Ήταν λάτρης της έντονης νυχτερινής ζωής και του αλκοόλ, ο ίδιος χαρακτήριζε τον εαυτό του "κοσμοπολίτη", άλλωστε το γεγονός ότι αγωνίστηκε σε τρεις εθνικές ομάδες το καταδεικνύει. Ο Λάζλο Κουμπάλα για τους οπαδούς της Μπαρτσελόνα είναι ο άνθρωπος που άλλαξε την μοίρα του συλλόγου.
Γεννήθηκε στις 10 Ιουνίου του 1927 στην Βουδαπέστη απο την Άνα Στέτς που είχε πολωνικές, σλοβακικές και ουγγρικές ρίζες και τον Πάλ Κουμπάλα Κούριας που άνηκε στην σλοβακική μειονότητα της Ουγγαρίας. Σε ηλικία 11 ετών βρέθηκε στις μικρές ομάδες της Ganz Te που αποτελούταν απο εργάτες και αγωνιζόταν στην τρίτη κατηγορία της Ουγγαρίας, έχοντας συμπαίκτες απο 3 έως και 5 χρόνια μεγαλύτερους.
Θα αγωνιστεί και στην πρώτη ομάδα, αλλά πολύ σύντομα στην ηλικία των 18 ετών πήρε μετεγγραφή στην Φερεντσβάρος, υπογράφοντας συμβόλαιο μαζί με τον Σάντορ Κόκσιτς. Θα αγωνιστεί σε 49 παιχνίδια πετυχαίνοντας 27 τέρματα την περίοδο 1945-1946, όμως ο θάνατος του πατέρα του αλλά και η άρνηση του να καταταγεί στον στρατό θα φέρει αυτόν και την μητέρα του στην Μπρατισλάβα.
Ώς Λαντισλάβ Κουμπάλα θα παίξει για λογαριασμό της Σλόβαν Μπρατισλάβας την διετία 1946-1948 έχοντας 33 συμμετοχές και 14 γκολ, εκεί καθιέρωσε το μοναδικό του στυλ με τις απίστευτες ντρίμπλες, την προστασία της μπάλας με το σώμα και τις αξεπέραστες εκτελέσεις φάουλ, μαγεύοντας τους φιλάθλους στη Μπρατισλάβα.
Η διαμονή του στη Μπρατισλάβα αποδείχθηκε καθοριστική για την προσωπική του ζωή, ο προπονητής της Σλόβαν ήταν ο θρυλικός Σλοβάκος τεχνικός Φέρντιναντ Ντάουτσικ, ο Κουμπάλα ερωτεύτηκε την κόρη του προπονητή του, την Άννα Βιόλα Ντάουτσικ, την οποία και παντρεύτηκε το 1947.
Όπως ακριβώς είχε φύγει από την Ουγγαρία το 1946 για να μην πάει φαντάρος, το ίδιο πρόβλημα αντιμετώπισε και στη Μπρατισλάβα. Το 1948, οι τσεχοσλοβακικές αρχές τον κάλεσαν να εκπληρώσει τη στρατιωτική του θητεία.
Ο Κουμπάλα αρνήθηκε να ντυθεί στα στρατιώτιικα, πακέταρε τα πράγματά του και πέρασε ξανά τα σύνορα, επιστρέφοντας στη Βουδαπέστη. Τον Ιανουάριο του 1948, η σύζυγός του, Άννα Βιόλα Ντάουτσικ, έφερε στον κόσμο τον πρώτο τους γιο, τον Μπράνκο Κουμπάλα.
Με ένα νεογέννητο μωρό στην αγκαλιά και κυνηγημένος από τον στρατό της Τσεχοσλοβακίας, ο Κουμπάλα αναζήτησε την ασφάλεια της πατρίδας του και τη βοήθεια της δικής του οικογένειας στην Ουγγαρία.
Η Βάσας ήταν η ομάδα των συνδικάτων των μεταλλωρύχων και είχε τεράστια πολιτική επιρροή στο νέο καθεστώς της Ουγγαρίας. Οι άνθρωποι της Βάσας υποσχέθηκαν στον Κουμπάλα ότι αν υπέγραφε σε αυτούς, θα διέγραφαν την παλιά κατηγορία του «λιποτάκτη» από το 1946 και δεν θα αντιμετώπιζε προβλήματα με τις ουγγρικές αρχές.
Έπαιξε στη Βάσας για το υπόλοιπο της σεζόν 1948 και μπορεί η παρουσία του να ήταν σύντομη αλλά ήταν εντυπωσιακή, αφού σε 20 εμφανίσεις στο πρωτάθλημα Ουγγαρίας σημείωσε 10 γκολ. Ούτε και εκεί όμως θα στεριώσει αφού τον Ιανουάριο του 1949 η Ουγγαρία ανακηρύσσεται σοσιαλιστική δημοκρατία.
θα φύγει απο την χώρα στην καρότσα ενός φορτηγού, θα μεταβεί αρχικά στην Αυστρία και απο εκεί στην Ιταλία όπου θα δώσει κάποια παιχνίδια με την Προ Πάτρια. Τον Μάιο του 1949 θα συμφωνήσει με την Τορίνο για να λάβει μέρος στο φιλικό απέναντι στην Μπενφίκα που θα γινόταν στην Λισαβόνα, αλλά την τελευταία στιγμή λόγω της αρρώστιας του γιου του θα ακυρώσει την συμμετοχή του.
Θα γλυτώσει απο του Χάρου τα δόντια αφού το αεροπλάνο κατά την επιστροφή θα συντριβεί στον λόφο της Σουπέργκα λίγο έξω απο το Τορίνο. Εκείνη την περίοδο η Ουγγρική Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία θα ζητήσει την τιμωρία του για αθέτηση του συμβολαίου που είχε με την Ουγγρική Βάσας, λιποταξία και έξοδο από τη χώρα χωρίς άδεια.
