www.goahits.blogspot.com

Διεθνές ποδόσφαιρο όπως δεν έχετε ξαναδιαβάσει!

24/8/26

Νάντορ Χιντεγκούτι Ο "πολυθεσίτης"


Μαζί με τον Φέρεντς Πούσκας και τον Σάντορ Κόκσιτς, ο Νάντορ Χιντεγκούτι συνέθεσε μια εκπληκτική επιθετική τριάδα. Μπορεί να αγωνιζόταν ως σέντερ φορ, είχε όμως την δυνατότητα να  παίζει σε διαφορετικές θέσεις, αφού διέθετε  εξαίρετη τεχνική κατάρτιση και πάσα.


Γεννήθηκε στις 3 Μαρτίου του 1922 στην Βουδαπέστη και απο μικρός ασχολήθηκε με το ποδόσφαιρο, με την Oυϊλάκι απο το 1938 έως το 1941 και σε 55 εμφανίσεις πέτυχε 48 τέρματα. Ακολούθησε η Γκαζβυμέκ απο το 1941 έως το 1943 ΄που σε 60 αγώνες πέτυχε 48 τέρματα  και η Ελεκτρόμος την περίοδο 1943-1944 όπου σε 53 συμμετοχές πέτυχε 27 τέρματα.

Αμέσως μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο  με την Χερμιναμεζέι πετυχαίνοντας σε 14 παιχνίδια 12 τέρματα. Εκείνη την εποχή της ακραίας φτώχειας και των τεράστιων ελλείψεων σε βασικά αγαθά, ο σύλλογος δεν είχε χρήματα και πλήρωνε τους παίκτες του σε είδος, κυρίως με πατάτες, ζάχαρη και φασόλια για να μπορέσουν να επιβιώσουν.

Οι εξαιρετικές του εμφανίσεις ανάγκασαν την ΜΤΚ Βουδαπέστης, η οποία προσπαθούσε να αναδιοργανωθεί μετά τον πόλεμο και την καταστροφή του σταδίου της, να κινηθεί για την απόκτησή του. 

Η μεταγραφή ολοκληρώθηκε το 1947 και εκεί βρήκε τις κατάλληλες συνθήκες, σταθερότητα και, κυρίως, τον πρωτοπόρο προπονητή Μάρτον Μπούκοβι, ο οποίος διέκρινε την ποδοσφαιρική του ευφυΐα και άρχισε να τον καθιερώνει στον ρόλο του "ψεύτικου εννιάριου".

Θα παραμείνει μέχρι το 1958 σε μια δύσκολη περίοδος για την ομάδα όπου θα αλλάξει τρία ονόματα ενώ θα τεθεί υπό την κηδεμονία της μυστικής αστυνομίας. Τη δεκαετία του 1950, το κομμουνιστικό καθεστώς της Ουγγαρίας μετέτρεψε τη Χόνβεντ σε ομάδα του στρατού και με κυβερνητικές εντολές, είχε το δικαίωμα να "επιστρατεύει" και να αποκτά αναγκαστικά οποιονδήποτε κορυφαίο Ούγγρο παίκτη ήθελε (έτσι συγκέντρωσε τους Πούσκας, Κότσις, Μπόζικ, Τσίμπορ)

Ο Χιντεγκούτι αποτέλεσε μία από τις ελάχιστες και σπάνιες εξαιρέσεις της "Χρυσής Ομάδας" που δεν εντάχθηκε ποτέ στη Χόνβεντ. Παρά το γεγονός ότι η ΜΤΚ πέρασε υπό τον έλεγχο της μυστικής αστυνομίας και αναγκάστηκε να αλλάξει όνομα πολλές φορές (Textiles, Bástya, Vörös Lobogó), ο ίδιος αρνήθηκε να μετακινηθεί και παρέμεινε πιστός στην ομάδα του μέχρι το τέλος της καριέρας του το 1958.

Φυσικά, προτάσεις από τεράστιους συλλόγους της Δυτικής Ευρώπης υπήρχαν ειδικά μετά το ιστορικό 6-3 επί της Αγγλίας το 1953, όμως το σιδηρόφρακτο πολιτικό καθεστώς της Ουγγαρίας απαγόρευε ρητά σε οποιονδήποτε παίκτη να πάρει μεταγραφή εκτός συνόρων πριν κλείσει τα 30 του χρόνια.

