Δεν είναι και λίγο πράγμα ένας ποδοσφαιριστής που δεν έχει καταφέρει να παίξει ποτέ σε τελική φάση Παγκοσμίου Κυπέλλου να θεωρείται από πολλούς σύγχρονούς του ως ένας από τους κορυφαίους ποδοσφαιριστές όλων των εποχών. Ο Αλφρέντο Ντι Στέφανο περί ου ο λόγος το 1999 ανακηρύχτηκε τρίτος κορυφαίος ποδοσφαιριστής της Ευρώπης για τον 20ο αιώνα πίσω μόνο από τον Γιόχαν Κρόιφ και τον Φράντς Μπεκενμπάουερ.
Γεννήθηκε στις 4 Ιουλίου του 1926 στην περιοχή Μπαράκας του Μπουένος Άιρες έχοντας ιταλικές ρίζες από την πλευρά του πατέρα του και γαλλικές και ιρλανδικές ρίζες από την πλευρά της μητέρας του. Απο πολύ νωρίς στράφηκε στο ποδόσφαιρο σε ηλικία 12 ετών στην Sportivo Baracas, και στην Los Cardales, ενώ ο πατέρας του φόρεσε την φανέλα της Ρίβερ Πλέιτ αλλά σταμάτησε πολύ γρήγορα λόγω ενός τραυματισμού στο γόνατο.
Ο πατέρας του ήταν αυτός που έστειλε γράμμα στην Ρίβερ, με τους ιθύνοντες να απαντούν θετικά και να τον καλούν να δοκιμαστεί για την ομάδα των νέων. Πέρασε το τεστ και όχι μόνο αυτό, αλλά σε ηλικία 19 ετών στις 15 Ιουλίου του 1945 έκανε το επαγγελματικό του ντεμπούτο με την φανέλα της Ρίβερ Πλέιτ απέναντι στην Ουρακάν κατακτώντας το πρωτάθλημα του 1945.
Ο πατέρας του ήταν αυτός που έστειλε γράμμα στην Ρίβερ, με τους ιθύνοντες να απαντούν θετικά και να τον καλούν να δοκιμαστεί για την ομάδα των νέων. Πέρασε το τεστ και όχι μόνο αυτό, αλλά σε ηλικία 19 ετών στις 15 Ιουλίου του 1945 έκανε το επαγγελματικό του ντεμπούτο με την φανέλα της Ρίβερ Πλέιτ απέναντι στην Ουρακάν κατακτώντας το πρωτάθλημα του 1945.
Ένα χρόνο αργότερα το 1946 δόθηκε δανεικός στην Ουρακάν οι ιθύνοντες των οποίων είχαν δει στον Αλφρέντο τις τεράστιες δυνατότητες του ταλέντου του. Με την φανέλα των "globo" πήρε μέρος σε 25 παιχνίδια και πέτυχε 11 γκολ, και το 1947 αν και οι διοικούντες ήθελαν να τον κρατήσουν στο δυναμικό τους επέστρεψε και πάλι στους "μιλιονάριος".
Στο "Μονουμεντάλ" έμεινε μέχρι και το 1949 κατακτώντας το πρωτάθλημα του 1947, αναδεικνυόμενος πρώτος σκόρερ με 27 τέρματα και είχε συνολικό απολογισμό 75 συμμετοχές και 55 γκολ. To 1947 η Ένωση Αργεντίνων Ποδοσφαιριστών αποφασίζει να κατέβει σε απεργιακές κινητοποιήσεις και το πρωτάθλημα διακόπτεται.