Πράγματι η FIFA θα δεχτεί τις αιτιάσεις της ομοσπονδίας και θα του επιβάλλει ποινή αποκλεισμού ενός έτους απο κάθε αγωνιστική δραστηριότητα. Τον Ιανουάριο του 1950 μαζί με τον προπονητή Φέρντιναντ Ντάουτσικ θα δημιουργήσουν μια ομάδα αποτελούμενη απο εξόριστους απο την Ανατολική Ευρώπη με το όνομα Hungaria και το καλοκαίρι του ίδιου χρόνου θα δώσουν μια σειρά φιλικών αγώνων στην Ισπανία.
Με την απόδοση του θα εντυπωσιάσει τόσο την Ρεάλ όσο και την Μπαρτσελόνα, οι Μαδριλένοι θα του προσφέρουν συμβόλαιο, ο Κουμπάλα συμφώνησε προφορικά, αλλά έθεσε έναν απαράβατο όρο: να προσληφθεί ως προπονητής ο πεθερός του, Φέρντιναντ Ντάουτσικ.
Ο Μπερναμπέου αρνήθηκε, καθώς είχε ήδη προπονητή και έτσι ο Γιοσέπ Σαμιτιέρ τεχνικός διευθυντής της Μπαρτσελόνα εκμεταλλεύτηκε τη διαφωνία. Ταξίδεψε κρυφά στη Μαδρίτη, συνάντησε τον Κουμπάλα σε ένα ξενοδοχείο, του πρόσφερε ένα αστρονομικό συμβόλαιο και δέχτηκε να προσλάβει τον Ντάουτσικ ως προπονητή.
Λέγεται ότι ο Σαμιτιέρ μέθυσε ελαφρώς τον Κουμπάλα στο τρένο της επιστροφής προς τη Βαρκελώνη για να βεβαιωθεί ότι θα υπογράψει το συμβόλαιο με τους «μπλαουγκράνα» πριν αλλάξει γνώμη. Η ποδοσφαιρική ομοσπονδία της Ουγγαρίας είχε καταγγείλει τον Κουμπάλα ως «λιποτάκτη» και η FIFA του είχε επιβάλει διετή αποκλεισμό από κάθε επίσημο αγώνα.
Η Μπαρτσελόνα τον είχε στο ρόστερ της από το καλοκαίρι του 1950, αλλά δεν μπορούσε να τον χρησιμοποιήσει στο πρωτάθλημα. Για να ξεπεραστεί το αδιέξοδο, η Μπαρτσελόνα και το ισπανικό καθεστώς επιστράτευσαν πολιτικά και νομικά τεχνάσματα.
Η Ισπανία βρισκόταν υπό τη δικτατορία του Φράνκο, η οποία ήταν φανατικά αντικομμουνιστική. Το καθεστώς είδε τη φυγή του από την κομμουνιστική Ουγγαρία ως μια τεράστια ευκαιρία για πολιτική προπαγάνδα.
Με διαδικασίες εξπρές, ασπάστηκε τον Καθολικισμό βαπτίστηκε ξανά στην Ισπανία και του απονεμήθηκε η ισπανική υπηκοότητα ως πολιτικός πρόσφυγας. Καθώς η FIFA δεν υποχωρούσε για τους συλλογικούς αγώνες, οι Ισπανοί εκμεταλλεύτηκαν ένα παράθυρο.
Χρησιμοποίησαν τον Κουμπάλα σε ανεπίσημους αγώνες της Εθνικής Ισπανίας ως Ισπανό πλέον πολίτη και σε φιλικά της Μπαρτσελόνα, για να πιέσουν διεθνώς τη FIFA ότι ένας «ελεύθερος Ισπανός πολίτης δεν μπορεί να στερείται το δικαίωμα στην εργασία».
Μετά από έντονες διπλωματικές πιέσεις της ισπανικής ομοσπονδίας και της Μπαρτσελόνα, η FIFA αναγκάστηκε να συμβιβαστεί και να μειώσει την ποινή. Στις 29 Απριλίου 1951 πήρε τελικά την επίσημη άδεια και το ντεμπούτο του έγινε στο Κύπελλο Ισπανίας εναντίον της Σεβίλλης.
Η Μπαρτσελόνα κέρδισε με 4-1 και ο Κουμπάλα σκόραρε, ξεκινώντας μια χρυσή εποχή που άλλαξε για πάντα την ιστορία του συλλόγου, χάρη σε αυτόν χτίστηκε αργότερα το Camp Nou, καθώς το παλιό γήπεδο δεν χωρούσε τον κόσμο που ήθελε να τον δει.
Στην Βαρκελώνη θα παραμείνει μέχρι το 1961 όπου και θα κατακτήσει 4 Πρωταθλήματα το 1952, το 1953, το 1959 και το 1960, 5 Κύπελλα το 1951, το 1952, το 1953, το 1957 και το 1959 και 2 Κύπελλα Εκθέσεων το 1958 κόντρα σε μια μικτή ομάδα απο το Λονδίνο και το 1960 κόντρα στην Μπέρμιγχαμ.
Θα αγωνιστεί σε 349 παιχνίδια πετυχαίνοντας 270 γκολ τρίτος κορυφαίος σκόρερ όλων των εποχών. Μετά τον χαμένο τελικό του Κυπέλλου Πρωταθλητριών στη Βερνη το 1961, αποφάσισε να κρεμάσει τα παπούτσια του στην Μπαρτσελόνα.
Η διοίκηση του συλλόγου, θέλοντας να εκμεταλλευτεί την τεράστια προσωπικότητά του, του πρότεινε να αναλάβει τις ακαδημίες της ομάδας ως διευθυντής και προπονητής των νέων, θέση την οποία αποδέχτηκε αμέσως το καλοκαίρι του 1961.
Η ευκαιρία για την πρώτη ομάδα δεν άργησε να έρθει. Στις 23 Νοεμβρίου του 1961, ο τότε προπονητής της Μπαρτσελόνα, Λιούμπισα Μπρόσιτς, απολύθηκε λόγω κακών αποτελεσμάτων. Η διοίκηση έδωσε αμέσως τα «κλειδιά» της πρώτης ομάδας στον 34χρονο Κουμπάλα, ο οποίος κάθισε για πρώτη φορά σε επίσημο πάγκο ανδρικής ομάδας.