Θα κατακτήσει 3 Πρωταθλήματα το 1951, το 1953 και το 1958, 1 Κύπελλο το 1952 και το Μιτρόπα Καπ το 1955, το 1953 θα ανακηρυχθεί καλύτερος ποδοσφαιριστής της σεζόν, έχοντας 355 παιχνίδια και 283 τέρματα. 

Στις 30 Σεπτεμβρίου του 1945 στην Βουδαπέστη κόντρα στην Ρουμανία θα κάνει ντεμπούτο πετυχαίνοντας μάλιστα και δύο γκολ. Θα κατακτήσει το χρυσό Ολυμπιακό μετάλλιο το 1952 στο Ελσίνκι, ενώ στο περίφημο παιχνίδι στο "Γουέμπλει" κόντρα στην Αγγλία στις 25 Νοεμβρίου του 1953 θα πετύχει τα τρία απο τα έξι τέρματα των Ούγγρων. 

Στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1954 στην Ελβετία θα παίξει σε τέσσερα παιχνίδια όπου θα πετύχει τέσσερα τέρματα, δύο κόντρα στην Δυτική Γερμανία στην φάση των ομίλων και απο ένα κόντρα σε Βραζιλία και Ουρουγουάη.

Θα δώσει το παρών σε ένα ακόμα Παγκόσμιο Κύπελλο το 1958 στην Σουηδία όπου θα παίξει σε δύο παιχνίδια κόντρα σε Ουαλία και Μεξικό. Κόντρα στο Μεξικό στις 15 Ιουνίου του 1958 στο Σαντβίκεν θα είναι η 69η και τελευταία του παρουσία έχοντας και 39 τέρματα.

Σταμάτησε οριστικά το ποδόσφαιρο ως παίκτης τον Ιούνιο του 1958, σε ηλικία 36 ετών. Μόλις αποσύρθηκε από την ενεργό δράση, η διοίκηση της ΜΤΚ του ανέθεσε την τεχνική ηγεσία της Β' ομάδας (αναπληρωματικών) του συλλόγου.

Εκεί πέρασε τον πρώτο του χρόνο μαθαίνοντας τα βασικά της προπονητικής και καθοδηγώντας τους νεαρούς ποδοσφαιριστές της ομάδας. Έναν χρόνο αργότερα, το 1959, πήρε την επίσημη προαγωγή και ανέλαβε πρώτος προπονητής της ανδρικής ομάδας της ΜΤΚ και παρέμεινε στο τιμόνι της για μία σεζόν, οδηγώντας την στην 4η θέση του πρωταθλήματος Ουγγαρίας.

Σε 13 αγώνες είχε 6 νίκες, 2 ισοπαλίες και 5 ήττες και στην συνέχεια θα κάνει το βήμα και θα μεταβεί στην Φλωρεντία. Η μετακίνηση αυτή δεν ήταν απλή και για να ταξιδέψει στη Δύση, ο Χιντεγκούτι χρειάστηκε ειδική, τιμητική άδεια από την κομμουνιστική κυβέρνηση της Ουγγαρίας, η οποία δινόταν σπάνια και μόνο σε προσωπικότητες τεράστιου βεληνεκούς ως επιβράβευση για την προσφορά τους στο έθνος

Η Φιορεντίνα είχε ξεκινήσει τη σεζόν 1960–61 με έναν άλλον σπουδαίο Ούγγρο τεχνικό στον πάγκο της, τον Λάγιος Τσάιζλερ και όταν εκείνος αποχώρησε νωρίς τον Οκτώβριο του 1960, η διοίκηση των «Βιόλα» στράφηκε αμέσως στην αγορά της Ουγγαρίας για τον αντικαταστάτη του, επιλέγοντας τον Χιντεγκούτι.

Ο Χιντεγκούτι έφτασε στη Φλωρεντία τον Νοέμβριο του 1960, αρχικά, λόγω των κανονισμών, ανέλαβε ως τεχνικός διευθυντής / συνπροπονητής δίπλα στον Ιταλό Τζουζέπε Κιαπέλα. Από τον Ιανουάριο του 1961, ανέλαβε πλήρως τα ηνία της ομάδας ως πρώτος προπονητής, οδηγώντας τη μάλιστα στην κατάκτηση του Κυπέλλου Κυπελλούχων Ευρώπης κόντρα στην Ρέιντζερς και του Κυπέλλου Ιταλίας την ίδια σεζόν, ενώ ηταν φιναλίστ του Κυπελλούχων το 1962 κόντρα στην Ατλέτικο Μαδρίτης.

