www.goahits.blogspot.com

Διεθνές ποδόσφαιρο όπως δεν έχετε ξαναδιαβάσει!

24/8/26

Γκούσταβ Σέμπες Ο πρωτεργάτης της Αρανικσάπατ


Αποτέλεσε μέλος της "αγίας τριάδας" της προπονητικής στην Ουγγαρία. Ο Γκούσταβ Σέμπες μαζί με τους Μπέλα Γκούτμαν και Μάρτον Μπούκοβι ήταν οι "θιασώτες" του 4-2-4 ένας "πρόδρομος" του περίφημου "ολοκληρωτικού ποδοσφαίρου" των Ολλανδών στην δεκαετία του '70.

Γεννήθηκε στις 22 Ιανουαρίου 1906 στην Βουδαπέστη στην τότε Αυστρουγγρική αυτοκρατορία ως Γκούσταβ Σάρενπεκ αλλά ύστερα απο απόφαση της κυβέρνησης να καταργηθούν όλα τα γερμανικής ρίζας επίθετα μετατράπηκε σε Σέμπες.

Απο την ηλικία των 12 ετών ξεκίνησε να παίζει ποδόσφαιρο ως αμυντικός μέσος στην Müszaki Dolgozók SE και εν συνεχεία στην Βάσας. Παράλληλα ασχολήθηκε με τον συνδικαλισμό κάτι που το έκανε και στην Γαλλία ως τεχνικός της Renault στο Μπιλανκούρ 8 χιλιόμετρα έξω απο το Παρίσι παίζοντας παράλληλα ποδόσφαιρο στις ομαδες Sauvages Nomades και Club Olympique Billancourt

Με την επιστροφή στην χώρα του εντάχθηκε στην ΜΤΚ με την οποία κατέκτησε 3 Πρωταθλήματα το 1929, το 1936 και το 1937 και το Κύπελλο το 1932, με 200 συμμετοχές και 2 τέρματα, ενώ έγινε διεθνής και μία φορά στις 15 Μαρτίου του 1936 κόντρα στην Γερμανία στην Βουδαπέστη στο αριστερό άκρο της μεσαίας γραμμής.

Με την ολοκλήρωση της καριέρας του τo 1945 ξεκίνησε την προπονητική καριέρα. Szentlőrinci AC απο το 1940 έως το 1942, WMKASE Τσέπελ απο το 1942 έως το 1944 και Budafoki MTE την περίοδο 1945-1946.

Το 1948 μαζί με τους Μπέλα Μάντικ και Γκαμπόρ Κομπότι-Κλέμπερ θα αναλάβουν την εθνική Ουγγαρίας, αλλά ένα χρόνο αργότερα θα αναλάβει μόνος του έχοντας και τον τίτλο του Υφυπουργού Αθλητισμού.

Επηρεασμένος απο την Ιταλία και την Αυστρία που αποτελούταν απο παίκτες δύο ομάδων θέλησε να το εφαρμόσει και στην Ουγγαρία. Η ΜΤΚ ήταν η ομάδα της μυστικής αστυνομίας οπότε ήταν η μία, και επειδή η Φερεντσβάρος λόγω πολιτικών πιστεύω δεν θεωρούταν κατάλληλη για αυτό τον σκοπό  προκρίθηκε η περίπτωση της Κίσπεστ η οποία μετονομάστηκε σε Χόνβεντ και ήταν υπό την αιγίδα του στρατού.

Η πρώτη μεγάλη επιτυχία της εθνικής δεν ήταν άλλη απο την κατάκτηση του χρυσού μεταλλίου στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Ελσίνκι το 1952 αήττητη πετυχαίνοντας 20 τέρματα και δεχόμενη μόνο δύο. Όμως ένα φιλικό παιχνίδι κόντρα στην Αγγλία στο Γουέμπλει στις 15 Νοεμβρίου του 1953 το "ματς του αιώνα" όπως αναγορεύτηκε, εκτόξευσε τους Μαγυάρους. 

