www.goahits.blogspot.com

Διεθνές ποδόσφαιρο όπως δεν έχετε ξαναδιαβάσει!

24/8/26

Γκιόργκι Σάροσι "Dr. Sarosi"


Πολύ πριν την εμφάνιση της "Αρανικσάπατ" η Ουγγαρία είχε μια ακόμα μεγάλη φουρνιά στα τέλη της δεκαετίας του '30 που την οδήγησε στον πρώτο της τελικό Παγκοσμίου Κυπέλλου. Μέλος αυτής ήταν ο Γκιόργκι Σάροσι που πραγματοποίησε μεγάλη καριέρα στην Φερεντσβάρος.

Ο ίδιος ο Πούσκας είχε δηλώσει για τον γεννημένο στις 16 Σεπτεμβρίου του 1912 στην Βουδαπέστη Σάροσι ότι ήταν άτυχος διότι γεννήθηκε νωρίς σε μια εποχή όπου δεν υπήρχε τηλεόραση και δεν αποτυπώθηκε σε εικόνα το ταλέντο του.

Ήταν ένας ολοκληρωμένος ποδοσφαιριστής με κύρια χαρακτηριστικά την ευστροφία του και την τεχνική του. Ξεκίνησε την καριέρα του ως κεντρικός αμυντικός και αμυντικός μέσος, αλλά λόγω της εξαιρετικής του τεχνικής, της ευφυΐας και της σωματικής του διάπλασης (1,86 μ.), μετατοπίστηκε αργότερα στην επίθεση, όπου εξελίχθηκε σε έναν τρομακτικό κεντρικό επιθετικό. 

Μπορούσε να αγωνιστεί με την ίδια παγκόσμια κλάση σε οποιαδήποτε θέση του κεντρικού άξονα (άμυνα, κέντρο, επίθεση). Ακολούθησε και το άθλημα του γουότερ πόλο, αλλά το ποδόσφαιρο ήταν αυτό που τον κέρδισε, ενώ παράλληλα σπούδαζε και νομική.

Το επώνυμο του ήταν Στέφαντσιτς αλλά ο πατέρας του το άλλαξε για να φαίνεται πιο ουγγρικό. Παιδί της Φερεντσβάρος απο το 1927 όταν και εντάχθηκε στις ακαδημίες της, το 1931 ανέβηκε στην πρώτη ομάδα στην οποία παρέμεινε μέχρι το 1948.

Κατέκτησε με τους "πράσινους" 5 Πρωταθλήματα(1932,1934,1938,1940,1941), 5 Κύπελλα Ουγγαρίας(1933,1935,1942,1944) και 1 Κύπελλο Κεντρικής Ευρώπης(Μιτρόπα Καπ) το 1937. Σε 386 παιχνίδια Πρωταθλήματος σημείωσε 351 τέρματα, ενώ σε 43 αγώνες στο Μιτρόπα Καπ πέτυχε 50 γκολ Συνολικά σε όλες τις διοργανώσεις είχε σε 646 παιχνίδια και 636 τέρματα

Επίσης τρεις φορές αναδείχθηκε πρώτος σκόρερ στο Πρωτάθλημα τις περιόδους 1935-1936, 1939-1940 και 1940-1941, δύο φορές πρώτος σκόρερ στο Μιτρόπα Καπ το 1935 και το 1937 και ποδοσφαιριστής της χρονιάς το 1941. 

Στις 21 Μαΐου του 1931 στο Βελιγράδι κόντρα στην Γιουγκοσλαβία σε φιλικό παιχνίδι έκανε το ντεμπούτο του. Στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1934 συμμετείχε στο ματς κόντρα στην Αυστρία για τα προημιτελικά όπου σκόραρε, αλλά η Ουγγαρία αποκλείστηκε.

Στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1938 ήταν παρών και στους τέσσερις αγώνες πετυχαίνοντας πέντε γκολ, δύο κόντρα στις Ολλανδικές Ινδίες, και απο ένα κόντρα στην Ελβετία στα προημιτελικά, στην Σουηδία στον ημιτελικό και στον τελικό απέναντι στην Ιταλία όπου γνώρισε την ήττα με 4-2.

Μαζί με τον Ουρουγουανό Αλσίντες Γκίγκια και τον Βραζιλιάνο Ζαιρζίνιο είναι οι μοναδικοί παίκτες που έχουν πετύχει έστω ένα γκολ σε κάθε παιχνίδι στην διοργάνωση του Παγκοσμίου Κυπέλλου. Παράλληλα με το ποδόσφαιρο σπούδαζε παίρνοντας πτυχίο νομικής και για αυτό μάλιστα τον έλεγαν Dr. Sarosi.