Το καλοκαίρι του 1962 θα αποχωρήσει έχοντας σε 78 αγώνες, με 40 νίκες, 18 ισοπαλίες και 20 ήττες. Είχε ζητήσει την ποιοτική ενίσχυση του ρόστερ για να μπορέσει η Φιορεντίνα να χτυπήσει το πρωτάθλημα απέναντι στα μεγαθήρια του Μιλάνου και του Τορίνο. 

Η διοίκηση των «Βιόλα», ωστόσο, προτίμησε μια πιο συντηρητική οικονομική πολιτική, η διαφορά φιλοσοφίας στο χτίσιμο της ομάδας για την επόμενη σεζόν δημιούργησε χάσμα ανάμεσα στον Ούγγρο τεχνικό και τον πρόεδρο του συλλόγου, Ενρίκο Λονγκιντότι.

Παρότι η Φιορεντίνα τερμάτισε στην εξαιρετική 3η θέση του πρωταθλήματος, η απώλεια του Κυπέλλου Κυπελλούχων του 1962 από την Ατλέτικο Μαδρίτης (3-0 στον επαναληπτικό τελικό τον Σεπτέμβριο του '62, αν και το ζευγάρι είχε κριθεί ουσιαστικά από τον Μάιο) έφερε μια ελαφριά γκρίνια από τον ιταλικό Τύπο. 

Η διοίκηση θεώρησε ότι ο κύκλος του είχε κλείσει και προτίμησε να φέρει στον πάγκο τον Ιταλό Φερτσούτσιο Βαλκαρέτζι τον μετέπειτα προπονητή της Εθνικής Ιταλίας και τον Ιούνιο του 1962 οι δύο πλευρές έλυσαν κοινή συναινέσει τη συνεργασία τους,

Η νεοφώτιστη τότε στη Serie A, Μάντοβα, αναζητούσε ένα μεγάλο όνομα για τον πάγκο της προκειμένου να εδραιωθεί στην κατηγορία. Πλησίασε τον Χιντεγκούτι προσφέροντάς του ένα εξαιρετικά ελκυστικό οικονομικό συμβόλαιο και, κυρίως, την απόλυτη ελευθερία στις μεταγραφικές επιλογές και τη διαχείριση της ομάδας, κάτι που δεν είχε πλέον στη Φλωρεντία.

Ανέλαβε με μοναδικό σκοπό να την κρατήσει στην κατηγορία και μετά από μια εξαντλητική σεζόν 34 αγωνιστικών, η Μάντοβα κατέλαβε τη 13η θέση συγκεντρώνοντας 30 βαθμούς, εξασφαλίζοντας την παραμονή της στο κορυφαίο επίπεδο του ιταλικού ποδοσφαίρου.

Προσπάθησε να περάσει τις δικές του επιθετικές ποδοσφαιρικές ιδέες και λόγω του θεαματικού και τεχνικού τρόπου παιχνιδιού που προσπάθησε να εφαρμόσει παρά το περιορισμένο ρόστερ, η ομάδα κέρδισε από τον ιταλικό Τύπο το προσωνύμιο «Piccolo Brasile» (Μικρή Βραζιλία).

Σε 35 αγώνες είχε 9 νίκες, 13 ισοπαλίες και 13 ήττες και μετά την ολοκλήρωση της σεζόν τον Ιούνιο του 1963, ο Χιντεγκούτι αποφάσισε να κλείσει το ιταλικό του κεφάλαιο. Παρά την επιτυχία της παραμονής, η νοσταλγία για την πατρίδα του και η πρόταση από μια ανερχόμενη δύναμη της Ουγγαρίας, τη Γκιόρ, τον οδήγησαν να επιστρέψει στο σπίτι του.

Θα κατακτήσει το Πρωτάθλημα του 1963, σε ένα πρωτάθλημα-εξπρές το φθινόπωρο του 1963 το οποίο κρίθηκε σε μόλις 13 αγωνιστικές, οδήγησε τη Γκιόρ στην κατάκτηση του πρώτου Πρωταθλήματος Ουγγαρίας στην ιστορία της. 