Ο Σέμπες προετοίμασε με κάθε λεπτομέρεια το συγκεκριμένο παιχνίδι. Χρησιμοποίησε αγγλικές μπάλες τις λευκές οι οποίες όσο κυλούσε το παιχνίδι γινόταν βαρύτερες, για να εξασκηθούν οι ποδοσφαιριστές του, όπως και ότι προσάρμοσε ένα απο τα βοηθητικά γήπεδα στις διαστάσεις του "Γουέμπλει".

Επίσης αποφάσισε να ταξιδέψει με τραίνο αντί για αεροπορικώς στο Λονδίνο όπου έκανε μια στάση στο Παρίσι για να δώσει ένα φιλικό παιχνίδι με τους εργάτες της Renault για ξεμούδιασμα που αποδείχτηκε άκρως ωφέλιμο για την ομάδα του.

Οι Άγγλοι δεν είχαν γνωρίσει την ήττα απο μη βρετανική ομάδα απο το 1871 αλλά απέναντι στην παρέα του Πούσκας και όλων των υπολοίπων βρήκαν τον μάστορά τους γνωρίζοντας την ήττα με 6-3 όχι μόνο λόγω του αποτελέσματος αλλά και απο πλευράς τεχνικής αλλά και τακτικής. 

Όπως ήταν λογικό ήταν το φαβορί για την κατάκτηση του Παγκοσμίου Κυπέλλου στα γήπεδα της Ελβετίας ένα χρόνο αργότερα. Στην πρώτη φάση "διέλυσε" Νότια Κορέα και Δυτική Γερμανία με 9-0 και 8-3 αντίστοιχα και στα προημιτελικά θα αντιμετώπιζε την Βραζιλία.

Σε ένα πολύ σκληρό παιχνίδι που πήρε το προσωνύμιο η "Μάχη της Βέρνης" με 42 φάουλ, 2 πέναλντι και τρείς αποβολές πήρε τελικά την νίκη με 4-2, ενώ με το ίδιο σκόρ επικράτησε και της Ουρουγουάης στον ημιτελικό.

Στον τελικό βρήκαν απέναντι τους και πάλι την Δυτική Γερμανία και βρέθηκαν να προηγούνται με 2-0 με Πούσκας και Τσίμπορ αντίστοιχα. Γρήγορα όμως η "μάντσαφτ" ισοφάρισε με Μόρλοκ και Ραν, το γκολ του οποίου οι Ούγγροι διαμαρτυρήθηκαν ότι έγινε φάουλ πάνω στον Γκρόσιτς.

Ο Ραν ανέτρεψε πλήρως το σκηνικό κάνοντας το 2-3, ο Πούσκας ισοφάρισε αλλά το γκολ του ακυρώθηκε ως οφσάιντ, ενώ λίγο πριν την λήξη ζήτησαν πέναλντι σε ανατροπή του Κόκσιτς. Το 3-2 υπέρ των Δυτικογερμανών διατηρήθηκε μέχρι και το τελευταίο σφύριγμα βάζοντας τέλος στο αήττητο 32 αγώνων για την "χρυσή ομάδα".

Θα παραμείνει στην εθνική μέχρι και τις 9 Ιουνίου του 1956 όταν θα απολυθεί μετά την φιλική ισοπαλία με την Πορτογαλία στην Λισαβόνα. Παρά το γεγονός ότι η ομάδα βρισκόταν σε καλή κατάσταση, η ήττα με 5–4 από το Βέλγιο λίγες ημέρες νωρίτερα στις 3 Ιουνίου, σε συνδυασμό με την έντονη πολιτική πίεση και τη φθορά των σχέσεων του με την ομοσπονδία μετά τον χαμένο τελικό του Μουντιάλ το 1954, οδήγησαν στην αντικατάστασή του από τον Μάρτον Μπούκοβι

Σε 69 παιχνίδια είχε 50 νίκες, 12 ισοπαλίες και 7 ήττες και κατέχει την τρίτη θέση πίσω απο τους Λάγιος Μπαρότι και Μάρκο Ρόσι. Λόγω των στενών του σχέσεων με το κομμουνιστικό καθεστώς, τοποθετήθηκε στις αρχές του 1957 στην τεχνική ηγεσία της Ούιπεστ αναλαμβάνοντας μια ομάδα που προσπαθούσε να βρει τα πατήματά της μέσα στο χάος της μεταπολεμικής/μεταεπαναστατικής περιόδου.

