Πρόκειται για έναν απο τους καλύτερους ποδοσφαιριστές όλων των εποχών. Ο Φέρεντς Πούσκας ήταν απο τους χαρισματικότερους επιθετικούς όλων των εποχών, με ένα εξαιρετικό αριστερό πόδι. Συνολικά έχει πετύχει 808 γκολ, τρίτος κορυφαίος σκόρερ όλων των εποχών, ενώ το 1995 αναγνωρίστηκε ως ο κορυφαίος σκόρερ της υψηλότερης κατηγορίας απο την IFFHS. Προς τιμήν του απονέμεται απο την FIFA απο τον Οκτώβριο του 2009 το καλύτερο γκολ της χρονιάς.
Γεννήθηκε την Πρωταπριλιά του 1927 στην Βουδαπέστη και το πραγματικό του όνομα ήταν Φράντς Πούρτσελντ μιας και ο πατέρας του είχε γερμανική καταγωγή. Όταν μετακόμισαν στην Βουδαπέστη το μετέτρεψαν σε Φέρεντς Πούσκας ούτως ώστε να είναι πιο ουγγρικό
Το ποδόσφαιρο είχε μπει απο πολύ νωρίς στην ζωή του αφού ο πατέρας του ήταν παίκτης και μετέπειτα προπονητής στην Κίσπεστ. Χρησιμοποιώντας το ψευδώνυμο Μίκλος Κόβατς για να μπορέσει να καταστρατηγήσει τον κανονισμό έως ότου μπορέσει να υπογράψει εντάχθηκε σε ηλικία 12 ετών στην Κίσπεστ.
Εκεί θα βρει τον παιδικό του φίλο και μετέπειτα συμπαίκτη του τον Γιόζεφ Μπόζικ και τον Νοέμβριο του 1943 έκανε την πρώτη του εμφάνιση με την πρώτη ομάδα κόντρα στην Ναγκιβαράντι. Το 1949 η Κίσπεστ θα μετονομαστεί σε Χόνβεντ μιας και θα τεθεί υπό την κηδεμονία του ουγγρικού στρατού και για αυτό τον λόγο πήρε τον βαθμό του συνταγματάρχη και το παρατσούκλι "καλπάζων συνταγματάρχης".
Κατέκτησε πέντε Πρωταθλήματα(1949-1950,1950,1952,1954,1955) μετρώντας 369 συμμετοχές και 387 τέρματα, αναδείχθηκε τέσσερις φορές πρώτος σκόρερ, ενώ το 1948 ήταν πρώτος σκόρερ σε ολόκληρη την Ευρώπη με 50 τέρματα.
Τον Νοέμβριο του 1956 οι Σοβιετικοί θα εισβάλλουν στην Βουδαπέστη και ενώ η αποστολή της Χόνβεντ ήταν στην Ισπανία όπου είχε διεξαχθεί ο πρώτος αγώνας κόντρα στην Αθλέτικ Μπιλμπάο. Κανείς τους δεν ήθελε να γυρίσει πίσω και κανόνισαν η ρεβάνς να διεξαχθεί στις Βρυξέλλες, ενώ απομάκρυναν τις οικογένειές τους απο την χώρα.
Παρά τις αντιδράσεις απο την FIFA και την ουγγρική ομοσπονδία πραγματοποίησαν τουρνέ σε Ιταλία, Πορτογαλία, Ισπανία και Βραζιλία. Όταν ολοκληρώθηκε ο Πούσκας μαζί με άλλους συμπαίκτες του πήρε την απόφαση να μην επιστρέψουν στην Ουγγαρία.
Κατά τη διάρκεια της πρώτης περιόδου της προσφυγιάς του, η Μπαρτσελόνα έδειξε αρχικό ενδιαφέρον (καθώς είχε ήδη στις τάξεις της τους Ούγγρους Κουμπάλα και Τσίμπορ), αλλά η συμφωνία δεν προχώρησε.
Ο Πούσκας βρέθηκε πολύ κοντά στο να υπογράψει στην άλλη ομάδα της Βαρκελώνης, την Εσπανιόλ. Κατά την παραμονή του εκεί, πήρε μέρος σε λίγους ανεπίσημους φιλικούς αγώνες μαζί της, προκειμένου να διατηρηθεί σε αγωνιστική κατάσταση και να αξιολογηθεί.
Η μεταγραφή του στην Εσπανιόλ, δεν ολοκληρώθηκε ποτέ επίσημα. Ο λόγος ήταν η εξοντωτική ποινή αποκλεισμού δύο ετών που του επέβαλε η FIFA, απαγορεύοντάς του να υπογράψει επίσημο συμβόλαιο με οποιονδήποτε σύλλογο.
Τον Απρίλιο του 1957 θα κάνει μια στάση στην Ελλάδα μαζί με τους Κόκτσις και Τσίμπορ, αφού ο τότε ισχυρός πρόεδρος του Εθνικού Πειραιώς, ο βιομήχανος Δημήτρης Καρέλλας, εκμεταλλεύτηκε το γεγονός ότι οι παίκτες ήταν ελεύθεροι αλλά τιμωρημένοι με αποκλεισμό από την UEFA.
Τούς προσκάλεσε στην Ελλάδα, καλύπτοντας όλα τα έξοδά τους. Οι Ούγγροι σταρ ήρθαν, έκαναν προπονήσεις στο στάδιο Καραϊσκάκης και έπαιξαν σε ανεπίσημα φιλικά με τη φανέλα του Εθνικού (στο πλαίσιο του Κυπέλλου Πάσχα).
Υπό την πίεση των μεγάλων συλλόγων, η ΕΠΟ αρνήθηκε να εκδώσει δελτία στους Ούγγρους, επικαλούμενη τη διεθνή απαγόρευση της FIFA/UEFA, και κατηγόρησε τον Εθνικό για «παράτυπη χρησιμοποίηση επαγγελματιών προσφύγων» και μετά το ναυάγιο και τις απαγορεύσεις στην Ελλάδα, οι Ούγγροι αποχώρησαν.
Επιστρέφει στη Βιέννη, όπου κατάφερε να επανενωθεί με τη σύζυγό του, Ερζέμπετ, και την κόρη τους, οι οποίες είχαν δραπετεύσει παράνομα από την Ουγγαρία. Καθώς δεν είχε δικαίωμα να αγωνιστεί σε επίσημους αγώνες, εργάστηκε για ένα διάστημα ως βοηθός προπονητή σε αθλητικό σωματείο στα προάστια της Βιέννης για να εξασφαλίσει τα προς το ζην.
Υπήρξαν επαφές και προσχέδιο συμβολαίου με την αυστριακή Wiener Sport-Club, αλλά η παγκόσμια απαγόρευση ποδοσφαίρου δεν του επέτρεψε να αγωνιστεί. Μεγάλες ιταλικές ομάδες, όπως η Γιουβέντους, η Μίλαν και η Ίντερ, επιχείρησαν να τον προσεγγίσουν.