Ήταν η πρώτη φορά μετά από 50 χρόνια που μια ομάδα εκτός Βουδαπέστης έπαιρνε τον τίτλο. Ως πρωταθλήτρια, η Γκιόρ κέρδισε το εισιτήριο για το Κύπελλο Πρωταθλητριών Ευρώπης της σεζόν και  εξέπληξε ολόκληρη την Ευρώπη, οδηγώντας την επαρχιακή ουγγρική ομάδα μέχρι τα ημιτελικά της διοργάνωσης, αποκλείοντας την Τσέμνιτσερ, την Λοκομοτίβ Σοφιας την DWS Άμστερνταν στα προημιτελικά και στα ημιτελικά το όνειρο σταμάτησε απέναντι στην πανίσχυρη Μπενφίκα του Εουσέμπιο.

Μετά την ολοκλήρωση της ευρωπαϊκής υπέρβασης και με τη Γκιόρ να τερματίζει στην 4η θέση του εγχώριου πρωταθλήματος το 1965, ένιωσε ότι ο κύκλος του έκλεισε, έχοντας μετατρέψει ένα επαρχιακό σωματείο σε ευρωπαϊκή δύναμη. 

Τον Ιανουάριο του 1966 θα αναλάβει την Ταταμπάνια που διέθετε ένα αξιόλογο σύνολο και κατάφερε να την κρατήσει στα υψηλά στρώματα του ουγγρικού ποδοσφαίρου, παίζοντας ελκυστικό ποδόσφαιρο.  Οδήγησε την Ταταμπάνια στην κατάληψη της 3ης θέσης στο Πρωτάθλημα Ουγγαρίας του 1966, τερματίζοντας πίσω μόνο από τα μεγαθήρια της Βουδαπέστης, τη Βάσας και τη Φερεντσβάρος.

Σε 31 επίσημους αγώνες σε όλες τις εγχώριες διοργανώσεις, κατέγραψε 15 νίκες, 9 ισοπαλίες και 7 ήττες και τον Δεκέμβριο του 1966, η διοίκηση της αγαπημένης του ΜΤΚ Βουδαπέστης τον προσέγγισε ξανά και ο Χιντεγκούτι δεν μπόρεσε να αρνηθεί την επιστροφή στο «σπίτι» του.

Τον Ιανουάριο του 1967 επανήρθε,  κατέκτησε το Κύπελλο κόντρα στην Γκιόρ με 1-0, ενώ στο πρωτάθλημα δεν κατάφερε να σπάσει την κυριαρχία των μεγάλων αντιπάλων της πρωτεύουσας, έχοντας σε 49 επίσημους αγώνες σε όλες τις διοργανώσεις, 21 νίκες, 14 ισοπαλίες και 14 ήττες.

Τον Σεπτέμβριο του 1968, παρά την καλή πορεία στο πρωτάθλημα και την πρόσφατη κατάκτηση του Κυπέλλου, αποφάσισε να κλείσει τον κύκλο του στην ΜΤΚ. Δέχθηκε μια νέα πρόκληση εντός Βουδαπέστης, αναλαμβάνοντας την τεχνική ηγεσία της Σπάρτακους Βουδαπέστης όπου παρέμεινε για τα επόμενα τρία χρόνια.

Στη Σπάρτακους ανέλαβε ένα μακροχρόνιο πλάνο με σκοπό την αναδιοργάνωση των ακαδημιών και την προώθηση νέων ποδοσφαιριστών. Εκείνη την περίοδο, ο σύλλογος φημιζόταν για το εξαιρετικό δίκτυο σκάουτινγκ και την παραγωγή αθλητών υψηλού επιπέδου.

Κατάφερε να διατηρήσει την ομάδα σε ένα ανταγωνιστικό επίπεδο, προσφέροντας σταθερότητα σε μια περίοδο που το ουγγρικό ποδόσφαιρο άρχιζε να περνάει τις πρώτες του μεγάλες δομικές κρίσεις μετά τη χρυσή εποχή της δεκαετίας του '50.

Μετά την ολοκλήρωση της σεζόν του 1971, έχοντας εκπληρώσει το έργο της ανανέωσης του ρόστερ, αποχώρησε. Τον Ιανουάριο του 1972 ανέλαβε την πολωνική Στάλ Ρζέσζοφ η οποία τον προσέλαβε μεσούσης της σεζόν 1971–1972 με έναν και μοναδικό στόχο: να κρατήσει την ομάδα στην πρώτη κατηγορία της Πολωνίας.