Μετά την απόλυσή του από τον πάγκο της Μπαρτσελόνα, μετανιωσε που σταμάτησε το ποδόσφαιρο και το καλοκαίρι του 1963 η Εσπανιόλ, η οποία είχε μόλις επιστρέψει στην πρώτη κατηγορία και αναζητούσε τρόπους για να ενισχύσει το γόητρο και το ρόστερ της, του πρόσφερε μια ιδανική διπλή διέξοδο, το συμβόλαιο του παίκτη-προπονητή.
Ο Κουμπάλα δέχτηκε, καθώς η πρόταση του επέτρεπε να παραμείνει με την οικογένειά του στη Βαρκελώνη, την οποία υπεραγαπούσε. Κάθισε στον πάγκο και ταυτόχρονα μπήκε στο γήπεδο για τη σεζόν 1963-64, η πορεία της ομάδας ήταν δύσκολη, καθώς πάλεψε για τη σωτηρία της, την οποία πέτυχε μέσω των μπαράζ παραμονής
Καθοδήγησε την Εσπανιόλ σε 36 αγωνες πετυχαίνοντας 13 νίκες, 6 ισοπαλίες και 17 ήττες, ως παίκτης αγωνίστηκε σε 31 αγώνες και σημείωσε 7 γκολ, αποδεικνύοντας ότι η τέχνη του σκοραρίσματος δεν ξεχνιέται.
Μετά το τέλος της επεισοδιακής σεζόν το 1964, ο Κουμπάλα παρέδωσε τα ηνία της τεχνικής ηγεσίας, αλλά παρέμεινε για λίγο στο ρόστερ ως παίκτης, προτού συνεχίσει το ταξίδι του για άλλες ομάδες. Το καλοκαίρι του 1966 ο Εντμουντ Μπρούνερ πρόεδρος της Ζυρίχης ήθελε να φέρει μια παγκόσμια ποδοσφαιρική προσωπικότητα για να δώσει ευρωπαϊκή αίγλη στην ομάδα και να καθοδηγήσει τους παίκτες στο Κύπελλο Πρωταθλητριών
Παρά το γεγονός ότι ο Κουμπάλα ήταν ήδη 39 ετών και είχε μείνει εκτός δράσης για έναν χρόνο μετά την Εσπανιόλ, πείστηκε από το πλάνο και το υψηλό συμβόλαιο των Ελβετών, αναλαμβάνοντας εκ νέου τον διπλό ρόλο του παίκτη-προπονητή.
Η παρουσία του όμως ήταν σύντομη διήρκεσε μόλις 6 μήνες, από τον Ιούλιο έως τον Δεκέμβριο του 1966 και κατέγραψε ελάχιστες επίσημες εμφανίσεις, καθώς το σώμα του δεν μπορούσε πλέον να ακολουθήσει τους ρυθμούς των αγώνων, έχοντας 13 συμμετοχές με 2 τέρματα.
Η αυστηρή πειθαρχία που απαιτούσε το ελβετικό ποδόσφαιρο και τα αρνητικά αποτελέσματα στο πρωτάθλημα δημιούργησαν γρήγορα τριβές ανάμεσα στον Κουμπάλα και τη διοίκηση. Τον Δεκέμβριο του 1966, οι δύο πλευρές αποφάσισαν να λύσουν κοινή συναινέσει τη συνεργασία τους.
Αμέσως μετά, ο Κουμπάλα δέχτηκε την πρόσκληση από τον Καναδά για να κλείσει οριστικά την καριέρα του στους Τορόντο Φάλκονς. Σε ηλικία 40 ετών, ταξίδεψε στον Καναδά για να αγωνιστεί στο νεοσύστατο πρωτάθλημα της National Professional Soccer League, το οποίο προσπαθούσε να αναπτύξει το ποδόσφαιρο στη Βόρεια Αμερική.
Η παρουσία του στο Τορόντο έμεινε στην ιστορία για έναν πολύ σπάνιο, οικογενειακό λόγο, στην ομάδα των Φάλκονς, προπονητής ήταν ο πεθερός του, ο Φέρντιναντ Ντάουτσικ και συμπαίκτης του στον αγωνιστικό χώρο ήταν ο 19χρονος πρωτότοκος γιος του, ο Μπράνκο Κουμπάλα
Αυτή η συνύπαρξη τριών γενεών της ίδιας οικογένειας, πεθερός προπονητής, γαμπρός και εγγονός παίκτες, στην ίδια επαγγελματική ομάδα παραμένει ένα από τα πιο ιδιαίτερα αξιοπερίεργα στα χρονικά του παγκόσμιου ποδοσφαίρου.
Παρά την ηλικία του και τα εμφανή προβλήματα φυσικής κατάστασης, η κλάση του ήταν εμφανής. Αγωνίστηκε τόσο στη μεσαία γραμμή όσο και στην επίθεση, καταγράφοντας σε 19 συμμετοχές, 5 τέρματα και 5 ασίστ.
Πραγματοποίησαν μια μέτρια σεζόν, τερματίζοντας στην 4η θέση της Δυτικής Περιφέρειας , με απολογισμό 10 νίκες, 5 ισοπαλίες και 17 ήττες σε 32 αγώνες. Μετά την ολοκλήρωση του πρωταθλήματος τον Σεπτέμβριο του 1967, ο Κουμπάλα πήρε τη μεγάλη απόφαση να κρεμάσει οριστικά τα ποδοσφαιρικά του παπούτσια.