Στις 7 Νοεμβρίου του 1943 στην Βουδαπέστη σε φιλικό παιχνίδι κόντρα στην Σουηδία ήταν η 62η και τελευταία του συμμετοχή έχοντας πετύχει 42 τέρματα πέμπτος στην σχετική λίστα. Θα ακολουθήσει προπονητική καριέρα στην Ιταλία μιας και η μητέρα του ήταν Ιταλίδα, για αυτό τον λόγο το 1967 πήρε και την ιταλική υπηκοότητα.

Τον Απρίλιο του 1948, βλέποντας την πλήρη επικράτηση του κομμουνιστικού καθεστώτος στην Ουγγαρία και την εθνικοποίηση των συλλόγων, ο Σάροσι αποφάσισε να εγκαταλείψει οριστικά τη χώρα. Εκμεταλλευόμενος το γεγονός ότι είχε πτυχίο Νομικής ήταν αναγνωρισμένος δικηγόρος, κατάφερε να εξασφαλίσει νόμιμο διαβατήριο και διέφυγε στην Ιταλία.

Καθώς είχε ήδη παγκόσμια φήμη ως ο αρχηγός της φιναλίστ του Μουντιάλ 1938 Ουγγαρίας, οι ιταλικοί σύλλογοι κινήθηκαν αμέσως για να τον εντάξουν στο δυναμικό τους. Η Μπάρι, η οποία αγωνιζόταν στη Serie A, του πρόσφερε το πρώτο του συμβόλαιο ως πρώτος προπονητής και το επίσημο ντεμπούτο του στον πάγκο της ομάδας έγινε στις 20 Οκτωβρίου 1949 σε έναν αγώνα εναντίον της Παλέρμο.

Καθοδήγησε την ομάδα σε ολόκληρο το πρωτάθλημα των 38 αγωνιστικών, παρά τις προσπάθειες και τη χρησιμοποίηση του αδελφού του, Μπέλα Σάροσι, ως παίκτη της ομάδας, η Μπάρι τερμάτισε στην 19η θέση και υποβιβάστηκε.

Παρέμεινε στην ομάδα και στο ξεκίνημα της επόμενης περιόδου 1950-1951 στη Serie B για 6 αγώνες, πριν αποχωρήσει οριστικά και σε 44 αγώνες με 12 νίκες, 11 ισοπαλίες και 21 ήττες. Πήγε στη Λουκέζε το καλοκαίρι του 1950 αμέσως μετά την αποχώρησή του από την Μπάρι, υπογράφοντας συμβόλαιο για τη σεζόν 1950–1951 στη Serie A

Η παρουσία του εκεί είχε μια πολύ ιδιαίτερη δομή, καθώς απολύθηκε και επαναπροσλήφθηκε την ίδια σεζόν, καταφέρνοντας τελικά να πετύχει έναν μικρό «άθλο». Ανέλαβε την ομάδα από την προετοιμασία, όμως το ξεκίνημα στη Serie A ήταν εξαιρετικά δύσκολο. 

Έκανε κακές εμφανίσεις, γεγονός που ανάγκασε τη διοίκηση να τον απολύσει τον Νοέμβριο του 1950, μετά από μόλις 11 αγώνες με απολογισμό 2 νίκες, 3 ισοπαλίες και 6 ήττες. Μετά την απομάκρυνσή του, η ομάδα πήγε ακόμα χειρότερα και σε μια κίνηση απελπισίας, η διοίκηση της Λουκέζε κάλεσε τον Σάροσι να επιστρέψει, και εκείνος δέχτηκε τον Φεβρουάριο του 1951.

Στο δεύτερο αυτό πέρασμα, έκανε μια εντυπωσιακή ανατροπή, μεταμόρφωσε την ομάδα τακτικά, οδηγώντας τη σε μια εξαιρετική αντεπίθεση στις τελευταίες 15 αγωνιστικές του πρωταθλήματος. Σε αυτούς τους 15 κρίσιμους αγώνες σημείωσε 7 νίκες, 4 ισοπαλίες και 4 ήττες, μαζεύοντας τους απαραίτητους βαθμούς.

Η Λουκέζε τερμάτισε στην 15η θέση της Serie A ισοβαθμώντας με την Ουντινέζε και εξασφάλισε πανηγυρικά την παραμονή της στην κατηγορία. Αυτή η μεγάλη επιτυχία της σωτηρίας με τη Λουκέζε ήταν που εκτόξευσε τις μετοχές του στην Ιταλία και ανάγκασε τη Γιουβέντους να του προσφέρει συμβόλαιο λίγους μήνες αργότερα.