Η Ένωση παραμένει αμετακίνητη και αποφασίζει να απέχει από τους αγωνιστικούς χώρους έως και τον Μάιο του 1949, ο Ντι Στέφανο που είχε τσακωθεί με την διοίκηση της Ρίβερ αποφασίζει να φύγει για την Κολομβία για λογαριασμό της Μιγιονάριος
Στο "Μονουμεντάλ" έμεινε μέχρι και το 1949 κατακτώντας το πρωτάθλημα του 1947, αναδεικνυόμενος πρώτος σκόρερ με 27 τέρματα και είχε συνολικό απολογισμό 75 συμμετοχές και 55 γκολ. To 1947 η Ένωση Αργεντίνων Ποδοσφαιριστών αποφασίζει να κατέβει σε απεργιακές κινητοποιήσεις και το πρωτάθλημα διακόπτεται.
Η Ένωση παραμένει αμετακίνητη και αποφασίζει να απέχει από τους αγωνιστικούς χώρους έως και τον Μάιο του 1949, ο Ντι Στέφανο που είχε τσακωθεί με την διοίκηση της Ρίβερ αποφασίζει να φύγει για την Κολομβία για λογαριασμό της Μιγιονάριος
Εκεί η "ξανθιά σαίτα(saeta rubia)" αποτέλεσε μέλος ενός εξαιρετικού συνόλου το οποίο έπαιζε θεαματικό ποδόσφαιρο για αυτό και ονομάστηκε το "μπλέ μπαλέτο". Στους "αλμπιαθούλες" συμπλήρωσε 111 συμμετοχές με 100 γκολ από το 1949 μέχρι και το 1953, βοηθώντας τους να κατακτήσουν 3 Πρωταθλήματα το 1949, το 1950 και το 1951, το Κύπελλο Κολομβίας το 1953, ενώ αναδείχτηκε και δύο φορές πρώτος σκόρερ του πρωταθλήματος το 1951 και το 1952 με 32 και 19 γκολ αντίστοιχα.
Το 1952 οι Κολομβιανοί προσκλήθηκαν από την Ρεάλ Μαδρίτης να συμμετάσχουν σε τουρνουά προς τιμήν της "βασίλισσας" που συμπλήρωνε τα 50 χρόνια από την ίδρυση της. Οι "πρεσβευτές" με τον Ντι Στέφανο σε μεγάλα κέφια επικράτησε των Μαδριλένων με 4-2 εντυπωσιάζοντας ακόμα και αυτόν τον Σαντιάγκο Μπερναμπέου. Παράλληλα όμως κίνησε και το ενδιαφέρον της Μπαρτσελόνα η οποία είναι η πρώτη που κάνει κίνηση για να τον αποκτήσει.
Εκείνη την περίοδο οι σύλλογοι στην Κολομβία αντιμετώπιζαν οικονομικά προβλήματα λόγω της χαμηλής προέλευσης θεατών στα γήπεδα και τα Χριστούγεννα του 1952 ο Ντι Στέφανο αποφασίζει να μην επιστρέψει στην Μπογκοτά και εκδηλώνει την επιθυμία να επιστρέψει στο Μπουένος Αίρες και την Ρίβερ.
Όπως ήταν λογικό η κίνηση αυτή προκάλεσε την δυσαρέσκεια των ιθυνόντων της Μιγιονάριος αφού ήδη είχε εισπράξει προκαταβολή του μισθού του και ζητήσανε από την FIFA να μην εκδώσει δελτίο στον ποδοσφαιριστή σε περίπτωση που κάποια ομάδα θέλει να τον εντάξει στο δυναμικό της.
Το 1952 οι Κολομβιανοί προσκλήθηκαν από την Ρεάλ Μαδρίτης να συμμετάσχουν σε τουρνουά προς τιμήν της "βασίλισσας" που συμπλήρωνε τα 50 χρόνια από την ίδρυση της. Οι "πρεσβευτές" με τον Ντι Στέφανο σε μεγάλα κέφια επικράτησε των Μαδριλένων με 4-2 εντυπωσιάζοντας ακόμα και αυτόν τον Σαντιάγκο Μπερναμπέου. Παράλληλα όμως κίνησε και το ενδιαφέρον της Μπαρτσελόνα η οποία είναι η πρώτη που κάνει κίνηση για να τον αποκτήσει.