Επέστρεψε στην Ισπανία και αφοσιώθηκε αποκλειστικά στην προπονητική, αναλαμβάνοντας λίγο μετά την Κόρδοβα και στη συνέχεια τη «Φούρια Ρόχα»
Είναι ίσως ο μοναδικός ποδοσφαιριστής που αγωνίστηκε σε τρεις εθνικές ομάδες αρχικά στην Τσεχοσλοβακία λόγω της μητέρας του, όπου έκανε το επίσημο ντεμπούτο του στις 27 Οκτωβρίου 1946, σε ηλικία 19 ετών, σε έναν φιλικό αγώνα εναντίον της Αυστρίας στη Βιέννη, όπου μάλιστα σημείωσε και το πρώτο του γκολ στη νίκη της ομάδας του με 4-3.
Είχε 6 συμμετοχές και 4 γκολ, με την εθνική Ουγγαρίας έκανε ντεμπούτο στις 8 Μαΐου 1948, σε ηλικία 21 ετών, σε έναν αγώνα για το Βαλκανικό και Κεντροευρωπαϊκό Πρωτάθλημα εναντίον της Ρουμανίας στο Βουκουρέστι, όπου η Ουγγαρία επικράτησε με 1-0 και συνολικά είχε 3 συμμετοχές χωρίς τέρματα
Το 1953 χάρις και στις ενέργειες του Φράνκο πήρε την ισπανική υπηκοότητα σε μια περίοδο όπου μαινόταν ο "ψυχρός πόλεμος", μάλιστα το 1955 πρωταγωνίστησε στην ταινία «Kubala, Los Ases Buscan La Paz» (Κουμπάλα, Άσοι Αναζητώντας την Ειρήνη), όπου πραγματευόταν την ιστορία του υποδυόμενος τον εαυτό του.
Θα αγωνιστεί με την "ρόχα" ως Λαντισλάο Κουμπάλα, κάνοντας ντεμπούτο στις 5 Ιουλίου του 1953 κόντρα στην Αργεντινή στο Μπουένος Άιρες σε φιλικό παιχνίδι. Σε 19 εμφανίσεις πέτυχε 11 τέρματα, όμως δεν κατάφερε να πάρει μέρος σε μια μεγάλη διοργάνωση αφού αν και βρισκόταν στην αποστολή για το Παγκόσμιο Κύπελλο της Χιλής το 1962 δεν αγωνίστηκε λόγω τραυματισμού.
Τελευταία του εμφάνιση στις 2 Απριλίου του 1961 σε φιλικό παιχνίδι στην Μαδρίτη κόντρα στην Γαλλία. Θα ξεκινήσει αμιγώς την προπονητική του καριέρα απο την Κόρδοβα, αντικαθιστώντας τον Φερνάντο ντε Αργκίλα, με την ομάδα να βρίσκεται ήδη στην τελευταία θέση της La Liga.
Το επίσημο ντεμπούτο του στον πάγκο έγινε στις 15 Δεκεμβρίου 1968, σε μια εντός έδρας νίκη με 3-1 εναντίον της Εσπανιόλ. Στις 18 Μαϊου 1969 κάθισε για τελευταία φορά στον πάγκο της Κόρδοβα στην εκτός έδρας ήττα με 2-0 από τη Βαλένθια για τη ρεβάνς του Κυπέλλου Ισπανίας.
Μετά τον αποκλεισμό, η συνεργασία του με τον σύλλογο λύθηκε οριστικά, καθώς το πρωτάθλημα είχε ήδη ολοκληρωθεί και ο υποβιβασμός της ομάδας είχε οριστικοποιηθεί. Τον Οκτώβριο του 1969 ο τότε πρόεδρος της Ισπανικής Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας Χοσέ Λουίς Κόστα, αποφάσισε να καταργήσει το αποτυχημένο σύστημα των πολλαπλών προπονητών και των προσωρινών λύσεων.
Η αποτυχία αυτή προκάλεσε την άμεση παραίτηση των τεχνικών και έντονη δημόσια κατακραυγή και για αυτό αναζητούσε μια προσωπικότητα με τεράστιο διεθνές κύρος, που θα είχε την απόλυτη αποδοχή των φιλάθλων τόσο της Μαδρίτης (Ρεάλ) όσο και της Βαρκελώνης (Μπαρτσελόνα), προκειμένου να χτίσει την ομάδα από το μηδέν με ορίζοντα το Euro 1972 και το Μουντιάλ 1974.
Παρά το γεγονός ότι η Αλ Χιλάλ έπαιξε στρωτό ποδόσφαιρο, η 6η θέση στο πρωτάθλημα θεωρήθηκε αποτυχία για τα δεδομένα του συλλόγου, που είχε συνηθίσει να κάνει πρωταθλητισμό. Η διοίκηση αποφάσισε να μην ανανεώσει το συμβόλαιό του το καλοκαίρι του 1983 και επέστρεψε στην Ισπανία, μένοντας για ένα διάστημα εκτός πάγκων.
Ο Κουμπάλα, παρά την αποτυχία του να σώσει την Κόρδοβα λίγους μήνες νωρίτερα, παρέμενε ένα από τα πιο σεβαστά και αγαπητά πρόσωπα στην Ισπανία. Η ομοσπονδία εκτιμούσε τη βαθιά του γνώση για το ισπανικό ποδόσφαιρο και την ικανότητά του να διαχειρίζεται μεγάλους αστέρες.
Οι επαφές έγιναν γρήγορα και στις 14 Οκτωβρίου 1969, ο Κουμπάλα ανακοινώθηκε επίσημα ως ο νέος εκλέκτορας της Εθνικής Ισπανίας. Δεν έχασε χρόνο και κάθισε για πρώτη φορά στον πάγκο της «Φούρια Ρόχα» μόλις σε ένα φιλικό παιχνίδι εναντίον της Φινλανδίας στη Λα Κορούνια, όπου επικράτησε με το εμφατικό 6-0Θα κάτσει στον πάγκο της μέχρι το 1980 όταν και θα την οδηγήσει σε δύο τελικές φάσεις μεγάλων διοργανώσεων στο Παγκόσμιο Κύπελλο της Αργεντινής το 1978 και το EURO του 1980 στην Ιταλία, μένοντας εκτός συνέχειας απο τον πρώτο γύρο.