Η διοίκηση της Λουκέζε του πρόσφερε νέο, αυξημένο συμβόλαιο για να παραμείνει, ως επιβράβευση για το «θαύμα» της σωτηρίας. Ο Σάροσι όμως αρνήθηκε, καθώς η ομάδα είχε περιορισμένες οικονομικές δυνατότητες.

Υπήρξε φιλολογικό ενδιαφέρον και κρούσεις από ομάδες της πρώτης δεκάδας (όπως η Φιορεντίνα και η συμπολίτισσα Τορίνο), καθώς το ιταλικό ποδόσφαιρο εκείνη την εποχή είχε τεράστια εμμονή με τη «σχολή των Ούγγρων προπονητών».
Ωστόσο, μόλις εμφανίστηκε η προοπτική της Γιουβέντους και η πρόσκληση από την οικογένεια Ανιέλι, ο Σάροσι δεν το σκέφτηκε δεύτερη φορά. Η Γιουβέντους ξεκίνησε τη σεζόν 1951-1952 με προπονητή τον Άγγλο Τζέσι Κάρβερ, ομως τον Αύγουστο του 1951, ο Κάρβερ ήρθε σε δημόσια ρήξη με τη διοίκηση. 

Σε μια εκρηκτική συνέντευξη στη Gazzetta dello Sport, απαίτησε επιθετικά την πώληση των Δανών αστέρων της ομάδας (των αδελφών Χάνσεν) και την απόκτηση του Μπενίτο Λορέντσι από την Ίντερ. Ο ισχυρός πρόεδρος της Γιουβέντους, Τζάνι Ανιέλι, εξοργίστηκε με τη συμπεριφορά του Κάρβερ και τον απέλυσε αμέσως πριν καν αρχίσει η προετοιμασία. 

Αναζητώντας έναν προπονητή με ισχυρή προσωπικότητα, αριστοκρατικό στυλ και γνώση του ιταλικού ποδοσφαίρου, ο Ανιέλι στράφηκε στον Σάροσι, ο οποίος είχε εντυπωσιάσει σώζοντας τη Λουκέζε λίγους μήνες νωρίτερα.

Η συμφωνία έκλεισε γρήγορα, όμως υπήρχε ένα κόλλημα, δεσμευόταν με ένα σύντομο συμβόλαιο στις Ηνωμένες Πολιτείες όπου παρέδιδε ποδοσφαιρικά σεμινάρια το οποίο έληγε τον Δεκέμβριο. 

Ο Ανιέλι τον ήθελε τόσο πολύ, που δέχτηκε να τον περιμένει και για το διάστημα από τον Αύγουστο έως τον Νοέμβριο του 1951, η Γιουβέντους αγωνίστηκε με υπηρεσιακό δίδυμο τους θρύλους Τζανπιέρο Κόμπι και Λουίτζι Μπερτολίνι.

Ανέλαβε επίσημα καθήκοντα στον πάγκο τον Νοέμβριο του 1951 και την οδήγησε στην κατάκτηση του Πρωταθλήματος το 1952, κάθισε επίσημα στον πάγκο για τους 28 αγώνες (από την 11η αγωνιστική και μετά, λόγω του κολλήματος με το συμβόλαιό του στην Αμερική) και είχε 20 νίκες, 5 ισοπαλίες και 3 ήττες.

Την σεζόν 1952-1953 η "Γηραιά Κυρία" τερμάτισε στη 2η θέση της Serie A, πίσω από την πρωταθλήτρια Ίντερ. Σε 34 αγώνες είχε 18 νίκες, 9 ισοπαλίες και 7 ήττες και παρότι διέθετε εξαιρετική επίθεση, έδειξε αμυντική αστάθεια στα εκτός έδρας και η απώλεια του πρωταθλήματος, σε συνδυασμό με την επιθυμία του προέδρου Τζάνι Ανιέλι για μια ριζική ανανέωση στην ομάδα, οδήγησαν στη λήξη της συνεργασίας με τον Σάροσι το καλοκαίρι του 1953. 

Αμέσως μετά την αποχώρησή του από τη Γιουβέντους, ο Δρ. Γκιόργκι Σάροσι ήταν ένα από τα πιο περιζήτητα ονόματα στην αγορά της Serie A. Η επίσημη και πιο ελκυστική πρόταση που δέχτηκε ήταν από την Τζένοα και αυτή που αποδέχθηκε.