Παρά το μεγάλο όνομα και την εμπειρία του, η αποστολή απέτυχε, η ομάδα δεν κατάφερε να αποφύγει τον υποβιβασμό στο τέλος της σεζόν, καθώς το ρόστερ είχε σημαντικές ελλείψεις. Παρέμεινε στην Πολωνία και για το πρώτο μισό της επόμενης σεζόν στη δεύτερη κατηγορία, ολοκληρώνοντας το συμβόλαιό του τον Δεκέμβριο του 1972 και σε 26 παιχνίδια είχε 5 νίκες, 7 ισοπαλίες και 14 ήττες.

Για 4 μήνες απο τον από τον Μάρτιο έως τον Ιούνιο του 1973, κατά το δεύτερο μισό της αγωνιστικής περιόδου 1972-1973 ανέλαβε την Έγκρι Ντόζα (Egri Dózsa) , η ομάδα της πόλης Έγκερ ήταν η ουραγός του Πρωταθλήματος Ουγγαρίας και επιστρατεύτηκε σε μια απέλπιδα προσπάθεια να αποφευχθεί ο υποβιβασμός, χωρίς ωστόσο να τα καταφέρει αφού σε 13 παιχνίδι είχε 2 νίκες, 3 ισοπαλίες και 8 ήττες.

Στις αρχές της δεκαετίας του '70, η Αλ Άχλι βρισκόταν σε δεινή θέση, είχε να κατακτήσει το πρωτάθλημα Αιγύπτου από το 1962 (μια ολόκληρη ενδεκαετία), καθώς το πρωτάθλημα είχε διακοπεί για αρκετά χρόνια λόγω των πολέμων στην περιοχή (Πόλεμος των Έξι Ημερών), ενώ η μεγάλη αντίπαλος Ζάμαλεκ είχε πάρει τα ηνία.

Ο τότε πρόεδρος της Αλ Άχλι, ο οραματιστής Αμπντέλ Μοχσέν Μορτάγκι στρατηγός του αιγυπτιακού στρατού, αποφάσισε ότι η ομάδα χρειαζόταν σιδηρά πειθαρχία και ευρωπαϊκή τακτική για να επιστρέψει στην κορυφή.
Η Αίγυπτος είχε ήδη εξαιρετική παράδοση με Ούγγρους τεχνικούς, ο προκάτοχος του Χιντεγκούτι, ο θρυλικός Παλ Τίτκος , είχε οδηγήσει την Εθνική Αιγύπτου στην κατάκτηση του Κυπέλλου Εθνών Αφρικής το 1959. 
Η διοίκηση της Αλ Άχλι πίστευε ότι το τεχνικό, επιθετικό και πειθαρχημένο στυλ των Ούγγρων ταίριαζε απόλυτα με το ακατέργαστο ταλέντο των Αιγυπτίων ποδοσφαιριστών. Λόγω του σοσιαλιστικού καθεστώτος στην Ουγγαρία, οι προπονητές δεν είχαν μάνατζερ και η Αλ Άχλι κατέθεσε επίσημο αίτημα στην Κυβερνητική Αθλητική Αρχή της Ουγγαρίας, ζητώντας έναν κορυφαίο τεχνικό. 
Καθώς ο Χιντεγκούτι είχε μόλις ολοκληρώσει τη σύντομη θητεία του στην Έγκρι Ντόζα και ήταν διαθέσιμος, το ουγγρικό κράτος τού πρότεινε τη μετακίνηση στο Κάιρο. Η πρόταση ήρθε την κατάλληλη στιγμή, μετά από μερικές δύσκολες σεζόν στην Ευρώπη (Πολωνία, Έγκερ), η Αλ Άχλι τού προσέφερε ένα πολύ υψηλό συμβόλαιο για τα δεδομένα της εποχής, πλήρη ελευθερία να χτίσει την ομάδα από την αρχή και ένα τεράστιο background φιλάθλων.
Όταν έφτασε στο Κάιρο τον Ιούλιο του 1973, αντίκρισε χιλιάδες οπαδούς να τον υποδέχονται στο αεροδρόμιο, καταλαβαίνοντας αμέσως το μέγεθος του συλλόγου που αναλάμβανε. Άν και η πρώτη σεζόν δεν ολοκληρωθηκε αλλά εκμεταλλεύτηκε τη διακοπή για να επιβάλει σκληρή φυσική κατάσταση, να καθιερώσει το σύστημα 5-3-2 και να προωθήσει στην πρώτη ομάδα τον 20χρονο τότε Μαχμούντ Ελ Χατίβ.
Κατέκτησε το πρωτάθλημα το 1975 μετά από 13 ολόκληρα χρόνια ξηρασίας για τον σύλλογο, ενώ την επόμενη σεζόν 1975-76 κατέκτησε το πρωτάθλημα αήττητη και την σεζόν 1976-77 έφτασε στις τρεις συνεχόμενες κατακτήσεις πρωταθλημάτων.
Την περίοδο 1977-78 έχασε τον τίτλο στις λεπτομέρειες απο την Ζάμαλεκ, αλλά την κέρδισε στον τελικό του Κυπέλλου και την περίοδο 1978-79 επανήρθε στην κατάκτηση του Πρωταθλήματος, κάτι που θα καταφέρει και την επόμενη χρονιά 1979-80.
Έχοντας φτάσει τα 58 του χρόνια και νιώθοντας γεμάτος από τίτλους και δόξα, ο Ούγγρος τεχνικός ανακοίνωσε τη λήξη της συνεργασίας του το καλοκαίρι του 1980, αφήνοντας πίσω του μια ομάδα-μοντέλο που κυριάρχησε στην Αφρική για τα επόμενα χρόνια, έχοντας σε 153 αγώνες με 114 νίκες, 30 ισοπαλίες και μόλις 9 ήττες.
Η Αλ Χαλίτζ (με έδρα την πόλη Χορ Φακάν) τον προσέλαβε προσφέροντας ένα μυθικό οικονομικό συμβόλαιο για την εποχή. Στόχος δεν ήταν ο πρωταθλητισμός, αλλά η ποδοσφαιρική διδασκαλία, καθώς η ομάδα απαρτιζόταν από ερασιτέχνες παίκτες που εργάζονταν κανονικά σε άλλες δουλειές.