Συνολικά σε 68 παιχνίδια είχε 36 νίκες, 22 ισοπαλίες και 10 ήττες και μετά το τέλος του Euro θα αποχωρήσει απο την εθνική. Ο πανίσχυρος πρόεδρος του συλλόγου, Τζουζέπ Λουίς Νούνιες, αναζητούσε μια προσωπικότητα που θα ένωνε τους οπαδούς, θα έφερνε ηρεμία στα αποδυτήρια και θα επανέφερε την ομάδα στην κορυφή.
Μόλις είχε ολοκληρώσει την 11ετή παρουσία του στην Εθνική Ισπανίας μετά το Euro 1980 , η διοίκηση τον προσέγγισε, ο ίδιος δέχτηκε με ενθουσιασμό να επιστρέψει στο σπίτι του και υπέγραψε το συμβόλαιό του τον Ιούλιο του 1980.
Παρά το καλό ξεκίνημα στα φιλικά, η ομάδα παρουσίασε σοβαρά προβλήματα σταθερότητας και τακτικής αμέσως μόλις άρχισαν οι επίσημες υποχρεώσεις, στο Πρωτάθλημα, η Μπαρτσελόνα υπέστη βαριές και απρόσμενες ήττες (όπως το 2-1 από την Εσπανιόλ και το 1-0 από την Οσασούνα).
Το τελειωτικό χτύπημα ήρθε στο Κύπελλο UEFA, όπου η Μπαρτσελόνα γνώρισε έναν ταπεινωτικό εντός έδρας διασυρμό από τη γερμανική Κολωνία με 0-4 μέσα στο Καμπ Νόου. Ο Νούνιες, βλέποντας την ομάδα να καταρρέει αγωνιστικά και τους οπαδούς να αποδοκιμάζουν, δεν έδειξε υπομονή.
Στις 9 Νοεμβρίου 1980, μετά από μόλις 5 μήνες στη θέση του και μετά την ήττα από τη Ρεάλ Μαδρίτης με 2-1 στο «Σαντιάγο Μπερναμπέου», ο Κουμπάλα απολύθηκε και αντικαταστάθηκε ξανά από τον Ελένιο Ερέρα.
Η δεύτερη παρουσία του στον πάγκο των «μπλαουγκράνα» κράτησε για μόλις 13 αγώνες έχοντας 7 νικες και 6 ήττες. Η έλλειψη ισοπαλιών, έδειχνε μια ομάδα του «όλα ή τίποτα», η οποία πλήρωσε την αμυντική της αστάθεια, αναγκάζοντας τον να αποχωρήσει πικραμένος από τον αγαπημένο του σύλλογο.
Μετά από ένα διάστημα ξεκούρασης στην Ισπανία, δέχτηκε μια αστρονομική οικονομική πρόταση από τη Μέση Ανατολή. Ανέλαβε την τεχνική ηγεσία της Αλ-Χιλάλ, της ισχυρότερης ομάδας της Σαουδικής Αραβίας, όπου σε 23 αγώνες είχε 11 νίκες, 6 ισοπαλίες και 6 ήττες
Κατά τη διετία 1984-1985, προσεγγίστηκε ανεπίσημα από δύο ομάδες της Β' Κατηγορίας Ισπανίας και από έναν σύλλογο της Αυστρίας, που του πρόσφεραν συμβόλαιο. Ωστόσο, ξεκαθάρισε ότι δεν επιθυμούσε να φύγει από τη Βαρκελώνη ούτε να αναλάβει την καθημερινή πίεση μιας ομάδας, προτιμώντας να λειτουργεί μόνο ως άτυπος σύμβουλος όταν του ζητούνταν.
Ο κυριότερος λόγος που αρνήθηκε προτάσεις ήταν η κατάσταση της υγείας της πολυαγαπημένης του συζύγου, Άννας Βιόλα Ντάουτσικ, αντιμετώπιζε σοβαρά ιατρικά προβλήματα εκείνη την περίοδο και αποφάσισε να βάλει σε δεύτερη μοίρα την καριέρα του
Ήθελε να βρίσκεται μόνιμα στο σπίτι τους στη Βαρκελώνη για να τη φροντίζει και να στηρίξει την οικογένειά του. Κατά τη διάρκεια αυτών των τριών ετών, αφοσιώθηκε στις επιχειρηματικές δραστηριότητες που είχε αναπτύξει στην Καταλονία.
Είχε επενδύσει σε ακίνητα και διατηρούσε εμπορικές επιχειρήσεις, οι οποίες του εξασφάλιζαν οικονομική άνεση και του επέτρεπαν να μη βιάζεται να επιστρέψει στο απαιτητικό περιβάλλον των γηπέδων.
Η τριετής αυτή εθελούσια αποχή ολοκληρώθηκε το καλοκαίρι του 1986, όταν η κατάσταση στο σπίτι του σταθεροποιήθηκε και ο ίδιος ένιωσε ξανά τη νοσταλγία του πάγκου, αποδέχτηκε την πρόταση της Ρεάλ Μούρθια για να επιστρέψει στην πρώτη κατηγορία της Ισπανίας.
Αντικαταστάθηκε από τον Αντόνιο Μπενίτεθ, ο οποίος κατάφερε τελικά να σώσει την ομάδα στα μπαράζ υποβιβασμού και σε 38 αγώνες είχε 11 νίκες, 10 ισοπαλίες και 17 ήττες. Το καλοκαίρι του 1987 θα δεχθεί πρόταση απο την Μάλαγα που έπαιζε στην δεύτερη κατηγορία και αποτέλεσε για τον 60χρονο τότε Κουμπάλα την ιδανική ευκαιρία για να αποδείξει την αξία του και να επιστρέψει θριαμβευτικά στο προσκήνιο.
