και του 1970 και το Κύπελλο Αργεντινής το 1969.
Είχε προτάσεις απο την Μίλαν το 1963 και την Ρεάλ Μαδρίτης, την Γιουβέντους και την Φιορεντίνα το 1966 όσον αφορά ευρωπαϊκούς συλλόγους, όμως δεν έκανε το υπερατλαντικό ταξίδι. Όμως και η παρουσία του στην Μπόκα θα σταματήσει απότομα, αφού θα λάβει ενεργό ρόλο στην απεργία των ποδοσφαιριστών το 1971 αποτελώντας την αρχή του τέλους στο "Μπομπονέρα" αφού ο πρόεδρος Αλμπέρτο Αρμάντο το κράτησε "μανιάτικο".
Αρχικά έθεσε βέτο για την παρουσία του Ματσορλίνι στον σύλλογο, στην συνέχεια απέρριψε και μια πρόταση από την Γαλλία για να τον παραχωρήσει και αργότερα του έδωσε την ελευθέρας του με τον όρο να αγωνιστεί σε ομάδα του εσωτερικού.
Ύστερα από όλες αυτές τις εξελίξεις αν και ήταν μόλις 32 ετών αποφάσισε να αποσυρθεί από την ενεργό δράση, συμπληρώνοντας 408 εμφανίσεις τρίτος όλων των εποχών και 10 γκολ με τους "χρυσομπλέ".
Στις 17 Μαρτίου του 1960 έκανε το ντεμπούτο με την "αλμπισελέστε" στην Λα Σαμπάνα απέναντι στο Μεξικό για το Παναμερικανικό Πρωτάθλημα και δύο χρόνια αργότερα στην Χιλή πήρε μέρος στην τελική φάση του Παγκοσμίου Κυπέλλου όπου αγωνίστηκε και στα τρία παιχνίδια του ομίλου.
Αγωνίστηκε σε μία ακόμα τελική φάση Παγκοσμίου Κυπέλλου το 1966 στην Αγγλία όπου πήρε μέρος και στα τέσσερα παιχνίδια της διοργάνωσης και αποκλείστηκε στην φάση των "8" από τους οικοδεσπότες.
Αγωνίστηκε σε μία ακόμα τελική φάση Παγκοσμίου Κυπέλλου το 1966 στην Αγγλία όπου πήρε μέρος και στα τέσσερα παιχνίδια της διοργάνωσης και αποκλείστηκε στην φάση των "8" από τους οικοδεσπότες.
Επιλέχτηκε στην καλύτερη εντεκάδα του τουρνουά, αγωνίστηκε ακόμα στο Πρωτάθλημα Νοτίου Αμερικής το 1967 και στις 31 Αυγούστου του 1969 πραγματοποίησε την 28η και τελευταία του παρουσία στο Μπουένος Άιρες απέναντι στο Περού στο πλαίσιο της προκριματικής φάσης του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1970, έχοντας πετύχει και ένα γκολ.
Το 1975 ξεκίνησε την προπονητική του καριέρα με τους Όλ Μπόις, αναλαμβάνοντας την ομάδα για το Πρωτάθλημα Metropolitano 1975 (το οποίο διεξήχθη από τον Φεβρουάριο έως τον Αύγουστο του 1975) και το Πρωτάθλημα Nacional 1975 (από τον Σεπτέμβριο έως τον Δεκέμβριο του 1975).
Επίσης καθοδήγησε την Όλ Μπόις στο Πρωτάθλημα Metropolitano 1976 (Φεβρουάριο έως Αύγουστο) και ολοκλήρωσε τη θητεία του με το Πρωτάθλημα Nacional 1976 (Σεπτέμβριο έως Δεκέμβριο του 1976), πριν αποχωρήσει από τον σύλλογο ύστερα απο 62 αγώνες.
Μετά την αποχώρησή του από την Όλ Μπόις στο τέλος του 1976, μεσολάβησε μια τετραετία κατά την οποία δεν εργάστηκε ως προπονητής. Επέστρεψε στους πάγκους για αυτήν ακριβώς τη μοναδική σεζόν του 1981, η οποία έμεινε στην ιστορία καθώς οδήγησε την ομάδα του Ντιέγκο Μαραντόνα στην κατάκτηση του Πρωταθλήματος Metropolitano.
Σε 41 αγώνες κατέγραψε 22 νίκες, 11 ισοπαλίες και 8 ήττες, αλλά τον Οκτώβριο του 1981, κατά τη διάρκεια του Torneo Nacional και ενώ η πίεση ήταν στα ύψη, ο Ματσορλίνι εισήχθη εσπευσμένα στο νοσοκομείο με σοβαρά καρδιακά προβλήματα, τα οποία οι γιατροί απέδωσαν στο έντονο στρες και το κάπνισμα.