Έστησε τον σύλλογο σε ευρωπαϊκά επαγγελματικά πρότυπα, δημιούργησε τις πρώτες οργανωμένες ακαδημίες και έμαθε στους παίκτες βασικές αρχές τακτικής και φυσικής κατάστασης. Παρότι η ομάδα δεν κατέκτησε κάποιον εγχώριο τίτλο, η παρουσία του κρίθηκε απόλυτα επιτυχημένη, κατάφερε να κρατήσει την Αλ Χαλίτζ με άνεση στην πρώτη κατηγορία των Εμιράτων, αναδεικνύοντας παράλληλα τα πρώτα μεγάλα ταλέντα της περιοχής.

Σύμφωνα με μαρτυρίες δημοσιογράφων της εποχής στα Εμιράτα, παρά τις εξαιρετικές συνθήκες διαβίωσης, ένιωθε έντονα τη νοσταλγία για το πάθος της Αλ Άχλι. Αυτός ήταν και ο λόγος που το 1983 αποφάσισε να μην ανανεώσει το συμβόλαιό του με την Αλ Χαλίτζ και να επιστρέψει στην Αίγυπτο για να κλείσει την προπονητική του καριέρα.

Η δεύτερη θητεία του στην Αλ Άχλι διήρκεσε από τον Ιούλιο του 1983 έως τον Ιούνιο του 1985. Η επιστροφή του στο Κάιρο έγινε δεκτή με τεράστιο ενθουσιασμό από τους φιλάθλους, όμως η διετία αυτή είχε διαφορετικά αγωνιστικά χαρακτηριστικά σε σχέση με την απόλυτη κυριαρχία της δεκαετίας του '70.

Παρά τις μεγάλες δυσκολίες, ο Ούγγρος τεχνικός κατάφερε να οδηγήσει την ομάδα σε σημαντικές ηπειρωτικές επιτυχίες. Όταν επέστρεψε το 1983, βρήκε μια ομάδα σε φάση μετάβασης, οι μεγάλοι αστέρες που ο ίδιος είχε αναδείξει (όπως ο Μαχμούντ Ελ Χατίβ) πλησίαζαν προς το τέλος της καριέρας τους ή αντιμετώπιζαν συχνούς τραυματισμούς. 

Στο εγχώριο πρωτάθλημα, η Αλ Άχλι δεν κατάφερε να κατακτήσει τον τίτλο, καθώς η άσπονδη αντίπαλος Ζάμαλεκ και η Ελ Μασρί παρουσιάστηκαν πιο σταθερές. Η πίεση του αποτελέσματος και η ανάγκη για ριζική ανανέωση του ρόστερ έφεραν αρκετή κούραση στον 62χρονο πλέον προπονητή.