Εκείνη την περίοδο οι σύλλογοι στην Κολομβία αντιμετώπιζαν οικονομικά προβλήματα λόγω της χαμηλής προέλευσης θεατών στα γήπεδα και τα Χριστούγεννα του 1952 ο Ντι Στέφανο αποφασίζει να μην επιστρέψει στην Μπογκοτά και εκδηλώνει την επιθυμία να επιστρέψει στο Μπουένος Αίρες και την Ρίβερ.
Όπως ήταν λογικό η κίνηση αυτή προκάλεσε την δυσαρέσκεια των ιθυνόντων της Μιγιονάριος αφού ήδη είχε εισπράξει προκαταβολή του μισθού του και ζητήσανε από την FIFA να μην εκδώσει δελτίο στον ποδοσφαιριστή σε περίπτωση που κάποια ομάδα θέλει να τον εντάξει στο δυναμικό της.
Η ασθένεια του Κουμπάλα επαναφέρει το όνομα του Ντι Στέφανο στο προσκήνιο και ο πρόεδρος Ενρίκε Μαρτί στέλνει το Καταλανό δικηγόρο και ειδικό στο εμπορικό δίκαιο Ραμόν Τρίας Φάργκας που γνώριζε καλά την Νότια Αμερική να διαπραγματευτεί την μετεγγραφή ενώ υπήρχαν και οι πληροφορίες ότι ο πατέρας του ήταν ήδη μέτοχος των Μιγιονάριος.
Επειδή όμως το καθεστώς ιδιοκτησίας του Ντι Στέφανο ήταν ιδιαίτερο αφού τόσο η Μιγιονάριος όσο και η Ρίβερ Πλέιτ είχαν δικαιώματα του παίκτη, ο Φάργκας επιτυγχάνει καταρχήν συμφωνία με τους Αργεντίνους στο ποσό των 4.000.000 πεσετών για να τον κάνει δικό της από την 1η Ιανουαρίου του 1955 με τον όρο να συμφωνήσουν και οι Κολομβιανοί στην αγοραπωλησία.
Επειδή όμως το καθεστώς ιδιοκτησίας του Ντι Στέφανο ήταν ιδιαίτερο αφού τόσο η Μιγιονάριος όσο και η Ρίβερ Πλέιτ είχαν δικαιώματα του παίκτη, ο Φάργκας επιτυγχάνει καταρχήν συμφωνία με τους Αργεντίνους στο ποσό των 4.000.000 πεσετών για να τον κάνει δικό της από την 1η Ιανουαρίου του 1955 με τον όρο να συμφωνήσουν και οι Κολομβιανοί στην αγοραπωλησία.
Τότε ο Μαρτί στέλνει στην Μπογκοτά τον αρχισκάουτερ Πέπε Σαμιτιέρ για να την ολοκληρώσει. Ο Σαμιτιέρ για να επιταχύνει τις συζητήσεις ζήτησε την μεσολάβηση ενός Καταλανού γνώριμου του Χουάν Μπουσκέτς-Μπαρό ο οποίος όμως άνηκε στην διοίκηση της αντιπάλου της Σάντα Φε και ουσιαστικά αποτέλεσε εμπόδιο στην ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων.
Ο ίδιος ο Μπαρό φέρεται ότι έθεσε τελεσίγραφο στους ανθρώπους της Μιγιονάριος να αποδεχτούν μια μικρή προσφορά ενώ ήταν και ο "ιθύνων νους" πίσω από την ¨αποστασία" του παίκτη ως μέσο πίεσης για να γίνει η μετεγγραφή.
Ο ίδιος ο Μπαρό φέρεται ότι έθεσε τελεσίγραφο στους ανθρώπους της Μιγιονάριος να αποδεχτούν μια μικρή προσφορά ενώ ήταν και ο "ιθύνων νους" πίσω από την ¨αποστασία" του παίκτη ως μέσο πίεσης για να γίνει η μετεγγραφή.