Παράλληλα με την Τζένοα, εκείνο το καλοκαίρι του 1953 υπήρξε έντονο ενδιαφέρον και προτάσεις από την Λάτσιο, η ομάδα της Ρώμης τον είχε προσεγγίσει από τότε για να αντικαταστήσει τον Τζουζέπε Βιάνι. 

Αν και οι δύο πλευρές δεν τα βρήκαν στο οικονομικό κομμάτι εκείνο το καλοκαίρι, η επαφή αυτή άνοιξε τον δρόμο για τη μετέπειτα συνεργασία τους. Η Παλέρμο έψαχνε έναν προπονητή παγκόσμιας 
για να εξασφαλίσει μια άνετη παραμονή στη Serie A και του κατέθεσε μια πολύ δελεαστική οικονομική πρόταση, την οποία όμως ο Σάροσι απέρριψε, προτιμώντας το πρότζεκτ της Γένοβας.

Λόγω της τεράστιας φήμης του από την εποχή που μεσουρανούσε ως παίκτης της Εθνικής Ουγγαρίας, δέχτηκε διερευνητικές κρούσεις από μεγάλους συλλόγους της Βραζιλίας και της Αργεντινής. Ο ίδιος είχε ήδη εγκλιματιστεί πλήρως στον ιταλικό τρόπο ζωής και δεν επιθυμούσε να αποχωρήσει από την Ευρώπη.

Ήρθε στη Γένοβα και ο ξεκάθαρος στόχος που του τέθηκε ήταν μια σταθερή πορεία στο μέσο του βαθμολογικού πίνακα, μακριά από τις περιπέτειες του υποβιβασμού. Ο στόχος επετεύχθη η ομάδα παρέμεινε στην κατηγορία και σε 68 αγώνες, είχε 19 νίκες, 21 ισοπαλίες και 28 ήττες.

Αυτή η διετία δεν ήταν απλώς ένας ακόμη επαγγελματικός σταθμός, αλλά καθόρισε ολόκληρη τη ζωή του Σάροσι. Αγάπησε τόσο πολύ την πόλη της Γένοβας, το κλίμα και τους ανθρώπους της, που αγόρασε εκεί σπίτι. 

Παρόλο που στη συνέχεια μετακόμισε για να προπονεί τη Ρόμα και την Μπολόνια, επέστρεψε στη Γένοβα, η οποία έγινε η μόνιμη κατοικία του για το υπόλοιπο της ζωής του μέχρι τον θάνατό του το 1993.

Η διοίκηση της Τζένοα έμεινε απόλυτα ικανοποιημένη από το γεγονός ότι κράτησε την ομάδα μακριά από περιπέτειες υποβιβασμού για δύο συνεχόμενες σεζόν. Του κατέθεσε πρόταση ανανέωσης, όμως ο Ούγγρος τεχνικός προτίμησε να αποχωρήσει, καθώς ένιωθε ότι ο κύκλος του εκεί είχε κλείσει και η ομάδα δεν είχε τη δυναμική να διεκδικήσει κάτι παραπάνω.

Η Λάτσιο εξέτασε σοβαρά την περίπτωσή του εκείνο το καλοκαίρι, καθώς έψαχνε προπονητή με κύρος για να απαντήσει στις μεταγραφικές κινήσεις των ανταγωνιστών της. Αν και υπήρξαν προκαταρκτικές συζητήσεις, η Ρόμα κινήθηκε πολύ πιο γρήγορα και με σαφώς καλύτερο οικονομικό πλάνο, κλείνοντας τη συμφωνία.

Η Ρόμα αναζητούσε έναν τεχνικό εγγύησης για να καθοδηγήσει ένα ακριβό και φιλόδοξο ρόστερ (με αστέρια όπως ο Αλτσίντες Γκίγκια). Του προσέφερε ένα εξαιρετικό συμβόλαιο με υψηλό μεταγραφικό μπάτζετ, γεγονός που τον έκανε να μετακομίσει άμεσα στην πρωτεύουσα.

Προκάλεσε μεγάλο ενθουσιασμό στους οπαδούς της πρωτεύουσας, καθώς η διοίκηση παρέδιδε τα κλειδιά της ομάδας σε έναν προπονητή με αποδεδειγμένη νοοτροπία νικητή. Η διετία του στον πάγκο των «τζιαλορόσι» είχε δύο εντελώς διαφορετικά πρόσωπα.