Η πολύμηνη αποχή από τα γήπεδα, σε συνδυασμό με την κατάθλιψη και το άγχος της προσφυγιάς, οδήγησαν σε εσωτερική αιμορραγία στο στομάχι και σε μεγάλη αύξηση του σωματικού του βάρους.
Όταν έληξε η ποινή του και προσπάθησε να βρει ομάδα στην Ιταλία, οι Ιταλοί μάνατζερ και προπονητές τον απέρριψαν. Θεώρησαν ότι στα 31 του χρόνια, όντας εμφανώς υπέρβαρος, η καριέρα του είχε ουσιαστικά τελειώσει.
Ήταν στα υπόψιν της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ ειδικά μετά το αεροπορικό δυστύχημα του Μονάχου, αλλά λόγω του ότι δεν γνώριζε αγγλικά αλλά και τον περιορισμό στους ξένους δεν προχώρησε. Το καλοκαίρι του 1958, η διετής τιμωρία του Πούσκας από τη FIFA έφτανε στο τέλος της. Ο Έμιλ Έστραϊχερ πρώην μάνατζερ της Χόνβεντ και πλέον τεχνικός διευθυντής στη Ρεάλ Μαδρίτης, πίεζε συνεχώς τον Μπερναμπέου να αποκτήσει τον Ούγγρο σταρ
Παρά το γεγονός ότι όλη η Ευρώπη (συμπεριλαμβανομένης της Ίντερ) τον θεωρούσε «τελειωμένο» λόγω ηλικίας και κιλών, ο Μπερναμπέου πείστηκε τελικά να κάνει την υπέρβαση. Όταν ο Πούσκας εμφανίστηκε στη Μαδρίτη, ήταν 31 ετών και περίπου 12 με 15 κιλά υπέρβαρος, προκάλεσε τεράστια έκπληξη και σκεπτικισμό στους Ισπανούς φιλάθλους.
Όταν ο τότε προπονητής της Ρεάλ Μαδρίτης, Λουίς Καρνίλια, είδε την εμφανή κοιλιά του Πούσκας, ρώτησε τον Μπερναμπέου: «Πρόεδρε, τι να τον κάνω αυτόν; Κοίτα την κοιλιά του!»
Ο Μπερναμπέου του απάντησε κοφτά: «Αυτό είναι δικό σου πρόβλημα. Δουλειά σου είναι να του τη χάσεις».
Μπήκε σε ένα εξαντλητικό πρόγραμμα, έχασε τα κιλά μέσα σε λίγες εβδομάδες και θα παραμείνει στην Μαδρίτη οκτώ χρόνια όπου θα κατακτήσει 5 Πρωταθλήματα(1961,1962,1963,1964,1965), 1 Κύπελλο το 1962, 3 Κύπελλα Πρωταθλητριών το 1959 κόντρα στην Ρέμς στην Στουτγκάρδη, το 1960 κόντρα στην Άιντραχτ Φρανκφούρτης σκοράροντας τέσσερα τέρματα στην Γλασκώβη και το 1966 κόντρα στην Παρτιζάν Βελιγραδίου στις Βρυξέλλες και 1 Διηπειρωτικό Κύπελλο κόντρα στην Πενιαρόλ.
Αναδείχθηκε πρώτος σκόρερ τέσσερις φορές το 1960, το 1961, το 1963 και το 1964. Σε 262 συμμετοχές με τους "μερένγκες" πέτυχε 242 τέρματα και κατέχει την έκτη θέση στους σκόρερ όλων των εποχών.
Αγωνίστηκε σε δύο εθνικές ομάδες με την Ουγγαρία με την οποία έκανε ντεμπούτο στις 20 Αυγούστου του 1945 στην Βουδαπέστη κόντρα στην Αυστρία όπου σκόραρε. Ήταν μέλος της "χρυσής" ομάδας που παρέμεινε αήττητη για 32 συνεχόμενα παιχνίδια, ενώ κατέκτησε το χρυσό ολυμπιακό μετάλλιο στο Ελσίνκι το 1952.
Στο Παγκόσμιο Κύπελλο της Ελβετίας το 1954 ήταν απο τα μεγάλα φαβορί, ο Πούσκας πέτυχε δύο γκολ κόντρα στην Νότιο Κορέα και ένα στην Δυτική Γερμανία. Σε αυτό το παιχνίδι θα δεχτεί ένα δυνατό χτύπημα στον αστράγαλο απο τον Βέρνερ Λίμπριχ με συνέπεια να μην μπορεί να αγωνιστεί κόντρα σε Βραζιλία και Ουρουγουάη.
Θα επανεμφανιστεί στον μεγάλο τελικό απέναντι και πάλι στην Δυτική Γερμανία όπου θα ανοίξει το σκόρ. Θα πετύχει και άλλο ένα τέρμα προς το τέλος αλλά θα ακυρωθεί ως οφσάιντ χάνοντας την ευκαιρία να ισοφαρίσει και να πανηγυρίσει τον Παγκόσμιο τίτλο.
Στις 14 Οκτωβρίου στην Βιέννη κόντρα στην Αυστρία θα αγωνιστεί για 85η και τελευταία φορά με την εθνική Ουγγαρίας σκοράροντας 84 γκολ. Ακόμα και σήμερα παραμένει ο κορυφαίος σκόρερ όλων των εποχών ενώ είναι 8ος σε συμμετοχές.
Το 1961 παίρνοντας την ισπανική υπηκοότητα αγωνίστηκε τέσσερις φορές με την Εθνική Ισπανίας, τις τρεις απο αυτές στο Παγκόσμιο της Χιλής κόντρα σε Μεξικό, Τσεχοσλοβακία και Βραζιλία χωρίς να σκοράρει με την "φούρια ρόχα" να μένει εκτός της επόμενης φάσης.
Μετά το τέλος της καριέρας του θα ακολουθήσει προπονητική καριέρα ξεκινώντας απο την Έρκουλες Αλικάντε, έχοντας πάρει την ισπανική υπηκοότητα, μιλούσε άπταιστα τη γλώσσα και είχε εξαιρετικές διασυνδέσεις στο ισπανικό ποδόσφαιρο.
Όταν αποφάσισε να γίνει προπονητής, η Χέρκουλες που είχε μόλις υποβιβαστεί στη Β' Κατηγορία της Ισπανίας, αναζητούσε ένα τεράστιο όνομα για να κεντρίσει το ενδιαφέρον του κόσμου και να οργανώσει την ομάδα για την άμεση επιστροφή της.
Είδε την πρόταση ως την τέλεια ευκαιρία για να κάνει την πρακτική του άσκηση χωρίς την ασφυκτική πίεση των μεγάλων συλλόγων. Ξεκίνησε την προετοιμασία με την ομάδα το καλοκαίρι του 1967 (Ιούλιο-Αύγουστο), ωστόσο, η παραμονή του αποδείχθηκε εξαιρετικά σύντομη και ολοκληρώθηκε το φθινόπωρο της ίδιας χρονιάς.