Παρόλα αυτά οι δύο πλευρές δεν τα βρίσκουν ο Φάργκας μάλιστα κατηγόρησε τον Μαρτί ότι έκανε πίσω στο θέμα των χρημάτων αφού άλλα είχαν συμφωνήσει και άλλα έγιναν. Τον Μάιο του 1953 ο Ντι Στέφανο μεταβαίνει μαζί με την οικογένειά του στην Βαρκελώνη φοράει την φανέλα της Μπαρτσελόνα και αγωνίζεται σε τρία φιλικά.
Με την υπόλοιπη αποστολή μεταβαίνει στο Καράκας στο τουρνουά "Pequena Copa del Munto" δίνοντας την ευκαιρία στις δύο διοικήσεις να επανέλθουν στις συζητήσεις. Συζητήσεις όμως που καταλήγουν σε αδιέξοδο με τους Καταλανούς να εκδίδουν δελτίο στον παίκτη το οποίο το αναγνωρίζει και η FIFA χωρίς να γνωρίζει την πορεία των διαπραγματεύσεων αλλά η ισπανική ποδοσφαιρική ομοσπονδία μπλοκάρει την μετακίνηση.
Με την υπόλοιπη αποστολή μεταβαίνει στο Καράκας στο τουρνουά "Pequena Copa del Munto" δίνοντας την ευκαιρία στις δύο διοικήσεις να επανέλθουν στις συζητήσεις. Συζητήσεις όμως που καταλήγουν σε αδιέξοδο με τους Καταλανούς να εκδίδουν δελτίο στον παίκτη το οποίο το αναγνωρίζει και η FIFA χωρίς να γνωρίζει την πορεία των διαπραγματεύσεων αλλά η ισπανική ποδοσφαιρική ομοσπονδία μπλοκάρει την μετακίνηση.
Σε εκείνο ακριβώς το σημείο παρεμβαίνει και η Ρεάλ Μαδρίτης διαμέσου του εκτελεστικού διευθυντή Ραιμούντο Σαπόρτα ο οποίος πηγαίνει στην Μπογκοτά και δίνει τα χέρια με την Μιγιονάριος δίνοντας το ποσό των 27.000 δολαρίων που επιζητούσαν.
Επόμενος σταθμός το Μπουένος Άιρες και η Ρίβερ Πλέιτ με τους "εκατομμυριούχους" να παραμένουν ανένδοτοι αφού είχαν ήδη εκταμιεύσει το ποσό των 2.000.000 από τα 4.000.000 πεσέτες που είχαν συμφωνήσει με την Μπαρτσελόνα με τον Σαπόρτα να αποσπά την υπόσχεση ότι δεν θα εμπλακούν στην διεκδίκηση του παίκτη από τους δύο ισπανικούς συλλόγους.
Ο Σαπόρτα όμως δεν έμεινε εκεί αφού πήγε και στην πρωτεύουσα της Καταλονίας για να συναντήσει τον ίδιο τον παίκτη δίνοντας του και έναν μισθό από την στιγμή που μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου του 1954 θεωρούταν παίκτης της.
Τα πράγματα όμως περιπλέχτηκαν αφού η Μιγιονάριος έκανε καταγγελία στην FIFA, η Παγκόσμια Ομοσπονδία από την πλευρά της ζήτησε από την ισπανική ποδοσφαιρική ομοσπονδία να λύσει τον "γόρδιο δεσμό" και να εκδώσει δελτίο.
Τα πράγματα όμως περιπλέχτηκαν αφού η Μιγιονάριος έκανε καταγγελία στην FIFA, η Παγκόσμια Ομοσπονδία από την πλευρά της ζήτησε από την ισπανική ποδοσφαιρική ομοσπονδία να λύσει τον "γόρδιο δεσμό" και να εκδώσει δελτίο.