Στην πρώτη του χρονιά, παρουσίασε μια πολύ πειθαρχημένη και ανταγωνιστική ομάδα. Εκμεταλλεύτηκε στο έπακρο την ποιότητα του Ουρουγουανού αστέρα Αλσίντες Γκίγκια και του Βραζιλιάνου επιθετικού Ντίνο Ντα Κόστα, έκανε εξαιρετικές εμφανίσεις, ειδικά εντός έδρας, και τερμάτισε πανηγυρικά στην 6η θέση της Serie A.

Η δεύτερη χρονιά ξεκίνησε με τεράστιες προσδοκίες, καθώς ο Ντίνο Ντα Κόστα βρισκόταν σε δαιμονιώδη φόρμα (βγήκε πρώτος σκόρερ της Serie A με 22 γκολ). Ωστόσο, η ομάδα εμφάνισε σοβαρά αμυντικά προβλήματα και αστάθεια, γνωρίζοντας πολλές ήττες μακριά από τη Ρώμη.

Μετά από μια σειρά κακών αποτελεσμάτων που την έφεραν κοντά στη ζώνη του υποβιβασμού, η διοίκηση έχασε την υπομονή της. Απολύθηκε τον Απρίλιο του 1957 μετά την 28η αγωνιστική και αντικαταστάθηκε από τον Γκίντο Μασέτι, ο οποίος απλώς εξασφάλισε τη σωτηρία (14η θέση).

Σε 62 αγώνες σημείωσε 21 νίκες, 19 ισοπαλίες και 22 ήττες, και παρά το άδοξο τέλος στη Ρώμη, η αξία του δεν αμφισβητήθηκε. Δέχθηκε πρόταση από την Αταλάντα, η ομάδα του Μπέργκαμο έψαχνε έναν έμπειρο τεχνικό για να ανασυντάξει την ομάδα στη Serie A, καθώς προερχόταν από μια μέτρια σεζόν.

Έκανε επίσημη κρούση στον Σάροσι προσφέροντάς του τον πλήρη έλεγχο του αγωνιστικού σχεδιασμού, όμως ο Ούγγρος αρνήθηκε ευγενικά, προτιμώντας το πιο ανταγωνιστικό ρόστερ της Μπολόνια.

Η Ουντινέζε είχε τερμάτισε στην 4η θέση τη σεζόν 1956-57 (κάνοντας την έκπληξη του πρωταθλήματος) και έψαχνε έναν προπονητή με διεθνή προσωπικότητα για να διαχειριστεί τις υψηλές προσδοκίες. Υπήρξαν προκαταρκτικές συζητήσεις με τον Σάροσι, αλλά η διοίκηση δεν μπορούσε να εγγυηθεί το οικονομικό στάτους και το μπάτζετ που ζητούσε.

Λόγω του νομικού του υπόβαθρου πτυχιούχος Νομικής και της τεράστιας ποδοσφαιρικής του ευφυΐας, το όνομά του έπεσε στο τραπέζι της Ιταλικής Ομοσπονδίας Ποδοσφαίρου για κάποιο θεσμικό ή συμβουλευτικό ρόλο στην ανάπτυξη των τμημάτων υποδομής της χώρας. 

Ο ίδιος όμως ξεκαθάρισε ότι ήθελε να παραμείνει ενεργός στους πάγκους των συλλόγων, επιλέγοντας τελικά το πρότζεκτ της Μπολόνια. Η Μπολόνια κινήθηκε με τη μεγαλύτερη σοβαρότητα και αποφασιστικότητα, αναζητώντας έναν προπονητή υψηλού επιπέδου για να αντικαταστήσει τον Άλντο Καμπαντέλι και να διατηρήσει την ομάδα στην πρώτη εξάδα του πρωταθλήματος. 

Η διοίκηση του προσέφερε ένα σταθερό περιβάλλον, μακριά από την ακραία πίεση της Ρώμης, γεγονός που έπεισε τον Σάροσι να υπογράψει άμεσα και δίνοντάς του την ευκαιρία να παραμείνει στο κορυφαίο επίπεδο του ιταλικού ποδοσφαίρου.

Ανέλαβε μια ομάδα που την προηγούμενη χρονιά είχε τερματίσει στην 5η θέση και κατάφερε να τη διατηρήσει στα υψηλά στρώματα του ιταλικού ποδοσφαίρου, βασιζόμενος στην εξαιρετική αμυντική λειτουργία. Κάθισε στον πάγκο των «ροσομπλού» σε 34 αγώνες, έχοντας 12 νίκες, 10 ισοπαλίες και 12 ήττες.