Αυτή η θητεία σημαδεύτηκε από την κατάκτηση του Αφρικανικού Κυπέλλου Κυπελλούχων το 1984. Αυτός ήταν ένας ιστορικός τίτλος, καθώς η Αλ Άχλι άρχισε να χτίζει τη μετέπειτα δυναστεία της ως η «βασίλισσα» της Αφρικής.

Έβαλε τις βάσεις και για την επόμενη πορεία, καθώς η ομάδα κατέκτησε το ίδιο τρόπαιο και το 1985 (ο ίδιος αποχώρησε ακριβώς στη λήξη της σεζόν, τον Ιούνιο του 1985, πριν παιχτούν οι τελικοί φάσεις του φθινοπώρου, έχοντας 58 αγώνες με 34 νίκες, 16 ισοπαλίες και 8 ήττες.

Τον Ιούνιο του 1985, ανακοίνωσε στη διοίκηση της Αλ Άχλι την απόφασή του να αποσυρθεί οριστικά από την προπονητική. Έχοντας συμπληρώσει μια τεράστια διαδρομή ως παγκόσμιος παίκτης και πετυχημένος τεχνικός, επέστρεψε στην Ουγγαρία για να ζήσει τα τελευταία χρόνια της ζωής του μακριά από τους πάγκους

Συνολικά και στα δύο περάσματα είχε σε 211 επίσημους αγώνες σε όλες τις διοργανώσεις κατέγραψε  148 νίκες, 46 ισοπαλίες και μόλις 17 ήττες. Είναι ο δεύτερος μακροβιότερος ξένος προπονητής στην ιστορία της Αλ Άχλι, πίσω μόνο από τον Μανουέλ Ζοζέ, 3ος σε κατάκτηση πρωταθλημάτων.

Το 1990 η διοίκηση του συλλόγου τον κάλεσε επίσημα πίσω στο Κάιρο ως επίτιμο προσκεκλημένο, προκειμένου να βραβευτεί μπροστά σε χιλιάδες οπαδούς για την προσφορά του στη δημιουργία της «ομάδας του αιώνα» στην Αφρική.

Παρά το γεγονός ότι κατά τη δεκαετία του '80 και του '90 δέχθηκε αρκετές κρούσεις από μεγάλους συλλόγους της Ουγγαρίας συμπεριλαμβανομένης της αγαπημένης του ΜΤΚ και της Γκιόρ για να αναλάβει διοικητικά ή συμβουλευτικά πόστα, ο ίδιος αρνήθηκε ευγενικά. Θεώρησε ότι ο κύκλος του στο ποδόσφαιρο είχε κλείσει ιδανικά στο Κάιρο με την Αλ Άχλι.

Κατά τα χρόνια της συνταξιοδότησής του, η παγκόσμια ποδοσφαιρική κοινότητα τον τίμησε επανειλημμένα για το ήθος και την προσφορά του στο άθλημα, Του απονεμήθηκε η ύψιστη τιμή του FIFA Fair Play Award για το υποδειγματικό του ήθος και την άψογη συμπεριφορά του τόσο ως παίκτης όσο και ως προπονητής σε όλη τη διάρκεια της καριέρας του το 1993

Ο Δήμος της γενέτειράς του, Óbuda-Békásmegyer, το 1994 του απένειμε τον τίτλο του επίτιμου δημότη για την παγκόσμια προβολή που προσέφερε στην περιοχή.

Στις 14 Φεβρουαρίου του 2002 σε ηλικία 79 ετών θα φύγει απο την ζωή μετά από μακρά νοσηλεία, ύστερα απο καρδιακά και πνευμονικά προβλήματα που αντιμετώπιζε. Η κηδεία του τελέστηκε με τιμές εθνικού ήρωα και έγινε το επίκεντρο του ενδιαφέροντος για ολόκληρη την Ουγγαρία, η τελετή διοργανώθηκε και χρηματοδοτήθηκε εξ ολοκλήρου από το Υπουργείο Νεολαίας και Αθλητισμού της Ουγγαρίας και την Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία της χώρας.