Υπό την καθοδήγηση του η Μάλαγα μετέτρεψε τη Segunda División σε προσωπική της υπόθεση. Έπαιξε κυρίαρχο ποδόσφαιρο και εξασφάλισε μαθηματικά την άνοδο και την κατάκτηση του Πρωταθλήματος της Β' Κατηγορίας στις 17 Απριλίου 1988, πέντε αγωνιστικές πριν από το τέλος.
.
Παρόλο που πέτυχε τον απόλυτο στόχο και στέφθηκε πρωταθλητής, ο Κουμπάλα απολύθηκε αμέσως μετά την εξασφάλιση της ανόδου (την 33η αγωνιστική). Η διοίκηση, θορυβημένη από κάποιες έντονες παρασκηνιακές διαφωνίες που είχε ο Ούγγρος τεχνικός με τους βετεράνους παίκτες (όπως ο Χουανίτο) στα αποδυτήρια και θέλοντας να χτίσει μια διαφορετική τακτική φιλοσοφία για την Primera División, αποφάσισε να μην τον αφήσει να ολοκληρώσει τις τελευταίες 5 αγωνιστικές στον πάγκο.
Τη θέση του πήρε προσωρινά ο Πέπε Σάντσεθ, ύστερα απο 37 παιχνίδια με 22 νίκες, 9 ισοπαλίες και 6 ήττες. Μετά την παράξενη απόλυσή του από τη Μάλαγα δεν είχε άλλες ελκυστικές προτάσεις από ομάδες της Primera División. Έτσι, όταν η Έλτσε τον κάλεσε εσπευσμένα για να αντικαταστήσει τον Φελίπε Μεσόνες, αποδέχτηκε την πρόκληση, παρόλο που ο σύλλογος βρισκόταν ήδη σε τρομερά δυσμενή βαθμολογική θέση.
Ανέλαβε επίσημα στις 20 Νοεμβρίου 1988 και απολύθηκε στις 26 Μαρτίου 1989. Μία από τις πιο χαρακτηριστικές στιγμές της θητείας του ήταν στις 12 Φεβρουαρίου 1989, όταν επέστρεψε ως αντίπαλος στο Καμπ Νου αντιμετωπίζοντας την Μπαρτσελόνα του Γιόχαν Κρόιφ (η Έλτσε έχασε τιμητικά με 2-0).
Ήταν ένας από τους τέσσερις προπονητές που άλλαξε η Έλτσε εκείνη τη σεζόν. Απολύθηκε μετά την 26η αγωνιστική, καθώς η ομάδα είχε κολλήσει στον πάτο της βαθμολογίας και τελικά υποβιβάστηκε πανηγυρικά, σε 16 αγώνες είχε 2 νίκες, 5 ισοπαλίες και 9 ήττες.
Δεν δέχτηκε καμία άλλη επίσημη πρόταση από την Ευρώπη μετά την αποτυχία του στην Έλτσε. Η ηλικία του και οι συνεχόμενες απολύσεις (Μούρθια, Μάλαγα, Έλτσε) έδειχναν ότι η καριέρα του στα κορυφαία ευρωπαϊκά σαλόνια είχε φτάσει στο τέλος της.
Δεν δέχτηκε καμία άλλη επίσημη πρόταση από την Ευρώπη μετά την αποτυχία του στην Έλτσε. Η ηλικία του και οι συνεχόμενες απολύσεις (Μούρθια, Μάλαγα, Έλτσε) έδειχναν ότι η καριέρα του στα κορυφαία ευρωπαϊκά σαλόνια είχε φτάσει στο τέλος της.
Έμεινε εκτός πάγκων για τα επόμενα χρόνια, το διάστημα ανάμεσα στον Ιανουάριο και τον Ιούνιο του 1992, η Ισπανική Ομοσπονδία τοποθέτησε τυπικά το όνομα του Κουμπάλα στην τεχνική ηγεσία της U-21.
Ωστόσο, αυτό έγινε καθαρά για γραφειοκρατικούς λόγους, η ομοσπονδία ήθελε να τον έχει στο τεχνικό τιμ ως βοηθό και άμεσο συνεργάτη του Βιθέντε Μιέρα, ο οποίος έτρεχε το μεγάλο πρότζεκτ της Ολυμπιακής Ομάδας της Ισπανίας (Κ-23) για τους Ολυμπιακούς Αγώνες «Βαρκελώνη 1992».
Η Παραγουάη έψαχνε έναν Ευρωπαίο προπονητή που θα μπορούσε να φέρει τη σύγχρονη τακτική της ηπείρου, αλλά χωρίς το εμπόδιο της γλώσσας. Έχοντας ζήσει δεκαετίες στην Ισπανία και έχοντας διατελέσει ομοσπονδιακός τεχνικός της «Φούρια Ρόχα» για 11 χρόνια, είχε το τέλειο προφίλ, μιλούσε άπταιστα τη γλώσσα και κατανοούσε απόλυτα την ιδιοσυγκρασία των Λατινοαμερικάνων.
Η Παραγουάη διέθετε μια εξαιρετικά ταλαντούχα αλλά άπειρη και απειθάρχητη γενιά παικτών (Τσιλαβέρτ, Γκαμάρα, Αγιάλα). Ο πρόεδρος της ομοσπονδίας πίστευε ότι ένας ζωντανός μύθος του παγκόσμιου ποδοσφαίρου όπως ο Κουμπάλα θα επέβαλλε τον απόλυτο σεβασμό στα αποδυτήρια, λειτουργώντας ως πατρική φιγούρα και δάσκαλος για τους νεαρούς σταρ.
Οι επαφές ολοκληρώθηκαν γρήγορα στις αρχές του 1995 και ο Κουμπάλα ταξίδεψε στην Ασουνσιόν, υπογράφοντας το τελευταίο συμβόλαιο της ζωής του. Συμμετείχε στο Copa America όπου αποκλείστηκε στα προημιτελικά στην διαδικασία των πέναλντι απο την Κολομβία και σε 12 αγώνες είχε 6 νίκες, 4 ισοπαλίες και 2 ήττες.