Δεν πρόλαβε να κοουτσάρει την ομάδα σε κάποιο επίσημο παιχνίδι, αφού δεχτηκε μια εξωτική και άκρως δελεαστική πρόταση από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού, απο τους San Francisco Golden Gate Gales.
Άν και προσλήφθηκε για να αναλάβει τη δημιουργία της μόνιμης, κανονικής ομάδας που θα αγωνιζόταν από την επόμενη σεζόν το 1968 στο Πρωτάθλημα, οι δύο λίγκες συγχωνεύτηκαν στο τέλος του 1967 και οι ιδιοκτήτες αποφάσισαν να κλείσουν τον σύλλογο του Σαν Φρανσίσκο και να τον ενώσουν με τους Βανκούβερ Ρόγιαλς του Καναδά.
Έτσι μετακόμισε άμεσα στον Καναδά για να αναλάβει τους Vancouver Royals, σε 32 επίσημους αγώνες είχε 12 νίκες, 5 ισοπαλίες και 15 ήττες, η ομάδα αντιμετώπισε τεράστια οικονομικά προβλήματα και τερμάτισε στην τελευταία 4η θέση της Pacific Division.
Η έλλειψη χρημάτων, οι χαμηλές προσελεύσεις θεατών στο στάδιο και η οργανωτική αστάθεια ανάγκασαν τους ιδιοκτήτες να διαλύσουν τον σύλλογο αμέσως μετά τη λήξη της σεζόν, τον Οκτώβριο του 1968
Έμεινε ξανά ελεύθερος και επέστρεψε στην Ευρώπη, όπου ο πρόεδρος της Αλαβές, Χουάν Απρέγκι Γκαράι σκέφτηκε ότι η πρόσληψη ενός παγκόσμιου μύθου όπως ο Πούσκας θα άλλαζε αμέσως την ψυχολογία των παικτών και θα έφερνε ξανά τον κόσμο στο γήπεδο «Μεντιθορότσα».
Οι διασυνδέσεις του στην Ισπανία διευκόλυναν τις επαφές και τον Δεκέμβριο του 1968 ο Ούγγρος υπέγραψε το συμβόλαιό του. Η κατάσταση ήταν δύσκολη, η Αλαβές δεν κατάφερε να σωθεί και τερμάτισε στην 14η θέση σε σύνολο 20 ομάδων, η οποία οδηγούσε σε υποβιβασμό λόγω της αναδιάρθρωσης των κατηγοριών εκείνη τη χρονιά, έχοντας σε 20 παιχνίδια, 5 νίκες, 4 ισοπαλίες και 11 ήττες.
Εκείνη την περίοδο ολοκλήρωνε και επίσημα τα διπλώματα προπονητικής του στην Ισπανία, καθώς λόγω των προηγούμενων ταξιδιών του στην Αμερική δεν είχε καταφέρει να πάρει όλα τα απαραίτητα πιστοποιητικά.
Η συνεργασία του με την Αλαβές ατόνησε πολύ γρήγορα μέσα στους πρώτους μήνες της σεζόν 1969-70 λόγω της ριζικής αναδιάρθρωσης των κατηγοριών και της διοικητικής αβεβαιότητας του συλλόγου. Αποχώρησε οριστικά και πέρασε το μεγαλύτερο μέρος του 1969 και των αρχών του 1970 στην αφάνεια και χωρίς ομάδα, ζώντας στη Μαδρίτη.
Την άνοιξη του 1970, η διοίκηση του Παναθηναϊκού με πρόεδρο τον Μιχάλη Κίτσο, αναζητούσε ξένο τεχνικό. Ο αρχικός στόχος ήταν ο Χοσέ Σανταμαρία, όμως μόλις έγινε γνωστό ότι ο Πούσκας ήταν ελεύθερος, οι «πράσινοι» κινήθηκαν αστραπιαία.
Έφτασε στην Αθήνα στις 2 Ιουνίου 1970, η υποδοχή στο αεροδρόμιο του Ελληνικού ήταν αποθεωτική, με χιλιάδες οπαδούς να συγκεντρώνονται για να δουν από κοντά έναν ζωντανό θρύλο. Την πρώτη του χρονιά θα είναι φιναλίστ του Κυπέλλου Πρωταθλητριών κόντρα στον Άγιαξ στο "Γουέμπλει" αλλά και του Διηπειρωτικού Κυπέλλου απέναντι στην Νασιονάλ.
Θα κατακτήσει το Πρωτάθλημα του 1972 ενώ θα είναι φιναλίστ του Κυπέλλου χάνοντας απο τον ΠΑΟΚ. Η συνέχεια δεν θα είναι ανάλογη, η ομάδα άρχισε να δείχνει σημάδια κόπωσης, ενώ υπήρξαν και διοικητικές τριβές ιδιαίτερα με το καθεστώς της τότε δικτατορίας που αναμειγνυόταν στα αθλητικά.
Στις 4 Σεπτεμβρίου του 1974, μετά από ένα κακό ξεκίνημα στη σεζόν, ο Πούσκας απολύθηκε από τον πάγκο του Παναθηναϊκού, κλείνοντας έναν τεράστιο κύκλο 4 ετών και 3 μηνών, έχοντας σε 171 παιχνίδια, 101 νίκες, 41 ισοπαλίες και 29 ήττες.
Τον Δεκέμβριο του 1974, λίγους μήνες μετά την απόλυσή του από τον Παναθηναϊκό, η Ρεάλ Μούρθια που αγωνιζόταν στην πρώτη κατηγορία της Ισπανίας, του έδωσε τα κλειδιά με στόχο τη σωτηρία. Όμως δεν κατάφερε να αντιστρέψει την κακή αγωνιστική πορεία της ομάδας, η οποία αντιμετώπιζε πολλά προβλήματα.
Στις 28 Απριλίου 1975 απολύθηκε επίσημα, αμέσως μετά την ήττα της ομάδας του από τη Λας Πάλμας με 1-0 για την 31η αγωνιστική του ισπανικού πρωταθλήματος. Η διοίκηση αποφάσισε τη λύση της συνεργασίας τρεις αγωνιστικές πριν από το τέλος, καθώς ο υποβιβασμός είχε πλέον οριστικοποιηθεί μαθηματικά.
Σε 22 αγώνες είχε, 4 νίκες, 6 ισοπαλίες και 12 ήττες και μετά την απόλυση του η ποδοσφαιρική ομοσπονδία της Σαουδικής Αραβίας τον προσέγγισε προσφέροντάς του ένα συμβόλαιο με ασύλληπτες για την εποχή οικονομικές απολαβές, εντελώς αφορολόγητες, καθώς και παροχές πολυτελείας (διαμονή σε παλάτια/ξενοδοχεία, προσωπικούς οδηγούς και απόλυτη ελευθερία κινήσεων).