Ήταν πανίσχυρη εντός έδρας, όπου γνώρισε μόλις 2 ήττες σε 17 αγώνες, πετυχαίνοντας σπουδαία αποτελέσματα (όπως η νίκη με 3–1 επί της μετέπειτα πρωταθλήτριας Γιουβέντους). Ο κορυφαίος παίκτης και πρώτος σκόρερ της ομάδας εκείνη τη χρονιά ήταν ο Ιταλός επιθετικός Έτσιο Πασκούτι ο οποίος σημείωσε 12 γκολ, βοηθώντας σημαντικά το τακτικό πλάνο του Ούγγρου τεχνικού.

Παρά την απόλυτα επιτυχημένη 6η θέση, αποφάσισε να μην συνεχίσει στην Μπολόνια μετά το καλοκαίρι του 1958. Έχοντας συμπληρώσει μια δεκαετία συνεχούς πίεσης στους ιταλικούς πάγκους (Μπάρι, Λουκέζε, Γιουβέντους, Τζένοα, Ρόμα, Μπολόνια), επέλεξε να αποσυρθεί από την καθημερινότητα των μεγάλων συλλόγων.
Είχε βρεθεί σε ένα κομβικό σημείο, ένιωθε έντονη κόπωση από την καθημερινή πίεση του πρωταθλητισμού και τις συνεχείς μετακινήσεις, γεγονός που επηρέασε τις αποφάσεις του παρά τις προτάσεις που είχε στα χέρια του.

Η διοίκηση των «ροσομπλού», απόλυτα ικανοποιημένη από τη σταθερότητα και την 6η θέση, του κατέθεσε επίσημη πρόταση ανανέωσης του συμβολαίου του. Την απέρριψε ευγενικά, ήθελε να αποτραβηχτεί από την πρώτη γραμμή των πάγκων και να επιστρέψει στη Γένοβα, την πόλη που είχε ερωτευτεί και είχε αγοράσει σπίτι.

Λόγω της επιθυμίας του να ζήσει μόνιμα στη Γένοβα, η Σαμπντόρια τον προσέγγισε, προσφέροντάς του τη δυνατότητα να προπονεί στο κορυφαίο επίπεδο χωρίς να χρειαστεί να μετακομίσει. Αν και η προοπτική ήταν δελεαστική για την προσωπική του ζωή, οι δύο πλευρές δεν κατέληξαν σε συμφωνία, καθώς η ομάδα της Γένοβας στράφηκε τελικά στον Εράλντο Μοντζέλιο.

Στα χέρια του έφτασαν κρούσεις από την ελβετική λίγκα (μεταξύ των οποίων και η Λουγκάνο), με την υπόσχεση ενός πολύ πιο ήρεμου ποδοσφαιρικού περιβάλλοντος και λιγότερης πίεσης από τα ιταλικά ΜΜΕ, όμως απέρριψε τις κρούσεις το 1958, αν και κράτησε τις επαφές,

Η Ρόμα είχε τερματίσει στην 5η θέση, αλλά έψαχνε μια ισχυρή προσωπικότητα για τον πάγκο της. Είχε κάνει διερευνητικές κρούσεις στον Σάροσι από το καλοκαίρι του 1958, αν και αρχικά ο Ούγγρος αρνήθηκε επειδή ήθελε να ξεκουραστεί, η Ρόμα δεν τον ξέχασε.

Όταν η ομάδα της πρωτεύουσας μπήκε σε αγωνιστική κρίση λίγους μήνες αργότερα, ο Σάροσι πείστηκε και επέστρεψε ως υπηρεσιακός προπονητής τον Νοέμβριο του 1958. Ανέλαβε την ομάδα από την 8η αγωνιστική και παρέμεινε έως τον Μάρτιο του 1959 και καθοδήγησε τους «τζιαλορόσι» σε 17 αγώνες πρωταθλήματος της Serie A με 7 νίκες, 4 ισοπαλίες και 6 ήττες.

Παρά το καλό ξεκίνημα, η ομάδα εμφάνισε σοβαρή αγωνιστική αστάθεια στις αρχές του 1959. Λόγω σοβαρών επεισοδίων των οπαδών στο «Ολίμπικο» σε αγώνα κόντρα στην Αλεσάντρια, η Ρόμα τιμωρήθηκε και αναγκάστηκε να δώσει δύο εντός έδρας παιχνίδια σε ουδέτερο έδαφος, στο Λιβόρνο, γεγονός που επηρέασε αρνητικά το κλίμα.