Αναγκάστηκε να απουσιάσει από τον πάγκο για αρκετά παιχνίδια, αφήνοντας την ομάδα στον βοηθό του, Οράσιο Μποντζιοβάνι. Όταν επέστρεψε, η Μπόκα δεν είχε την ίδια εικόνα με το πρώτο μισό της σεζόν, η ομάδα αποκλείστηκε στα προημιτελικά του πρωταθλήματος από τη Βέλεζ Σάρσφιλντ.
Μετά τον αποκλεισμό και με την υγεία του επιβαρυμένη, η διοίκηση του συλλόγου αποφάσισε να μην ανανεώσει τη συνεργασία μαζί του για το 1982. Λόγω της ανάγκης του να προστατεύσει την υγεία του από το έντονο στρες της προπονητικής, εργάστηκε με μεγάλη επιτυχία ως αθλητικός δημοσιογράφος, καθώς και ως παρουσιαστής τηλεοπτικών και ραδιοφωνικών εκπομπών στην Αργεντινή.
Στα τέλη του 1995 η Μπόκα βρισκόταν σε μια μεταβατική και έντονα πολιτική περίοδο, στο τέλος του 1995 θα γίνονταν εκλογές, τις οποίες τελικά κέρδισε ο Μαουρίτσιο Μάκρι. Ο Αλέγρε αναζητούσε μια ισχυρή προσωπικότητα, έναν απόλυτο θρύλο του συλλόγου, που θα ένωνε τους φιλάθλους και θα είχε την καθολική αποδοχή της εξέδρας.
Ο Μαραντόνα βρισκόταν στους τελευταίους μήνες της 15μηνης τιμωρίας του από τη FIFA για το ντόπινγκ στο Μουντιάλ του 1994. Η Μπόκα προετοίμαζε το έδαφος για τη μεγάλη επιστροφή του «Ντιεγκίτο».
Η διοίκηση ήξερε ότι ο Ματσορλίνι ήταν ο μοναδικός προπονητής που είχε καταφέρει να πάρει πρωτάθλημα με τον Μαραντόνα στην ομάδα, το 1981 και πίστευε ότι ήταν ο κατάλληλος άνθρωπος για να διαχειριστεί ξανά τον ιδιόρρυθμο σταρ.
Η Μπόκα είχε δημιουργήσει ένα πανάκριβο ρόστερ γεμάτο αστέρες και μεγάλες προσωπικότητες (Κλαούντιο Κανίγια, Κίλι Γκονσάλες, Ναβάρο Μοντόγια, Μπέτο Μάρσικο). Χρειαζόταν ένας προπονητής με αδιαμφισβήτητο κύρος για να κρατήσει τις ισορροπίες στα αποδυτήρια.
Η επιστροφή του Ματσορλίνι ξεκίνησε εντυπωσιακά, στο τουρνουά Apertura 1995, έπαιζε εξαιρετικό ποδόσφαιρο και ήταν πρώτη στη βαθμολογία με 6 βαθμούς διαφορά, μόλις 5 αγωνιστικές πριν από το τέλος.
Ωστόσο, η ομάδα έπαθε μια ανεξήγητη αγωνιστική κατάρρευση στα τελευταία παιχνίδια, έχασε τον τίτλο από τη Βέλεζ Σάρσφιλντ του Κάρλος Μπιάνκι και τερμάτισε 4η. Μετά από αυτή την αποτυχία και με την εκλογή του νέου προέδρου Μαουρίτσιο Μάκρι τον Δεκέμβριο του 1995, ο Ματσορλίνι απολύθηκε για να αναλάβει ο Κάρλος Μπιλάρδο.
Σε 42 αγώνες καταγράφοντας 18 νίκες, 15 ισοπαλίες και 9 ήττες και συνολικά σε 83 αγώνες είχε 40 νίκες, 26 ισοπαλίες και 17 ήττες και το πιο χαρακτηριστικό στοιχείο ήταν ότι και στις δύο θητείες κοούτσαρε τον Ντιέγκο Μαραντ΄΄ονα.
Το 1998 ξεκίνησε μια εξαιρετικά επιτυχημένη δεκαετή θητεία ως επικεφαλής των τμημάτων υποδομής της Κλαμπ Ατλέτικο Μπάνφιλντ. Υπό την καθοδήγηση και το πρόγραμμα αναζήτησης ταλέντων που εφάρμοσε, αναδείχθηκαν σπουδαίοι ποδοσφαιριστές, με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα τον διεθνή επιθετικό Νταρίο Τσβίτανιτς.