Ο Πούσκας, που πάντα αναζητούσε καλές οικονομικές συμφωνίες για να εξασφαλίσει το μέλλον του, δεν μπορούσε να αρνηθεί. Ανέλαβε επίσημα την Εθνική ομάδα της Σαουδικής Αραβίας στις 21 Νοεμβρίου 1975, αλλά παράλληλα του ζητήθηκε να βοηθήσει στην οργάνωση και την προπόνηση της Αλ-Νασρ της ομάδας που υποστηριζόταν φανατικά από μέλη της βασιλικής οικογένειας
Οι Σαουδάραβες παίκτες ήταν ακόμα εντελώς ερασιτέχνες, δυσκολευόταν να επιβάλει πειθαρχία και τακτική σε ποδοσφαιριστές που δεν είχαν επαγγελματική νοοτροπία. Συνολικά σε 16 αγώνες είχε 5 νίκες, 1 ισοπαλία και 10 ήττες. Όταν ολοκληρώθηκε το συμβόλαιό του το καλοκαίρι του 1976 αποφάσισε να μην ανανεώσει, αναζητώντας ένα πιο ανταγωνιστικό περιβάλλον.
Τότε προέκυψε η περίπτωση της Κόλο Κόλο, ο πρόεδρος της Έκτορ Γκάλβεθ, έψαχνε μια κίνηση που θα συγκλονίσει τη χώρα, θα φέρει πίσω τον κόσμο στα γήπεδα και θα αλλάξει τη νοοτροπία των παικτών. Συμπλήρωνε 5 χρόνια χωρίς να έχει κατακτήσει το πρωτάθλημα και για τα δεδομένα της, αυτό αποτελούσε μια πρωτοφανή κρίση.
Ο Πούσκας ήταν τότε ελεύθερος, έχοντας μόλις ολοκληρώσει το πλούσιο συμβόλαιό του με τη Σαουδική Αραβία. Το γεγονός ότι μιλούσε άπταιστα ισπανικά και είχε το βαρύ βιογραφικό της πορείας με τον Παναθηναϊκό στο Γουέμπλεϊ, τον έκανε τον ιδανικό υποψήφιο. Ο Γκάλβεθ ταξίδεψε κρυφά, του προσέφερε ένα «χρυσό» συμβόλαιο και ο Ούγγρος θρύλος είπε το «ναι».
Έφερε μια ποδοσφαιρική επανάσταση, ανέβασε τις γραμμές, ζήτησε φουλ επίθεση και η Κόλο-Κόλο άρχισε να σκοράρει κατά ριπάς. Το επίσημο ντεμπούτο του έγινε στις 16 Απριλίου 1977 με ένα εντυπωσιακό 4-2 επί της Ντεπόρτες Οβάλιε.
Όμως η κατάσταση άρχισε να χαλάει λόγω της διαφοράς νοοτροπίας, καθιέρωσε ευρωπαϊκά πρότυπα με σκληρές, διπλές καθημερινές προπονήσεις, όμως οι Χιλιανοί παίκτες αντέδρασαν έντονα. Εμφανίστηκαν σοβαρά κρούσματα απειθαρχίας εντός και εκτός αποδυτηρίων, πολλοί παίκτες είτε δεν μπορούσαν να ακολουθήσουν τον ρυθμό του, είτε δεν τον άκουγαν.
Τον θεωρούσαν ξεπερασμένο τακτικά, καθώς βασιζόταν περισσότερο στην ποιότητα των παικτών και λιγότερο στην αυστηρή τακτική). Παράλληλα, η διοίκηση της Κόλο-Κόλο είχε ανοιχτεί οικονομικά λόγω των έργων για την κατασκευή του σταδίου Monumental, η κακοδιαχείριση των χρημάτων και οι καθυστερήσεις στις πληρωμές δημιούργησαν κακό κλίμα.
Η ομάδα έφτασε μέχρι τον τελικό του Κυπέλλου Χιλής, αλλά έχασε το τρόπαιο από την Ουνιόν Εσπανιόλα σε ένα τρελό ματς με 4-3. Στο Πρωτάθλημα τερμάτισε στην απογοητευτική 4η θέση, χάνοντας το εισιτήριο για το Copa Libertadores.
Η διοίκηση, πνιγμένη στα χρέη και βλέποντας ότι είχε χάσει τον έλεγχο των αποδυτηρίων, αποφάσισε να διακόψει τη συνεργασία. Στις 29 Οκτωβρίου 1977 κάθισε για τελευταία φορά στον πάγκο της ομάδας και αποχώρησε από τη Χιλή, έχοντας σε 38 αγώνες, 18 νίκες, 14 ισοπαλίες και 6 ήττες.
Το καλοκαίρι του 1978 ο θρυλικός πρόεδρος της ΑΕΚ, Λουκάς Μπάρλος, ήθελε έναν προπονητή με τεράστια διεθνή ακτινοβολία για να διατηρήσει την ομάδα στην κορυφή και να κάνει την υπέρβαση στην Ευρώπη.
Έχοντας το εγγυημένο «παράσημο» της πορείας του Παναθηναϊκού στο Γουέμπλεϊ, ήταν ο ιδανικός στόχος. Ο Μπάρλος τον προσέγγισε, οι δύο άνδρες συμφώνησαν γρήγορα και ο Πούσκας επέστρεψε στην Αθήνα
Παρά τα εντυπωσιακά σκορ, άρχισαν γρήγορα να εμφανίζονται σύννεφα, δεν πίστευε στην αυστηρή τακτική, βασιζόταν αποκλειστικά στο ταλέντο των παικτών. Αυτό οδήγησε σε σοβαρά αμυντικά κενά και απώλειες βαθμών σε κρίσιμα παιχνίδια.
Οι προπονήσεις του ήταν πολύ χαλαρές, πολλοί παίκτες ένιωθαν ότι η ομάδα δεν δούλευε σωστά στη φυσική κατάσταση και την πειθαρχία, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί εσωτερική γκρίνια στα αποδυτήρια.
Η κατάσταση έφτασε στο απροχώρητο την άνοιξη του 1979, η ΑΕΚ βρισκόταν στην πρώτη θέση, αλλά η εικόνα της στο γήπεδο δεν έπειθε τον Λουκά Μπάρλο ότι η ομάδα θα μπορούσε να κρατήσει την κορυφή μέχρι το τέλος απέναντι στον Ολυμπιακό.
Στις 12 Μαρτίου 1979 πήρε τη μεγάλη απόφαση και απέλυσε τον Φέρεντς Πούσκας, αντικαθιστώντας τον με τον Ανδρέα Σταματιάδη. Η ΑΕΚ τελικά κατέκτησε το πρωτάθλημα εκείνης της σεζόν (1978-79), πράγμα που σημαίνει ότι ο Πούσκας έβαλε τη σφραγίδα του στον τίτλο, αλλά δεν πρόλαβε να τον πανηγυρίσει στον πάγκο.