Η μόνη λύση πλέον ήταν τα δικαστήρια αφού οι κινήσεις του Μαρτί με την Γιουβέντους και την Ρίβερ Πλέιτ δεν είχαν αποτέλεσμα. Ο διαμεσολαβητής Αρμάντο Μουνιόθ Καλέρο μετά από συσκέψεις καταλήγει στην εξής απόφαση. Να τον μοιραστούν οι δύο "άσπονδοι φίλοι" από μια διετία η κάθε μία και στην συνέχεια οι δύο πλευρές θα αποφάσιζαν στο που θα καταλήξει.
Η απόφαση υπογράφεται και από τις δύο πλευρές όμως στο "στρατόπεδο" της Μπαρτσελόνα υπήρξαν μεγάλες αντιδράσεις. Στις 22 Σεπτεμβρίου του 1953 ο Μαρτί παραιτείται από την προεδρία αφού του χρεώνουν λάθος χειρισμούς στην υπόθεση την ίδια ώρα που η Ρεάλ κατέθετε δικαιολογητικά για την έκδοση του δελτίου.
Την επόμενη ημέρα ο Ντι Στέφανο πραγματοποιεί το ντεμπούτο του με την φανέλα των "μπλάνκος" σε φιλικό παιχνίδι απέναντι στην Νανσί, και στις 14 Οκτωβρίου του ίδιου έτους η διοικούσα επιτροπή ανακοινώνει στην Ρεάλ την απόφασή της να εγκαταλείψει την διεκδίκηση του παίκτη και να μην κάνει χρήση της συμφωνίας.
Την επόμενη ημέρα ο Ντι Στέφανο πραγματοποιεί το ντεμπούτο του με την φανέλα των "μπλάνκος" σε φιλικό παιχνίδι απέναντι στην Νανσί, και στις 14 Οκτωβρίου του ίδιου έτους η διοικούσα επιτροπή ανακοινώνει στην Ρεάλ την απόφασή της να εγκαταλείψει την διεκδίκηση του παίκτη και να μην κάνει χρήση της συμφωνίας.
Πριν την έναρξη του "el classico" οι δύο πλευρές υπογράφουν τα σχετικά έγγραφα και η Ρεάλ Μαδρίτης αναλαμβάνει να πληρώσει το ποσό των 4.400.000 πεσετών στους Καταλανούς συμπεριλαμβανομένου και της προκαταβολής στην Ρίβερ Πλέιτ.
Στους "μερένγκες" αγωνίστηκε μέχρι και το 1964 έχοντας 396 συμμετοχές και 308 γκολ τέταρτος σκόρερ όλων των εποχών, πίσω απο Κριστιάνο Ρονάλντο, Καρίμ Μπενζεμά και Ραούλ. Η παρουσία του συνδυάστηκε με την κατάκτηση 8 Πρωταθλημάτων το 1954, το 1955, το 1957, το 1958, το 1961, το 1962, το 1963 και το 1964,1 Κύπελλο Ισπανίας το 1962, και 1 Διηπειρωτικό Κύπελλο το 1960. Το κυριότερο όμως ήταν βασικό στέλεχος της ομάδας η οποία κατέκτησε 5 συνεχόμενα Κύπελλα Πρωταθλητριών από το 1956 έως το 1960 και δημιούργησε τον μύθο της Ρεάλ.
Πέρα απο την ομαδική διάκριση ο Ντι Στέφανο ευτύχησε να τιμηθεί από το γαλλικό περιοδικό France Football το 1957 και το 1959 με την "Χρυσή Μπάλα", ενώ αναδείχθηκε πέντε φορές πρώτος σκόρερ του Πρωταθλήματος. Έκανε την τελευταία του παρουσία στις 27 Μαΐου του 1964 στον χαμένο τελικό του Κυπέλλου Πρωταθλητριών από την Ίντερ.