Εφάρμοσε τις γνωστές, αυστηρές επιστημονικές μεθόδους του (πειθαρχία, φυσική κατάσταση, τακτική ευελιξία) αν και δεν κατάφερε να την οδηγήσει στο Πρωτάθλημα σε 63 αγώνες είχε 31 νικες, 12 ισοπαλίες και 20 ήττες. 

Για έναν προπονητή με το δικό του κορυφαίο στάτους, η 2η θέση στο πρωτάθλημα του 1959, θεωρήθηκε αποτυχία από τους απαιτητικούς διοικούντες. Η Ουίπεστ ελεγχόταν από το πανίσχυρο κομμουνιστικό Υπουργείο Εσωτερικών και την Αστυνομία και οι κρατικοί αξιωματούχοι είχαν υπερβολικές απαιτήσεις και επενέβαιναν συχνά στο έργο του, γεγονός που δημιουργούσε συνεχείς τριβές.

Οι αυστηρές, σχεδόν στρατιωτικές μέθοδοι πειθαρχίας και η σκληρή φυσική κατάσταση που επέβαλλε άρχισαν να προκαλούν κόπωση και αντιδράσεις στα αποδυτήρια μετά από 2,5 χρόνια. Το αθλητικό διευθυντήριο της χώρας αποφάσισε να τον μετακινήσει σε άλλη θέση εξουσίας, καθώς παρέμενε ένα πολύτιμο στέλεχος για το σύστημα.

Επέστρεψε το 1960 στην Χόνβεντ, η ομάδα όμως δεν είχε καμία σχέση με το ένδοξο παρελθόν. Οι Πούσκας, Κότσις και Τσίμπορ είχαν φύγει στο εξωτερικό μετά την Επανάσταση του 1956 και από την παλιά φρουρά είχε απομείνει κυρίως ο εμβληματικός μέσος Γιόζεφ Μπόζικ.

Οι στρατιωτικοί διοικητές της Χόνβεντ απαιτούσαν άμεσα τίτλους, αγνοώντας ότι το ρόστερ είχε αποδυναμωθεί πλήρως μετά το 1956. Όπως ακριβώς συνέβη και στην Ούιπεστ, οι ανώτατοι αξιωματικοί του Στρατού είχαν λόγο για την τακτική, τις επιλογές των παικτών, ακόμη και για το πειθαρχικό κομμάτι, μειώνοντας την αυθεντία του Σέμπες.

Οι παίκτες της νέας γενιάς δεν ανταποκρίνονταν εύκολα στο δόγμα του «σοσιαλιστικού ποδοσφαίρου» και τις εξαντλητικές προπονήσεις που εφάρμοζε από το 1950. Όμως και τις δύο σεζόν κατέλαβε την 2η και την 5η θέση αντίστοιχα στο Πρωτάθλημα.

Η πτώση στην 5η θέση το 1962 έδωσε την αφορμή στους στρατιωτικούς να τον απομακρύνουν. Η απογοήτευσή του από τις διοικήσεις της Ούιπεστ και της Χόνβεντ ήταν τόσο μεγάλη, που μετά το 1962 αποσύρθηκε από την προπονητική συλλόγων για 6 χρόνια.

Σε 52 αγώνες είχε 25 νίκες, 14 ισοπαλίες και 13 ήττες και ανέλαβε χρέη προπονητή στην εθνική ομάδα νέων της χώρας του από τον Ιούλιο του 1963 έως τον Δεκέμβριο του 1965, βοηθώντας στην ανάδειξη της επόμενης ποδοσφαιρικής γενιάς. 