Συνολικά σε 29 αγωνες είχε 16 νικες, 8 ισοπαλίες και 5 ήττες και το καλοκαίρι του 1979, ο ισχυρός παράγοντας της Αλ Μασρί, Σαγιέντ Μετουάλι, ήθελε να ταράξει τα νερά του αφρικανικού ποδοσφαίρου.
Συνολικά σε 29 αγωνες είχε 16 νικες, 8 ισοπαλίες και 5 ήττες και το καλοκαίρι του 1979, ο ισχυρός παράγοντας της Αλ Μασρί, Σαγιέντ Μετουάλι, ήθελε να ταράξει τα νερά του αφρικανικού ποδοσφαίρου.
Προσέφερε στον Πούσκας το αστρονομικό για τα δεδομένα της εποχής ποσό των 4.000 αιγυπτιακών λιρών τον μήνα, πείθοντάς τον να μετακομίσει στο Πορτ Σαΐντ και στέριωσε, παραμένοντας στον πάγκο της ομάδας για τρία ολόκληρα χρόνια (1979–1982).
Αν και δεν ήταν παραδοσιακή υπερδύναμη (όπως η Αλ Αχλί ή η Ζάμαλεκ), την οδήγησε δύο φορές στην 3η θέση του πρωταθλήματος και δύο φορές στον τελικό του Κυπέλλου Αιγύπτου (1981, 1982) όπου ηττήθηκε απο την Άλ Αχλί, κερδίζοντας τον απόλυτο σεβασμό των Αιγυπτίων.
Η ήττα στον τελικό του κυπέλλου το 1982 στην παράταση, λύγισε ψυχολογικά τον Πούσκας, ο οποίος ένιωσε ότι ο κύκλος του στην ομάδα έκλεισε με τον πιο άδικο τρόπο. ετά από τρία χρόνια συνεχούς πρωταθλητισμού σε ένα ιδιαίτερα απαιτητικό και φανατικό περιβάλλον όπως αυτό του Πορτ Σαΐντ, ο 55χρονος τότε Πούσκας ένιωσε σωματική και πνευματική κόπωση.
Ήθελε να επιστρέψει στη βάση του στην Ισπανία για να ξεκουραστεί, να βρεθεί κοντά στην οικογένειά του και να εξετάσει προτάσεις από περιβάλλοντα με λιγότερη πίεση. Η αποχώρησή του έγινε σε απόλυτα φιλικό κλίμα, με τη διοίκηση και τον κόσμο της Αλ Μάσρι να τον αποχαιρετούν σαν πραγματικό ήρωα.
Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, διατήρησε στενότατες σχέσεις με τη Ρεάλ Μαδρίτης. Λόγω του τεράστιου ονόματός του, λειτουργούσε ως άτυπος πρεσβευτής του συλλόγου, δίνοντας το παρών σε επίσημες εκδηλώσεις, τιμητικά φιλικά και κοινωνικές δραστηριότητες της ομάδας.
Ασχολήθηκε με τις επιχειρήσεις που είχε αναπτύξει στην Ισπανία. Μεταξύ άλλων, είχε επενδύσει σε ένα εργοστάσιο παραγωγής και εμφιάλωσης αλλαντικών και παραδοσιακών ουγγρικών προϊόντων (κυρίως σαλάμι), το οποίο διατηρούσε με συνεργάτες του και του εξασφάλιζε σταθερά έσοδα.
Ταξίδεψε πολύ σε όλο τον κόσμο ως προσκεκλημένος της FIFA, της UEFA και διαφόρων ποδοσφαιρικών ομοσπονδιών. Ήταν η εποχή που άρχισε να εισπράττει την καθολική αναγνώριση για την προσφορά του στο άθλημα, συμμετέχοντας σε βραβεύσεις και αγώνες παλαιμάχων.
Το καλοκαίρι του 1985, η επιθυμία του για το ποδόσφαιρο επέστρεψε, η πρόταση ήρθε από τη Σολ ντε Αμέρικα της Παραγουάης, μέσω ενός παλιού του γνωστού από τη Λατινική Αμερική. Ο Πούσκας, που αγαπούσε το ισπανόφωνο περιβάλλον και τον αυθορμητισμό του νοτιοαμερικάνικου ποδοσφαίρου, δέχτηκε την πρόκληση, επιστρέφοντας στους πάγκους.
Καθιέρωσε ένα σύστημα βασισμένο στην ταχύτητα, τις συνεχείς εναλλαγές της μπάλας και την ελευθερία κινήσεων στην επίθεση. Μετέτρεψε την έδρα της σε «κάστρο» και έγινε η πιο θεαματική ομάδα του πρωταθλήματος, σκοράροντας με μεγάλη ευκολία.
Είχε εξαιρετικό μάτι στο να εντοπίζει το ταλέντο., στήριξε το πλάνο του σε μια φουρνιά νεαρών Παραγουανών παικτών, μπολιάζοντάς τους με λίγους έμπειρους. Ο παίκτης-κλειδί υπό τις οδηγίες του ήταν ο επιθετικός Φέλιξ Ρικάρντο Τόρες
Δούλεψε πολύ μαζί του στις προπονήσεις, μεταδίδοντάς του τα μυστικά του σκοραρίσματος. Έτσι αναδείχθηκε πρώτος σκόρερ του πρωταθλήματος το 1986 με 13 γκολ, αποτελώντας την αιχμή του δόρατος για τον τίτλο.
Με αυτό τον τρόπο το 1986 κατέκτησε το Πρωτάθλημα Παραγουάης, το οποίο ήταν μόλις το δεύτερο στην ιστορία του συλλόγου, σε 64 αγώνες είχε 27 νίκες, 21 ισοπαλίες και 16 ήττες. Έχοντας πετύχει αυτό το ποδοσφαιρικό θαύμα, ένιωσε ότι δεν είχε να προσφέρει κάτι περισσότερο στο συγκεκριμένο σωματείο.
Μετά την κατάκτηση του τίτλου, το όνομά του έγινε ξανά αντικείμενο συζήτησης σε ολόκληρη τη Λατινική Αμερική. Ο ίδιος προτιμούσε να αλλάζει παραστάσεις και χώρες (όπως έκανε σε όλη την προπονητική του καριέρα), αναζητώντας συλλόγους με μεγαλύτερη οικονομική άνεση και υψηλότερους στόχους.
Η Σολ ντε Αμέρικα ήταν ένας μικρομεσαίος σύλλογος που δεν διέθετε το μπάτζετ για να υποστηρίξει ένα ακριβό συμβόλαιο όπως το δικό του σε βάθος χρόνου, ούτε τη δυνατότητα να κάνει μεγάλες μεταγραφές για να πρωταγωνιστεί σταθερά στο Copa Libertadores.