Ήρθε σε ρήξη με τους διοικούντες την Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία της Παραγουάης, ζήτησε καλύτερη οργάνωση στα ταξίδια, πιο σύγχρονες υποδομές προπόνησης και ένα σταθερό πλάνο φιλικών αγώνων στην Ευρώπη για την προετοιμασία των προκριματικών του Μουντιάλ.
Η ομοσπονδία αρνήθηκε να καλύψει το κόστος, γεγονός που εξόργισε τον Ούγγρο τεχνικό. Σε ηλικία 68 ετών, ο Κουμπάλα συνειδητοποίησε ότι δεν μπορούσε πλέον να ακολουθήσει τους εξαντλητικούς ρυθμούς της Λατινικής Αμερικής.
Τα πολύωρα αεροπορικά ταξίδια και οι μετακινήσεις σε δύσκολες κλιματικές συνθήκες (υψόμετρο, υγρασία) επιβάρυναν την υγεία του. Έχοντας ζήσει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στην Ισπανία, ένιωσε ότι το ταξίδι στην Ασουνσιόν ήταν πολύ μακρινό από το σπίτι και την οικογένειά του.
Ήθελε να επιστρέψει μόνιμα στην Καταλονία για να αποσυρθεί και να ζήσει ήρεμα τα επόμενα χρόνια της ζωής του και έτσι τον Δεκέμβριο του 1995 παραιτήθηκε πριν ξεκινήσουν τα προκριματικά του Παγκοσμίου Κυπέλλου.
Αφοσιώθηκε πλήρως στην Ένωση Παλαιμάχων Ποδοσφαιριστών της Μπαρτσελόνα Λειτούργησε ως ηγετική προσωπικότητα και πρόεδρος της ένωσης, βοήθησε ενεργά στη δημιουργία ενός ταμείου αλληλεγγύης για την οικονομική και ιατρική στήριξη παλαιών ποδοσφαιριστών που είχαν γεράσει ή αντιμετώπιζαν προβλήματα φτώχειας.
Το 1999, κατά τη διάρκεια των εορτασμών για τα 100 χρόνια από την ίδρυση της Μπαρτσελόνα ο σύλλογος διοργάνωσε μια μεγάλη ψηφοφορία ανάμεσα στα μέλη και τους οπαδούς του. Ο Κουμπάλα ανακηρύχθηκε επίσημα ως ο Κορυφαίος Ποδοσφαιριστής που φόρεσε ποτέ τη φανέλα της Μπαρτσελόνα κατά τον 20ό αιώνα, αφήνοντας πίσω του μυθικά ονόματα όπως ο Γιόχαν Κρόιφ και ο Ντιέγκο Μαραντόνα.
Από το 2000 και μετά, η υγεία του άρχισε να καταρρέει δραματικά, προσβλήθηκε από σοβαρή ασθένεια του νευρικού συστήματος και εγκεφαλικά προβλήματα που επηρέασαν τη μνήμη και την κινητικότητά του.
Πέθανε στις 17 Μαΐου του 2002, σε ηλικία 74 ετών, είχε εισαχθεί τον Φλεβάρη εκείνης της χρονιάς σε μια κλινική της Βαρκελώνης με ανεπάρκεια ασβεστίου στο αίμα. Τρεις μήνες κράτησε η μάχη που έδωσε με την ασθένεια του όμως τελικά δεν τα κατάφερε.
Το φέρετρό του, καλυμμένο με τη σημαία της Μπαρτσελόνα και της Καταλονίας, τοποθετήθηκε στην επίσημη αίθουσα VIP του Καμπ Νου. Περισσότεροι από 20.000 οπαδοί σχημάτισαν ουρές χιλιομέτρων για να του πουν το τελευταίο αντίο.
Η νεκρώσιμος ακολουθία ψάληκε στον Καθεδρικό Ναό της Βαρκελώνης. Παρέστησαν σύσσωμη η διοίκηση της Μπαρτσελόνα, ο πρόεδρος της Ρεάλ Μαδρίτης Φλορεντίνο Πέρεθ, ο πρόεδρος της FIFA Ζεπ Μπλάτερ, καθώς και δεκάδες παλιοί συμπαίκτες και αντίπαλοί του, όπως ο Αλφρέδο Ντι Στέφανο που έκλαιγε με αναφιλητά, γιατί παρόλο που ήταν τα δύο μεγάλα αστέρια των μισητών αντιπάλων της Ισπανίας, συνδέονταν μεταξύ τους με παντοτινή φιλία και αλληλοεκτίμηση.
Ετάφη στο κοιμητήριο του Les Corts, το οποίο βρίσκεται σε απόσταση αναπνοής από το Καμπ Νου, ώστε να αναπαύεται για πάντα δίπλα στο γήπεδο που ουσιαστικά χτίστηκε χάρη σε αυτόν.
Το ταλέντο του και η προσωπικότητα του ήταν τόσο έντονη που όλοι όσοι δεν έβρισκαν εισιτήριο στο "Λες Κόρτς" την πρώτη έδρα της Μπαρτσελόνα, έκαναν βόλτες έξω απο το γήπεδο ακούγοντας το ματς στο ραδιοφωνάκι. Για αυτό ακριβώς τον λόγο η διοίκηση των "μπλαουγκράνα" έβαλε μπρος για την δημιουργία του "Καμπ Νου".
Στις 24 Σεπτεμβρίου 2009, η Μπαρτσελόνα αποκάλυψε ένα μνημειώδες χάλκινο άγαλμα του Κουμπάλα έξω από την κεντρική είσοδο του Καμπ Νου. Το άγαλμα, έργο του γλύπτη Μονσεράτ Γκαρσία, έχει ύψος πάνω από δύο μέτρα και τον δείχνει σε μια χαρακτηριστική του κίνηση να ντριμπλάρει με τη μπάλα.
Χρηματοδοτήθηκε εν μέρει από την Ένωση Παλαιμάχων, ως ελάχιστος φόρος τιμής στον παίκτη που άλλαξε την ιστορία του κλαμπ.