Από τον Ιανουάριο του 1967 έως τον Ιούνιο του 1968.ανέλαβε τον ρόλο του τεχνικού διευθυντή και συμβούλου, της Ταταμπάνια την παραδοσιακή ομάδα των ανθρακωρύχων της Ουγγαρίας. Χρηματοδοτούνταν και ελεγχόταν από τα συνδικάτα των μεταλλωρύχων, ένα περιβάλλον πολύ διαφορετικό από τον Στρατό (Χόνβεντ) ή την Αστυνομία (Ούιπεστ).

Είχε την υψηλή εποπτεία, σχεδίαζε το πλάνο ανάπτυξης και βοηθούσε στην τακτική προσέγγιση. Κατά τη διάρκεια της παρουσίας του, η ομάδα είχε σταθερή και αξιοπρεπή πορεία τερματίζοντας στην πεμπτη θέση του Πρωταθλήματος.

Το καλοκαίρι του 1968 δέχτηκε την επίσημη πρόταση από την Ντιόσγκιορ, αποφάσισε να αποχωρήσει για να αναλάβει την πλήρη αγωνιστική ευθύνη μιας ομάδας στο γήπεδο, για τελευταία φορά στην καριέρα του.

Είχε πετύχει τον στόχο του να σταθεροποιήσει την Ταταμπάνια στην πρώτη πεντάδα του πρωταθλήματος (5η θέση το 1967) και να οργανώσει τις αθλητικές δομές της. Ως άνθρωπος του γηπέδου και της δράσης, η θέση του «συμβούλου» στο γραφείο δεν τον γεμίζε πλήρως, καθώς ήθελε να έχει τον πρώτο και τον τελευταίο λόγο στην τακτική.

Οι διοικούντες την Ταταμπάνια  που προέρχονταν από τα συνδικάτα των ανθρακωρύχων, άρχισαν να έχουν αυξημένες απαιτήσεις που δεν συμβάδιζαν με το μπάτζετ του συλλόγου, κάτι που επιτάχυνε την έξοδό του.

Η πορεία του στο Μίσκολτς, εξελίχθηκε σε μια σύντομη, δύσκολη και τελικά αποτυχημένη προσπάθεια, η οποία τον οδήγησε στην οριστική απόσυρση από τους πάγκους. Ανέλαβε την ομάδα κατά τη διάρκεια του δεύτερου μισού του Πρωταθλήματος Ουγγαρίας του 1968, όμως η θητεία του διήρκεσε μόλις μερικούς μήνες.

Η Ντιόσγκιορ (ομάδα της πόλης Μίσκολτς) βρισκόταν σε βαθιά αγωνιστική κρίση και πάλευε για τη σωτηρία της στην πρώτη κατηγορία. Η διοίκηση στράφηκε στο πρόσωπο του, ελπίζοντας ότι το βαρύ του όνομα και οι πειθαρχικές του μέθοδοι θα έσωζαν την κατάσταση.

Ήρθε αντιμέτωπος με μια σκληρή πραγματικότητα, οι τακτικές και το σύστημα που εφάρμοζε, τα οποία είχαν θριαμβεύσει τη δεκαετία του 1950, θεωρούνταν πλέον ξεπερασμένα από το σύγχρονο, πιο γρήγορο και δυναμικό ποδόσφαιρο του 1968.

Υπήρξε μεγάλη δυσκολία στην επικοινωνία με τους νεαρούς ποδοσφαιριστές της ομάδας, οι οποίοι δεν μπορούσαν να προσαρμοστούν στις αυστηρές, σχεδόν στρατιωτικές του απαιτήσεις. Λόγω των κακών αποτελεσμάτων και της αποτυχίας του να βγάλει την ομάδα από τη ζώνη του υποβιβασμού, η διοίκηση της Ντιόσγκιορ αποφάσισε να τον απολύσει πριν καν ολοκληρωθεί η σεζόν, τον Νοέμβριο του 1968, αντικαθιστώντας τον με τον Όσκαρ Σίγκετι (ο οποίος τελικά κατάφερε να σώσει την ομάδα την τελευταία αγωνιστική).