Επέστρεψε στην Ισπανία για να ξεκουραστεί, να περάσει χρόνο με την οικογένειά του και να ασχοληθεί ξανά με τις επιχειρηματικές του δραστηριότητες και συνέχιζε να ταξιδεύει συχνά ως επίσημος προσκεκλημένος σε ποδοσφαιρικές εκδηλώσεις της FIFA, της UEFA και της Ρεάλ Μαδρίτης.
Η επιστροφή του στους πάγκους έγινε στις αρχές του 1989, η Σέρο Πορτένιο ένας από τους δύο μεγαλύτερους συλλόγους της Παραγουάης του κατέθεσε μια πολύ ελκυστική πρόταση με στόχο να πάρει τα ηνία από την αιώνια αντίπαλο, Ολίμπια, και να πρωταγωνιστήσει στο Copa Libertadores.
Ο Πούσκας, που είχε αφήσει εξαιρετικό όνομα στη χώρα, δέχτηκε την πρόκληση και επέστρεψε στην Ασουνσιόν για το έτος 1989. Προσπάθησε να εφαρμόσει το γνωστό επιθετικό του στυλ παιχνιδιού, η Σέρο Πορτένιο είχε πολύ καλή παρουσία κατά τη διάρκεια της κανονικής διάρκειας και των επιμέρους φάσεων του πρωταθλήματος.
Όμως στα κρίσιμα παιχνίδια της τελικής φάσης, η ομάδα δεν κατάφερε να κάνει την υπέρβαση. Ο τίτλος χάθηκε στις λεπτομέρειες από την αιώνια αντίπαλο, Ολίμπια, η οποία εκείνη την εποχή διέθετε μια από τις καλύτερες ομάδες της ιστορίας της στη Λατινική Αμερική.
Αποκλείστηκε απο την Ολίμπια και στην φάση των "16" του Copa Libertadores οπότε ο συνδυασμός, απώλεια του πρωταθλήματος και ο αποκλεισμός στο Libertadores από την "αιώνια αντίπαλο" δημιούργησαν εσωτερική γκρίνια.
Η διοίκηση του συλλόγου, η οποία είχε επενδύσει πολλά χρήματα, αποφάσισε να μην ανανεώσει το συμβόλαιό του στο τέλος του 1989, ύστερα απο 38 αγώνες όπου είχε 17 νίκες, 11 ισοπαλίες και 10 ήττες.
Επόμενος και τελευταίος συλλογικός προπονητικός σταθμός η Σάουθ Μέλμπουρν στην Αυστραλία, το ισχυρότερο ποδοσφαιρικό σωματείο της ελληνικής ομογένειας στην Αυστραλία, η διοίκηση της με επικεφαλής τον ελληνοαυστραλό παράγοντα Τζορτζ Βασιλόπουλο, έψαχνε ένα τεράστιο όνομα για να αναζωογονήσει τον σύλλογο.
Γνώριζαν τη λατρεία που είχε για την Ελλάδα από την εποχή του Παναθηναϊκού και της ΑΕΚ, ήξεραν ότι ο Ούγγρος ένιωθε την Αθήνα σαν δεύτερο σπίτι του. Όταν έμαθαν ότι ολοκλήρωσε τη θητεία του στη Σέρο Πορτένιο στα τέλη του 1989, τον πλησίασαν.
Του πρόσφεραν ένα καλό συμβόλαιο, αλλά το κυριότερο όπλο τους ήταν η υπόσχεση ότι θα ζούσε μέσα σε μια «μικρή Ελλάδα» στη Μελβούρνη. Ο Πούσκας πείστηκε, ταξίδεψε στην Αυστραλία και ανέλαβε την ομάδα για τη σεζόν 1989-1990.
Όταν ο Πούσκας έφτασε στη Μελβούρνη, ο 24χρονος τότε Άγγελος Ποστέκογλου ήταν ο αρχηγός και το αριστερό μπακ της ομάδας. Επειδή εν μιλούσε καλά αγγλικά, δημιουργήθηκε αμέσως μια μοναδική σχέση ανάμεσά τους.
Δεν οδηγούσε στην Αυστραλία και η διοίκηση ζήτησε από τον Ποστέκογλου να αναλάβει τη μεταφορά του. Όπως έχει διηγηθεί ο ίδιος ο Ποστέκογλου:
«Ήμουν ο αρχηγός της ομάδας, αλλά για τρία χρόνια έγινα ο προσωπικός σοφέρ του Φέρεντς Πούσκας. Είχα ένα παλιό, σαράβαλο Datsun 200B. Κάθε μέρα περνούσα από το σπίτι του, τον έπαιρνα για την προπόνηση και μετά τον επέστρεφα. Φανταστείτε τη σκηνή: ένας από τους μεγαλύτερους μύθους του παγκόσμιου ποδοσφαίρου να κάθεται στο συνοδηγό ενός φθηνού Datsun!»
Κατέκτησε το Κύπελλο Αυστραλίας την περίοδο 1989-1990, το Πρωτάθλημα Αυστραλίας την περίοδο 1990-1991 και το Dockerty Cup(το κύπελλο της πολιτείας της Βικτώρια) το 1989 και το 1991 και σε Η Αυστραλία ήταν γεωγραφικά απομονωμένη, οι αποστάσεις για τα εκτός έδρας παιχνίδια στο εγχώριο πρωτάθλημα ήταν τεράστιες, και η σωματική κόπωση από τα συνεχή αεροπορικά ταξίδια άρχισε να καταπονεί τον Ούγγρο μύθο.
Την σεζόν 1991-92, μετά την κατάκτηση του πρωταθλήματος, η ομάδα παρουσίασε σημάδια κόπωσης και τερμάτισε στην 6η θέση, κατάλαβε ότι το ρόστερ χρειαζόταν ριζική ανανέωση και θεώρησε ότι ήταν η κατάλληλη στιγμή να παραδώσει τη σκυτάλη.
Η αποχώρησή του έγινε μέσα σε κλίμα βαθιάς συγκίνησης, η ελληνική ομογένεια τον αποχαιρέτησε με τιμές ήρωα, και ο ίδιος ο Άγγελος Ποστέκογλου έχει δηλώσει ότι η μέρα που ο Πούσκας έφυγε από τη Μελβούρνη ήταν μία από τις πιο συγκινητικές της ζωής του.
Έτσι ολοκλήρωσε το συμβόλαιό του τον Μάϊο του 1992 και αποχαιρέτησε την Αυστραλία ως ένας από τους πιο επιτυχημένους και αγαπητούς προπονητές στην ιστορία του συλλόγου της ομογένειας. Μετά την κατάρρευση του κομμουνισμού το 1989, η νέα δημοκρατική κυβέρνηση της Ουγγαρίας κινήθηκε αμέσως για να αποκαταστήσει τον Πούσκας.