Τον Οκτώβριο του 2020, όταν η Μπαρτσελόνα αντιμετώπισε τη Φερεντσβάρος στο Champions League, οι δύο σύλλογοι διοργάνωσαν κοινή τελετή μνήμης. Οι πρόεδροι των ομάδων κατέθεσαν στεφάνια στη βάση του αγάλματός του, αναγνωρίζοντάς τον ως τον απόλυτο συνδετικό κρίκο ανάμεσα στο ουγγρικό και το καταλανικό ποδόσφαιρο.
Στην Ισπανία και την Ουγγαρία θεσπίστηκαν αθλητικά βραβεία και τουρνουά ακαδημιών που φέρουν το όνομά του, με στόχο την ανάδειξη του «ευ αγωνίζεσθαι» και της τεχνικής κατάρτισης των νέων ποδοσφαιριστών.
Όπως και ο φίλος του ο Πούσκας, ο Κουμπάλα έχει εισαχθεί μόνιμα στην κατηγορία των «Icons» (Θρύλων) στα δημοφιλή ποδοσφαιρικά ηλεκτρονικά παιχνίδια, επιτρέποντας σε εκατομμύρια νέους φιλάθλους να γνωρίσουν τη μυθική του κλάση στην ψηφιακή εποχή.
Στις 10 Ιανουαρίου του 2012 κυκλοφόρησε στην Ισπανία η βιογραφία του με τίτλο: «Kubala! L'heroi que va canviar la història del Barça» (Κουμπάλα! Ο ήρωας που άλλαξε την ιστορία της Μπάρτσα).
Το βιβλίο γράφτηκε από τον γνωστό Καταλανό δημοσιογράφο Φρέντερικ Πόρτα και εκδόθηκε από τον εκδοτικό οίκο Edicions Saldonar.
Το βιβλίο αποτελεί μια μυθιστορηματική βιογραφία, η οποία βασίστηκε σε πολυετή έρευνα, προσφέροντας ανέκδοτα στοιχεία, άγνωστες μαρτυρίες και νέες υποθέσεις για τη ζωή του. Εστιάζει τόσο στην επεισοδιακή του απόδραση από την κομμουνιστική Ουγγαρία όσο και στο πώς η άφιξή του στη Βαρκελώνη άλλαξε τη μοίρα ολόκληρου του συλλόγου, αναγκάζοντας την Μπαρτσελόνα να χτίσει το Camp Nou επειδή το παλιό γήπεδο δεν χωρούσε τους οπαδούς που ήθελαν να τον δουν.
Τον Ιούνιο του 2017 με αφορμή τη συμπλήρωση 90 χρόνων από τη γέννηση του Λαντισλάο Κουμπάλα κυκλοφόρησε υπό την επίσημη αιγίδα και τη συνεργασία του Κέντρου Τεκμηρίωσης της Μπαρτσελόνα).
Το βιβλίο αυτό ονομάζεται «Laszi» (από το χαϊδευτικό του όνομα, Λάσλο) και γράφτηκε από τον Καταλανό δημοσιογράφο και συγγραφέα Μανέλ Τομάς, ο οποίος είναι ο επίσημος ιστορικός του καταλανικού συλλόγου.
Το βιβλίο ξεχώρισε γιατί ο συγγραφέας είχε για πρώτη φορά πλήρη και ελεύθερη πρόσβαση στα ιδιωτικά αρχεία της Μπαρτσελόνα. Μέσα στις σελίδες του δημοσιεύτηκαν αυθεντικά έγγραφα, οι πρώτες αποδείξεις πληρωμών του καθώς και η αλληλογραφία του συλλόγου με τη FIFA για την άρση του διεθνούς αποκλεισμού του.
Η πιο πολυσυζητημένη αποκάλυψη του βιβλίου ήταν τα επίσημα έγγραφα από το ιδιωτικό γραφείο ντετέκτιβ που είχε προσλάβει η Μπαρτσελόνα τη δεκαετία του '50 για να παρακολουθεί τις νυχτερινές εξόδους του
Στα έγγραφα αυτά, αναφερόταν με το κωδικό όνομα «Mr. K», και οι ντετέκτιβ κατέγραφαν με κάθε λεπτομέρεια τις ώρες που ξενυχτούσε και τα μπαρ που επισκεπτόταν.
Περιλαμβάνει σπάνιες, έγχρωμες και ασπρόμαυρες φωτογραφίες από την προσωπική ζωή του παίκτη στη Βαρκελώνη, τη σχέση του με τον πεθερό του, Φέρντιναντ Ντάουτσικ, και τις συναντήσεις του με τον Αλφρέδο Ντι Στέφανο εκτός γηπέδων.
Αυτό το βιβλίο θεωρείται η πιο ολοκληρωμένη και αντικειμενική καταγραφή της ζωής του, καθώς δεν έμεινε μόνο στο αγωνιστικό κομμάτι, αλλά φώτισε και την πολύπλοκη, «ροκ» προσωπικότητα του ανθρώπου που ανάγκασε την Μπαρτσελόνα να χτίσει το Καμπ Νου.
Στις 29 Απριλίου 2026, συμπληρώθηκαν ακριβώς 75 χρόνια από την ημέρα που ο Κουμπάλα φόρεσε για πρώτη φορά τη φανέλα των «μπλαουγκράνα» σε επίσημο αγώνα (στις 29 Απριλίου 1951, στη νίκη με 2-1 επί της Σεβίλλης για το Κύπελλο).
Η Μπαρτσελόνα διοργάνωσε μια σειρά από επίσημα αφιερώματα και το Κέντρο Τεκμηρίωσης του συλλόγου δημοσίευσε σπάνιο αρχειακό υλικό από εκείνο το ματς, ενώ πραγματοποιήθηκε και ειδική τελετή κατάθεσης λουλουδιών από τη διοίκηση και την Ένωση Παλαιμάχων στη βάση του αγάλματός του έξω από το Καμπ Νου.