Έκατσε σε 12 αγώνες όπου είχε 2 νίκες, 3 ισοπαλίες και 7 ήττες και αυτή η αρνητική εμπειρία πλήγωσε τον εγωισμό του 62χρονου τότε Σέμπες. Συνειδητοποιώντας ότι η εποχή του ως προπονητής αγώνων είχε περάσει ανεπιστρεπτί, αποσύρθηκε οριστικά από τους πάγκους και δεν ξαναπροπόνησε ποτέ καμία ομάδα μέχρι τον θάνατό του.

Απο τον Απρίλιο του 1948 έως το 1960 ήταν πρόεδρος της Ουγγρικής Ολυμπιακής Επιτροπής. Ήταν απο τα ιδρυτικά μέλη της UEFA το 1954 και ως αντιπρόεδρος και μέλος του Εκτελεστικού Συμβουλίου για το Κύπελλο των Πρωταθλητριών Ομάδων θα είναι παρών στις συζητήσεις με την UEFA για την καθιέρωση του Κυπέλλου Πρωταθλητριών.

Ο Σέμπες εξέδωσε βιβλία που έγιναν σημεία αναφοράς για τη μεθοδολογία του ποδοσφαίρου. Τα πιο σημαντικά έργα του ήταν «A magyar labdarúgás» (Το ουγγρικό ποδόσφαιρο), μια βαθιά ανατομία των ριζών και της εξέλιξης του αθλήματος στη χώρα του.

Το δεύτερο ήταν το «A Aranycsapat» (Η Χρυσή Ομάδα), το πιο προσωπικό του βιβλίο, όπου εξήγησε βήμα-βήμα πώς σχεδίασε την ομάδα των Πούσκας και Χιντεγκούτι, αναλύοντας τις προπονητικές του μεθόδους.

Στα βιβλία του, ο Σέμπες κωδικοποίησε τις θεωρίες του, οι οποίες θεωρούνται ο πρόδρομος του Total Football (Ολοκληρωτικό Ποδόσφαίρο), υποστήριζε ότι κανένας παίκτης δεν πρέπει να είναι δεμένος σε μία θέση, όλοι έπρεπε να μπορούν να αμυνθούν και να επιτεθούν, μια ιδέα που αργότερα τελειοποίησαν οι Ολλανδοί τη δεκαετία του '70.

Ανέλυσε εκτενώς πώς η οπισθοχώρηση του Νάντορ Χιντεγκούτι διέλυσε την αγγλική άμυνα στο ιστορικό 3–6 του Γουέμπλεϊ το 1953. Κατέγραψε πώς εισήγαγε την κολύμβηση, τον στίβο και τη σωστή διατροφή στην καθημερινότητα των ποδοσφαιριστών, κάτι πρωτοποριακό για το 1950.

Παρά το γεγονός ότι ζούσε πίσω από το Σιδηρούν Παραπέτασμα, κορυφαίοι προπονητές από όλο τον κόσμο συμπεριλαμβανομένων Ιταλών, Ολλανδών και Γερμανών, ταξίδευαν στη Βουδαπέστη ή διάβαζαν μεταφράσεις των κειμένων του για να μελετήσουν τη σκέψη του. Παράλληλα, ως επίτιμο μέλος της UEFA, συμμετείχε σε διεθνή συνέδρια όπου παρέδιδε σεμινάρια.

Στις 30 Ιανουαρίου του 1986 σε ηλικία 80 ετών έφυγε απο την ζωή,  ο θάνατός του προκάλεσε μεγάλη συγκίνηση στην Ουγγαρία, καθώς σηματοδότησε την απώλεια του ανθρώπου που σχεδίασε το μεγαλύτερο ποδοσφαιρικό θαύμα της χώρας. [

Η σορός του τάφηκε στο Κοιμητήριο του Μπούνταφοκ στην περιφέρεια της Βουδαπέστης. Το 2019, η MTK, η ομάδα της Budafoki MTE την οποία είχε προπονήσει το 1945 και ο τοπικός δήμος ανακαίνισαν πλήρως τον τάφο του, αντικαθιστώντας τον παλιό οικογενειακό τάφο με ένα σύγχρονο, επιβλητικό μνημείο.