Το 1991 του αποδόθηκε ξανά ο βαθμός του Συνταγματάρχη του ουγγρικού στρατού τον οποίο είχε χάσει όταν διέφυγε στη Δύση, ενώ του επιστράφηκε επίσημα η ουγγρική ιθαγένεια. Μόλις ολοκλήρωσε τη θητεία του στην Αυστραλία, επέστρεψε μόνιμα στη Βουδαπέστη.
Η υποδοχή από τον κόσμο ήταν συγκλονιστική, καθώς για τη νέα γενιά Ούγγρων αποτελούσε έναν ζωντανό μύθο που έβλεπαν μόνο σε ασπρόμαυρα βίντεο. Την άνοιξη του 1993, η Εθνική Ουγγαρίας βρισκόταν σε τραγική αγωνιστική κατάσταση κατά τη διάρκεια των προκριματικών του Μουντιάλ 1994, υπό τις οδηγίες του Ρουμάνου τεχνικού Έμεριχ Γένεϊ.
Η Ομοσπονδία στράφηκε στον Πούσκας, ζητώντας του να αναλάβει ως υπηρεσιακός προπονητής για να σώσει το γόητρο της χώρας. Έκατσε σε τέσσερα παιχνίδια με απολογισμό 1 νίκη και 3 ήττες και μετά το ματς της 16ης Ιουνίου του 1993 κόντρα στην Ισλανδία στο Ρέϊκιαβικ αποχώρησε οριστικά απο τους πάγκους.
Το 1995 προήχθη στον βαθμό του Ταξίαρχου, το 1997 του απονεμήθηκε το Κυβερνητικό Δίπλωμα της Ουγγαρίας για την προσφορά του στο έθνος, ενώ ορίστηκε ισόβιο τιμητικό μέλος της Διεθνούς και της Ουγγρικής Ολυμπιακής Επιτροπής.
Στις 2 Απριλίου του 2002 στα 75α γενέθλια του πραγματοποιήθηκε η επίσημη μετονομασία του Νεπ Στάντιον σε Στάδιο Φέρεντς Πούσκας. Η τελετή της μετονομασίας («βάπτισης») του σταδίου ήταν γεμάτη συγκίνηση και οργανώθηκε με κάθε επισημότητα από την κυβέρνηση της Ουγγαρίας.
Παρότι νοσηλευόταν ήδη από τον Οκτώβριο του 2000, λόγω της μάχης του με την αρτηριοσκλήρυνση και τη νόσο Αλτσχάιμερ, πήρε ειδικό εξιτήριο και έδωσε το παρών στο στάδιο για λίγη ώρα. Η στιγμή που εμφανίστηκε στον αγωνιστικό χώρο προκάλεσε ρίγη συγκίνησης, με χιλιάδες κόσμου να τον αποθεώνει όρθιος.
Μέσα στο γήπεδο μπήκαν 75 μικρά παιδιά σε σειρές (όσα και τα χρόνια του), κρατώντας μπάλες. Με το σφύριγμα του διαιτητή, ο Πούσκας πλησίασε στη σέντρα και κλώτσησε συμβολικά τη μπάλα ανάμεσά τους, ενώ οι φωτογράφοι είχαν σχηματίσει έναν μεγάλο κύκλο γύρω του.
Η σύζυγός του, Ερζέμπετ, δήλωσε συγκινημένη, πως «δεν θα μπορούσε να πάρει πιο όμορφο δώρο γενεθλίων». Από τη Μαδρίτη ταξίδεψαν ειδικά για την τελετή δύο τεράστιες προσωπικότητες της Ρεάλ Μαδρίτης και παλιοί του γνώριμοι, ο μυθικός Αλφρέδο Ντι Στέφανο και ο Εμίλιο Μπουτραγκένιο.
Μετά το τελετουργικό στο γήπεδο, η κυβέρνηση παρέθεσε επίσημη δεξίωση προς τιμήν του Πούσκας σε κεντρικό ξενοδοχείο της Βουδαπέστης, όπου παρευρέθηκε όλη η αθλητική και πολιτική ηγεσία της χώρας.
Αν και η μετονομασία έγινε τον Απρίλιο, ο πρώτος επίσημος αγώνας της Εθνικής Ουγγαρίας στο στάδιο με το νέο του όνομα δόθηκε λίγους μήνες μετά, στις 21 Αυγούστου 2002, σε ένα μεγάλο φιλικό παιχνίδι εναντίον της Ισπανίας, το οποίο διοργανώθηκε επίσης προς τιμήν του «καλπάζοντος συνταγματάρχη»
Το 1995 η Διεθνής Ομοσπονδία Στατιστικής και Ποδοσφαίρου τον αναγνώρισε ως τον κορυφαίο σκόρερ του 20ου αιώνα και τον Νοέμβριο του 2003 η ουγγρική ομοσπονδία τον ανακήρυξε κορυφαίο Ούγγρο ποδοσφαιριστή της πενηντακονταετίας,
Το 2004 έλαβε το χρυσό Παράσημο της FIFA, κατά τη διάρκεια του εορτασμού των 100 χρόνων της Παγκόσμιας Ομοσπονδίας. Απο το 2000 έπασχε απο Αλτσχάιμερ, λόγω της φύσης της ασθένειας και της ανάγκης για 24ωρη εξειδικευμένη ιατρική φροντίδα, το νοσοκομείο αυτό έγινε ουσιαστικά η μόνιμη κατοικία του για τα επόμενα έξι χρόνια.
Η νόσος επηρέασε σοβαρά τη μνήμη και τη γνωστική του λειτουργία. Σταδιακά, άρχισε να δυσκολεύεται να αναγνωρίσει ακόμα και στενούς του φίλους ή παλιούς συμπαίκτες που τον επισκέπτονταν. Η διοίκηση του νοσοκομείου τού επέτρεπε ελάχιστες και πολύ προστατευμένες εξόδους για κορυφαίες τιμητικές εκδηλώσεις.
Τον Σεπτέμβριο του 2006, η κατάστασή του επιδεινώθηκε δραματικά, μεταφέρθηκε στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας του νοσοκομείου, προσβλημένος από σοβαρή πνευμονία και υψηλό πυρετό.
Μετά από δύο μήνες νοσηλείας στην εντατική, ο Φέρεντς Πούσκας έφυγε από τη ζωή από καρδιοαναπνευστική ανεπάρκεια τις πρώτες πρωινές ώρες της 17ης Νοεμβρίου 2006, σε ηλικία 79 ετών.
Η ημέρα της κηδείας του κηρύχθηκε ημέρα εθνικού πένθους στην Ουγγαρία. Η τελετή οργανώθηκε με κάθε επισημότητα και χωρίστηκε σε τρία μέρη, το φέρετρο, καλυμμένο με την ουγγρική σημαία, τοποθετήθηκε στο κέντρο του εθνικού σταδίου («Φέρεντς Πούσκας») για λαϊκό προσκύνημα.