Το 2008, σε ηλικία 68 ετών, αποφάσισε να αποσυρθεί πλήρως από οποιαδήποτε ενεργή δραστηριότητα στο ποδόσφαιρο. Στις 30 Νοεμβρίου 2015, αποκαλύφθηκε το άγαλμα προς τιμην του σε τελετή που πραγματοποιήθηκε σε ένα ιδιαίτερα συγκινησιακό κλίμα, με τον ίδιο τον Ματσορλίνι παρόντα, σε ηλικία 75 ετών τότε, να δηλώνει βαθιά συγκινημένος: «Αυτή είναι άλλη μια αξέχαστη στιγμή που μου χαρίζει η Μπόκα».
Το άγαλμα τοποθετήθηκε στο Museo de la Pasión Boquense (το επίσημο Μουσείο της Μπόκα Τζούνιορς), το οποίο στεγάζεται μέσα στο θρυλικό στάδιο La Bombonera στο Μπουένος Άιρες.
Δημιουργός του έργου ήταν η γνωστή Αργεντινή γλύπτρια Ελίζαμπεθ Άιχορν, η οποία έχει φιλοτεχνήσει και άλλα εμβληματικά αγάλματα για τους παίκτες της ομάδας και κατασκευάστηκε από έναν συνδυασμό ορειχάλκου (μπρούντζου) και ειδικής ρητίνης.
Το άγαλμα του Ματσορλίνι τοποθετήθηκε σε ειδικό χώρο δίπλα στα αγάλματα άλλων ιερών τεράτων της ιστορίας του συλλόγου, όπως των Ντιέγκο Μαραντόνα, Χουάν Ρομάν Ρικέλμε, Μαρτίν Παλέρμο, Γκιγιέρμο Μπάρος Σκελότο, Αντόνιο Ρατίν και Ανχελίτο Ρόχας
Τον Ιούλιο του 2019 υπέστη εγκεφαλικό και η κατάσταση του άρχιζε να επιδεινώνεται αφού είχε πρόβλημα και με την καρδιά αλλά και είχε διαγνωσθεί με καρκίνο. Όλο αυτό το διάστημα παρέμενε κλινήρης στο σπίτι του, αλλά τις τελευταίες ημέρες χειροτέρευσε και κρίθηκε σκόπιμο να μεταφερθεί σε νοσοκομείο, όπου στις 17 Ιουλίου του 2020 σε ηλικία 79 ετών άφησε την τελευταία του πνοή.
Λόγω των αυστηρών περιοριστικών μέτρων που ίσχυαν στην Αργεντινή τον Ιούλιο του 2020 για την πανδημία της COVID-19, δεν κατέστη δυνατό να πραγματοποιηθεί λαϊκό προσκύνημα ή μια μαζική ανοικτή κηδεία.
Η τελετή έγινε σε πολύ στενό οικογενειακό κύκλο, η σορός του ενταφιάστηκε στο ιδιωτικό κοιμητήριο Jardín de Paz στην περιοχή Πιλάρ του Μπουένος Άιρες. Παρά τους περιορισμούς, ο θάνατός του προκάλεσε τεράστια συγκίνηση και οι τιμές που του αποδόθηκαν ήταν αντάξιες του μύθου του
Η διοίκηση της Μπόκα αποχαιρέτησε τον παίκτη με μια ιστορική ανακοίνωση, χαρακτηρίζοντάς τον ως τον «κορυφαίο αριστερό μπακ στην ιστορία του ποδοσφαίρου της Αργεντινής». Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης του συλλόγου ντύθηκαν στα μαύρα, ενώ αναρτήθηκε ένα συγκλονιστικό βίντεο με τις καλύτερες στιγμές του.
Την ημέρα του θανάτου του, το Μουσείο της Μπόκα άνοιξε κατ' εξαίρεση τις πύλες του για ελάχιστους ανθρώπους της διοίκησης, οι οποίοι έντυσαν το άγαλμά του στο Bombonera με μια μαύρη κορδέλα πένθους και λουλούδια.
Η Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία της Αργεντινής κήρυξε επίσημο πένθος στο ποδόσφαιρο της χώρας, ενώ εξέδωσε ανακοίνωση στην οποία τον χαρακτήρισε «αξεπέραστο σύμβολο ευγένειας και ποδοσφαιρικής κλάσης».
Ο Μαραντόνα, λίγους μήνες πριν από τον δικό του θάνατο, αποχαιρέτησε συγκινημένος τον προπονητή του 1981, γράφοντας στα social media: «Ήσουν ένας υπέροχος άνθρωπος, ένας σοβαρός προπονητής και ένας ασύλληπτος παίκτης. Σε ευχαριστώ για όλα, Σίλβιο».
Τόσο η Φέρο Καρίλ Οέστε η ομάδα που τον ανέδειξε όσο και η Όλ Μπόις η ομάδα από την οποία ξεκίνησε την προπονητική, εξέδωσαν ανακοινώσεις, με την Όλ Μπόις να τονίζει με περηφάνια τους 62 αγώνες που κάθισε στον πάγκο της.