Μεταξύ Φεβρουαρίου και Μαρτίου 1959, η Ρόμα υπέστη ένα βαρύ σερί τεσσάρων συνεχόμενων ηττών. Το οριστικό τέλος γράφτηκε στις 22 Μαρτίου 1959, όταν η Ρόμα συνετρίβη με 4–1 εκτός έδρας από τη Βιτσέντζα. 

Η βαριά αυτή ήττα ανάγκασε τον Σάροσι να υποβάλει αμέσως την παραίτησή του, με τον Νόρνταλ να επιστρέφει στον πάγκο για το κλείσιμο της χρονιάς και συνολικά σε 79 αγώνες είχε 28 νίκες, 23 ισοπαλίες και 28 ήττες.

Καθώς είχε αποκτήσει τη φήμη του ιδανικού τεχνικού για την οργάνωση ομάδων με στόχο την άνοδο, ομάδες της δεύτερης κατηγορίας τον προσέγγισαν προσφέροντάς του τον πλήρη έλεγχο του ρόστερ, αρχικά αρνήθηκε, καθώς περίμενε ένα πιο σταθερό πλάνο.


Λόγω του αριστοκρατικού του στυλ και του πτυχίου του στη Νομική, μικρομεσαίοι σύλλογοι της βόρειας Ιταλίας του πρότειναν να αναλάβει ρόλο συμβούλου διοίκησης ώστε να μην έχει την καθημερινή πίεση του πάγκου. Ο ίδιος όμως ξεκαθάρισε ότι αν επέστρεφε, θα το έκανε μόνο ως προπονητής στο χορτάρι.


Η ομάδα της Ελβετίας είχε εκδηλώσει ενδιαφέρον για την περίπτωσή του ήδη από τότε (εκμεταλλευόμενη το γεγονός ότι ο αδελφός του, Μπέλα, είχε εργαστεί εκεί), όμως οι συζητήσεις δεν ευδοκίμησαν το 1959.

Η πρώτη επίσημη πρόταση που αποδέχτηκε μετά τη Ρόμα ήρθε το καλοκαίρι του 1960 από την Μπρέσια, τον κέρδισε επειδή του παρουσίασε ένα πολύ καθαρό αθλητικό πλάνο. Ήταν ένας ιστορικός σύλλογος της Λομβαρδίας που ήθελε να χτίσει μια ομάδα πρωταθλητισμού για να επιστρέψει στη Serie A. 

Η διοίκηση του πρόσφερε ένα ανταγωνιστικό μπάτζετ και, το κυριότερο, την ηρεμία να εργαστεί μακριά από την ακραία πίεση και τα φώτα της δημοσιότητας της Ρώμης, έψαχνε έναν έμπειρο τεχνικό για να κυνηγήσει την άνοδο

Ανέλαβε τον Ιούλιο του 1960, αλλά το πρώτο αυτό πέρασμα ήταν σύντομο, μετά από 11 αγώνες με 3 νίκες, 3 ισοπαλίες και 5 ήττες, αποχώρησε τον Νοέμβριο του 1960 λόγω διαφωνιών με τη διοίκηση για την τακτική. 

Μετά από ενάμισι χρόνο μακριά από τους πάγκους, ο Σάροσι δέχτηκε μια ελκυστική πρόταση εκτός Ιταλίας, από την ελβετική Λουγκάνο, η οποία τον είχε προσεγγίσει και παλαιότερα το 1959, λόγω του ότι ο μικρότερος αδελφός του, Μπέλα Σάροσι είχε εργαστεί με επιτυχία στον ελβετικό σύλλογο ως παίκτης-προπονητής τη διετία 1953–1955.

Κάθισε στον πάγκο της για ολόκληρη τη σεζόν (από την 1η Ιουλίου 1962 έως τις 30 Ιουνίου 1963), καθοδηγώντας την ομάδα σε 26 επίσημους αγώνες με 7 νίκες, 4 ισοπαλίες και 15 ήττες. Στην βαθμολογία κατέλαβε την 13η θέση (σε σύνολο 14 ομάδων) και γνώρισε τον υποβιβασμό στην δεύτερη κατηγορία.

Σύμφωνα με τα ιστορικά αρχεία, ο Σάροσι χρησιμοποίησε κατά κόρον το σύστημα 4-4-2, προσπαθώντας να μεταδώσει την ιταλική αμυντική πειθαρχία στους Ελβετούς ποδοσφαιριστές. Παρά τον υποβιβασμό της, η Λουγκάνο είχε μια εξαιρετικά παραγωγική επίθεση, σκοράροντας 47 γκολ (περισσότερα από ομάδες που τερμάτισαν στην πρώτη πεντάδα. 