Τάφηκε στο ιστορικό κοιμητήριο του Όμπουντα στη Βουδαπέστη. Ο τάφος του είναι ένα πραγματικό μνημείο, φιλοτεχνημένο από διάσημο Ούγγρο γλύπτη, και αποτελεί μέχρι σήμερα τόπο προσκυνήματος για τους ποδοσφαιρόφιλους.

Στην κηδεία έδωσαν το «παρών» κορυφαίες πολιτικές προσωπικότητες της χώρας, σύσσωμη η ποδοσφαιρική ηγεσία, αντιπροσωπείες από τη Φιορεντίνα και την Αλ Άχλι, καθώς και οι επιζώντες συμπαίκτες του από τα "Μαγικά Μαγυάρικα", συμπεριλαμβανομένου του Φέρεντς Πούσκας.

Η FIFA εξέδωσε επίσημη ανακοίνωση χαρακτηρίζοντάς τον «έναν από τους μεγαλύτερους τακτικούς επαναστάτες του αθλήματος». Η Αφρικανική Συνομοσπονδία Ποδοσφαίρου και η Αλ Άχλι τήρησαν σιγή ενός λεπτού σε όλες τις επίσημες διοργανώσεις τους, ενώ η ομάδα του Καΐρου διοργάνωσε ειδικό μνημόσυνο στο όνομά του, αναγνωρίζοντάς τον ως τον «αιώνιο δάσκαλο» του συλλόγου.

Στη γενέτειρά του, την περιοχή Όμπουντα της Βουδαπέστης, ένας δρόμος ονομάστηκε προς τιμήν του, ενώ τοποθετήθηκαν αναμνηστικές πλακέτες στο σπίτι όπου μεγάλωσε. Το 2022, με αφορμή τα 100 χρόνια από τη γέννησή του, ο Δήμος Βουδαπέστης διοργάνωσε ένα μεγάλο έτος μνήμης με εκθέσεις και ποδοσφαιρικά τουρνουά για παιδιά, αφιερωμένα στη ζωή του.

Λίγους μήνες μετά τον θάνατό του θα μετονομαστεί το στάδιο της ΜΤΚ σε "Νάντορ Χιντεγκούντι", και όταν το παλιό γήπεδο κατεδαφίστηκε ολοκληρωτικά το 2014, στη θέση του χτίστηκε μια ολοκαίνουργια, σύγχρονη αρένα, η οποία εγκαινιάστηκε στις 13 Οκτωβρίου 2016 σε έναν τιμητικό αγώνα εναντίον της Σπόρτινγκ Λισαβόνας. 

Στις 16 Νοεμβρίου 2013, στο πλαίσιο των εορτασμών για τα 125 χρόνια από την ίδρυση της MTK Βουδαπέστης. Τοποθετήθηκε αρχικά στο εσωτερικό (στην αίθουσα VIP / VIP-terem) του παλιού σταδίου της MTΚ στη λεωφόρο Hungária körút και ήταν έργο του Ούγγρου γλύπτη Πέτερ Μπόρος.

Κατά τη διάρκεια της κατεδάφισης του παλιού σταδίου στα τέλη του 2014, η προτομή απομακρύνθηκε με ασφάλεια. Μετά την κατασκευή του νέου γηπέδου το 2016, μεταφέρθηκε και τοποθετήθηκε εκ νέου στους εσωτερικούς χώρους της νέας αρένας, ως ένας από τους μόνιμους ιστορικούς θησαυρούς της ομάδας

Το νέο αυτό γήπεδο διατήρησε επίσημα την ονομασία «Νέο Στάδιο Νάντορ Χιντεγκούτι», ενώ το εντυπωσιακό, ολόσωμο άγαλμα του Νάντορ Χιντεγκούτι εγκαινιάστηκε και αποκαλύφθηκε επίσημα στις 13 Οκτωβρίου 2023. 

Η τελετή των εγκαινίων είχε συμβολικό χαρακτήρα, καθώς πραγματοποιήθηκε ακριβώς την ημέρα της έβδομης επετείου από το άνοιγμα του "Νέου Σταδίου Νάντορ Χιντεγκούτι" το οποίο είχε εγκαινιαστεί στις 13 Οκτωβρίου 2016.

Το άγαλμα τοποθετήθηκε σε περίοπτη θέση, ακριβώς στην κεντρική είσοδο του σταδίου της MTK Βουδαπέστης επί της λεωφόρου Hungária körút και είναι έργο του διάσημου Ούγγρου γλύπτη Άρον Ζσολτ Μαγιόρος.




Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...