Με την πάροδο των χρόνων, η προσφορά του Σέμπες αναγνωρίστηκε ως εθνική πολιτιστική και αθλητική κληρονομιά της Ουγγαρίας, ο τάφος του Σέμπες έχει ανακηρυχθεί επίσημα από το ουγγρικό κράτος ως προστατευόμενο ιστορικό μνημείο και αποτελεί μέρος του «Εθνικού Πάνθεου» που περιλαμβάνει τις σημαντικότερες προσωπικότητες της χώρας.

Η ΜΤΚ τον έχει εντάξει στο Hall of Fame της, αποδίδοντάς του τον ανώτατο τιμητικό τίτλο του συλλόγου. Σήμερα αναγνωρίζεται παγκοσμίως από τη FIFA και την UEFA ως ένας από τους κορυφαίους προπονητές του 20ού αιώνα. 

Το όνομά του μνημονεύεται σε όλα τα μεγάλα ποδοσφαιρικά μουσεία και βιβλιογραφίες τακτικής δίπλα στους Ρίνους Μίχελς και Άρίγκο Σάκι, ως ο θεμελιωτής του μοντέρνου, καθολικού ποδοσφαίρου.

Του απονεμήθηκε το 1953 το Παράσημο Εργασίας από το ουγγρικό κράτος αμέσως μετά τον θρίαμβο με 6–3 επί της Αγγλίας στο Γουέμπλεϊ.  Του απονεμήθηκε ο τίτλος του «Μέλους-Προπονητή» το 1961 ένας ανώτατος τιμητικός τίτλος της Ουγγρικής Ομοσπονδίας για προπονητές με καθοριστική προσφορά στο έθνος.

Το 1984 τιμήθηκε με το Βραβείο Νεολαίας για τη συνολική προσφορά του στην ανάδειξη και εκπαίδευση των νέων αθλητών. Το 2013 το Wold Soccer σε ψηφοφορία του τον κατέταξε στην 24η θέση των κορυφαίων προπονητών όλων των εποχών. 

Η Ουγγρική Ομοσπονδία Ποδοσφαίρου  έχει δημιουργήσει επίσημο ετήσιο βραβείο που φέρει το όνομά του και απονέμεται στους κορυφαίους Ούγγρους προπονητές της χρονιάς, Το 2005 του απονεμήθηκε τιμητικά ο Σταυρός των Αξιωματικών του Τάγματος της Αξίας της Ουγγρικής Δημοκρατίας για την ιστορική του προσφορά. 

Η ζωή και η συνεισφορά του Σέμπες μεταφέρθηκαν στη μεγάλη σκηνή του Θεάτρου Έρκελ της Βουδαπέστης το 2020, μέσω του επιτυχημένου μουσικού έργου «Puskás», όπου ο χαρακτήρας του Σέμπες αποτελεί έναν από τους κεντρικούς πρωταγωνιστές της πλοκής. 

Σε μια μεγάλη ιστορική αναδρομή και έρευνα, η έγκριτη αμερικανική εφημερίδα Los Angeles Times το 2010 κατέταξε τον Γκούσταβ Σέμπες στην 3η θέση των κορυφαίων προπονητών στην ιστορία του παγκόσμιου ποδοσφαίρου, εξαίροντας την τακτική του πρωτοπορία με το σύστημα 4-2-4.

Προσωπικά του αντικείμενα, σημειωματάρια τακτικής και μετάλλια φυλάσσονται ως εκθέματα υψηλής αξίας στο Ινστιτούτο Πούσκας και στο Μουσείο της FIFA.


 

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...