Ωστόσο, η τραγική αμυντική λειτουργία (59 γκολ παθητικό) ήταν αυτή που καταδίκασε τον σύλλογο. Η μοίρα της ομάδας κρίθηκε στις λεπτομέρειες, καθώς υποβιβάστηκε για μόλις έναν βαθμό διαφορά από τη σωτηρία (την οποία εξασφάλισε η Βασιλεία με 19 βαθμούς).

Η αποτυχία αυτή πλήγωσε τον Σάροσι, ο οποίος αποφάσισε να λύσει αμέσως το συμβόλαιό του το καλοκαίρι του 1963 και να επιστρέψει στη μόνιμη βάση του στη Γένοβα. Όποτε υπήρχε κρίση σε μεγάλες ιταλικές ομάδες, το όνομα του Σάροσι έπεφτε πάντα στο τραπέζι ως η ιδανική λύση για τη θέση του «πυροσβέστη». 

Πριν από τη Λουγκάνο, αλλά και μετά, η Ρόμα τον είχε πάντα σε πρώτο πλάνο, μετά τη θητεία του 1958-1959, η διοίκηση των «τζιαλορόσι» τον προσέγγισε ξανά, προσφέροντάς του ρόλο τεχνικού συμβούλου ή υπηρεσιακού, όμως ο Σάροσι προτίμησε να μην επιστρέψει στην πρωτεύουσα.

Μετά την επιστροφή του από την Ελβετία, δέχτηκε διερευνητικές κρούσεις από συλλόγους όπως η Βενέτσια και η Κατάνια, που αντιμετώπιζαν προβλήματα παραμονής. Ο ίδιος απέρριψε ευγενικά όλες τις κρούσεις.

Ο βασικότερος λόγος που ο Σάροσι δεν δεχόταν εύκολα προτάσεις μεταξύ 1963 και 1965 ήταν η προσωπική του επιθυμία να αποσυρθεί. Είχε εγκατασταθεί μόνιμα στην αγαπημένη του Γένοβα, όπου απολάμβανε μια ήρεμη ζωή μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας.

Μετά το τέλος της αθλητικής του διαδρομής, είχε τον χρόνο να ιδιωτεύσει και να ασχοληθεί με τις ακαδημαϊκές και προσωπικές του αναζητήσεις μακριά από την πίεση του πρωταθλητισμού. 

Έφυγε απο την ζωή στις 20 Ιουνίου του 1993 στην Γένοβα σε ηλικία 80 ετών από φυσικά αίτια που σχετίζονταν με το προχωρημένο της ηλικίας του και έχει ταφεί στο διάσημο για την αρχιτεκτονική και τα γλυπτά του κοιμητήριο του Σταλιένο.

Για πολλά χρόνια ο τάφος του παρέμενε χωρίς ιδιαίτερα διακριτικά, ωστόσο, το 2012, με αφορμή τη συμπλήρωση 100 χρόνων από τη γέννησή του, εκπρόσωποι και οπαδοί της παλιάς του ομάδας, της Φερεντσβάρος, ταξίδεψαν στη Γένοβα, επισκέφθηκαν το μνήμα του, το κοσμήσαν με τη φωτογραφία του και τα χρώματα του συλλόγου, αποδίδοντάς του τις πρέπουσες τιμές.

Τον Δεκέμβριο του 1999 το World Soccer τον κατέταξε ανάμεσα στους 100 καλύτερους ποδοσφαιριστές του 20ου αιώνα.  Η Διεθνής Ομοσπονδία Ιστορίας και Στατιστικής του Ποδοσφαίρου (IFFHS) τον ανέδειξε ως τον 60ό καλύτερο Ευρωπαίο παίκτη του αιώνα.

Θεωρείται αιώνιος θρύλος της Φερεντσβάρος, της μοναδικής ομάδας στην οποία αγωνίστηκε σε επίπεδο συλλόγων. Η μνήμη του τιμάται διαρκώς στο μουσείο του συλλόγου και στις επετείους της ομάδας στη Βουδαπέστη.

Το σπάνιο επίτευγμά του να σκοράρει σε όλα τα νοκ-άουτ παιχνίδια ενός Παγκοσμίου Κυπέλλου Μουντιάλ 1938, όπου οδήγησε την Ουγγαρία ως αρχηγός στον τελικό) μνημονεύεται από τη FIFA σε κάθε ιστορική αναδρομή των διοργανώσεων.

  
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...