Χιλιάδες Ούγγροι πέρασαν για το ύστατο χαίρε, ενώ στρατιωτικό άγημα απέδιδε τιμές. Η νεκρώσιμος ακολουθία εψάλη στον εμβληματικό καθεδρικό ναό της Βουδαπέστης, η ταφή του έγινε στην κρύπτη της Βασιλικής, η οποία αποτελεί το εθνικό πάνθεον της χώρας (προνόμιο που δίνεται μόνο σε κορυφαίες ιστορικές προσωπικότητες).
Στην κηδεία παρευρέθηκε σύσσωμη η πολιτική ηγεσία της Ουγγαρίας, ο πρόεδρος της FIFA Ζεπ Μπλάτερ, ο πρόεδρος της UEFA, αντιπροσωπεία της Ρεάλ Μαδρίτης (με επικεφαλής τον πρόεδρο Ραμόν Καλντερόν), καθώς και παλιοί του συμπαίκτες και αντίπαλοι, όπως ο Φραντς Μπεκενμπάουερ.
Την ημέρα της κηδείας του, ο υπουργός Άμυνας της Ουγγαρίας ανακοίνωσε τη μεταθανάτια προαγωγή του Πούσκας στον βαθμό του Υποστράτηγου, αποκαθιστώντας τον πλήρως στην κορυφή της στρατιωτικής ιεραρχίας της χώρας.
Το παλιό στάδιο κατεδαφίστηκε και στη θέση του χτίστηκε ένα υπερσύγχρονο γήπεδο 67.000 θέσεων. Το νέο στολίδι της Βουδαπέστης ονομάστηκε Puskás Aréna, άνοιξε τις πύλες του τον Νοέμβριο του 2019 και φιλοξένησε αγώνες του Euro 2020 και τον τελικό του Europa League το 2023, διατηρώντας ζωντανό το όνομά του στις νέες γενιές.
Ένας αστεροειδής που ανακαλύφθηκε από Ούγγρους αστρονόμους πήρε επίσημα το όνομα «82656 Puskás» προς τιμήν του, μεταφέροντας τη φήμη του «καλπάζοντος συνταγματάρχη» κυριολεκτικά στα αστέρια.
To 1998 εντάχθηκε στο Hall of Fame της FIFA, to 1999 ορίστηκε ως ο επίσημος πρεσβευτής του ουγγρικού αθλητισμού, ενώ το 2001 επιλέχθηκε ως ο κορυφαίος αθλητής όλων των εποχών.
Το 2005 ιδρύθηκε στο Φέλτσουτ, η επίσημη ποδοσφαιρική ακαδημία της αγαπημένης του ομάδας, της Φέχερβαρ. Σήμερα, η ομάδα αυτή αγωνίζεται στην πρώτη κατηγορία της Ουγγαρίας με το όνομα Puskás Akadémia FC.
Ο δρόμος που περνάει ακριβώς μπροστά από το νεόκτιστο στάδιο της Χόνβεντ, τη νέα Bozsik Aréna (που αντικατέστησε το παλιό στάδιο «Γιόζεφ Μπόζικ» στο Κίσπεστ της Βουδαπέστης) έχει ονομαστεί επίσημα Οδός Φέρεντς Πούσκας (Puskás Ferenc utca).
Το 2021, ο δήμος της Μαδρίτης μετονόμασε έναν δρόμο στην περιοχή Βικάλβαρο σε Calle Ferenc Puskás, τιμώντας την τεράστια προσφορά του στην πόλη και τη Ρεάλ. Ένας από τους κεντρικούς σταθμούς της γραμμής Μ2 του μετρό της Βουδαπέστης, δίπλα στο εθνικό στάδιο, έχει ονομαστεί Puskás Ferenc Stadion.
Το 2013 αποκαλύφθηκε το πρώτο ολόσωμο άγαλμα του Πούσκας στην Ουγγαρία. Το μνημείο τον δείχνει με κοστούμι να κάνει «γκελάκια» με τη μπάλα, περιτριγυρισμένος από μικρά παιδιά, αποτυπώνοντας την περίοδο που ζούσε στη Μαδρίτη και μάθαινε μπάλα στα παιδιά του δρόμου.
Στο αθλητικό κέντρο της Ρεάλ Μαδρίτης στο Βαλδεμπέμπας (Ciudad Real Madrid) υπάρχει χάλκινη προτομή του Πούσκας, την οποία αποκάλυψε ο ίδιος ο πρόεδρος Φλορεντίνο Πέρεθ το 2013, δίπλα σε αυτήν του Αλφρέδο Ντι Στέφανο.
Στο στάδιο Lakeside Stadium (τη φυσική έδρα της Σάουθ Μέλμπουρν στην Αυστραλία), υπάρχει τιμητική πλακέτα και μνημείο που θυμίζει το πέρασμά του και την κατάκτηση του πρωταθλήματος του 1991.
Από το 2008 διοργανώνεται κάθε χρόνο στην Ουγγαρία ένα από τα πιο αναγνωρισμένα διεθνή τουρνουά για ομάδες Κ-17, με τη σταθερή συμμετοχή των ακαδημιών της Ρεάλ Μαδρίτης, της Χόνβεντ και του Παναθηναϊκού.
Ένα μεγάλο δημοτικό σχολείο στη γενέτειρά του, τη Βουδαπέστη, έχει πάρει το όνομά του (Puskás Ferenc Általános Iskola), προβάλλοντας τον αθλητή ως πρότυπο για τη νέα γενιά.
Στη δημοφιλή σειρά ηλεκτρονικών παιχνιδιών ποδοσφαίρου της EA Sports, ο Πούσκας περιλαμβάνεται μόνιμα στην κατηγορία των «Icons» (Θρύλων), συστήνοντας τα κατορθώματά του και το περίφημο αριστερό του πόδι στα εκατομμύρια των νεαρών φιλάθλων της ψηφιακής εποχής.
Τον Αύγουστο του 2026, αντιπροσωπεία της Ρεάλ Μαδρίτης, με επικεφαλής τον CEO Χοσέ Άνχελ Σάντσεθ και τον θρυλικό παλαίμαχο Ρομπέρτο Κάρλος, πραγματοποίησε επίσημη επίσκεψη στη Βασιλική του Αγίου Στεφάνου στη Βουδαπέστη.
Κατέθεσαν στεφάνια και λουλούδια στον τάφο του Πούσκας, σε μια άκρως συγκινητική τελετή που διοργανώθηκε σε συνεργασία με την Ποδοσφαιρική Ακαδημία Φέρεντς Πούσκας. Στο πλαίσιο του φιλικού αγώνα της Ρεάλ εναντίον της Φερεντσβάρος (2-1), η διοίκηση της Ρεάλ Μαδρίτης δεσμεύτηκε επίσημα να ηγηθεί των διεθνών εκδηλώσεων μνήμης που θα κορυφωθούν το 2027, για τα 100 χρόνια από τη γέννηση του Ούγγρου μύθου.