Αναμφίβολα για πολλούς ιστορικούς του ποδοσφαίρου αυτή η μετακίνηση θεωρείτο ότι άλλαξε την ιστορία τόσο του ισπανικού όσο και του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου αφού οι Μαδριλένοι βρισκόταν μακριά από τους εγχώριους τίτλους για πολλά χρόνια.
Μετά την ήττα της Ρεάλ Μαδρίτης από την Ίντερ με 3-1 στον τελικό του Κυπέλλου Πρωταθλητριών τον Μάιο του 1964, ο προπονητής Μιγκέλ Μουνιόθ και ο πρόεδρος Σαντιάγο Μπερναμπέου αποφάσισαν ότι ο 38χρονος πλέον Ντι Στέφανο έπρεπε να αποσυρθεί από την ενεργό δράση.
Ο Μπερναμπέου τού πρότεινε να σταματήσει το ποδόσφαιρο και να αναλάβει διοικητικό πόστο ή ρόλο στο τεχνικό τιμ της Ρεάλ. Ο Ντι Στέφανο, νιώθοντας ότι μπορεί ακόμα να προσφέρει ως παίκτης, αρνήθηκε οργισμένα την πρόταση, γεγονός που οδήγησε στο οριστικό διαζύγιο με τον σύλλογο.
Καθώς έμεινε ελεύθερος, αρκετές ομάδες ενδιαφέρθηκαν για την εμπειρία του, όμως η Εσπανιόλ κινήθηκε με απόλυτη μυστικότητα και ταχύτητα, αφού ο μεγάλος του φίλος και θρύλος της Μπαρτσελόνα, Λάντισλαο Κουμπάλα, βρισκόταν τότε στην Εσπανιόλ ως παίκτης-προπονητής.
Ήταν εκείνος που τηλεφώνησε στον Ντι Στέφανο και τον έπεισε να μετακομίσει στη Βαρκελώνη για λογαριασμό της «άλλης» ομάδας της πόλης. Τον Αύγουστο του 1964 υπέγραψε συμβόλαιο συνεργασίας, προκαλώντας ντελίριο ενθουσιασμού στους οπαδούς της Εσπανιόλ που έβλεπαν έναν ζωντανό θρύλο να φοράει τη φανέλα τους.
Αγωνίστηκε για δύο σεζόν στην Εσπανιόλ, βοηθώντας τον σύλλογο να σταθεροποιηθεί στη La Liga και να κάνει τις πρώτες του ευρωπαϊκές εξορμήσεις, σκόραρε 7 γκολ στο πρωτάθλημα και η ομάδα τερμάτισε στην 11η θέση, εξασφαλίζοντας την έξοδο στο Κύπελλο Διεθνών Εκθέσεων (πρόδρομο του UEFA).
Στην τελευταία χρονιά της καριέρας του, σημείωσε 4 γκολ, οδηγώντας την Εσπανιόλ μέχρι τα προημιτελικά της Ευρώπης. συνολικά κατέγραψε 60 επίσημες συμμετοχές και 14 γκολ σε όλες τις διοργανώσεις, πριν κρεμάσει οριστικά τα παπούτσια του το 1966 σε ηλικία 40 ετών.Κατέχει το ρεκόρ σκοραρίσματος σε τελικούς Ευρωπαϊκών Κυπέλλων, και μάλιστα σε πέντε συνεχόμενους τελικούς επίσης ρεκόρ, ενώ μαζί με τον Φέρεντς Πούσκας είναι οι πρώτοι σκόρερ σε τελικούς Ευρωπαϊκών Κυπέλλων με εφτά τέρματα.
Ένα ακόμα παράδοξο είναι ότι αγωνίστηκε σε τρεις εθνικές ομάδες αλλά με καμία από αυτές δεν μπόρεσε να γευτεί την χαρά της συμμετοχής σε τελική φάση Παγκοσμίου Πρωταθλήματος. Φόρεσε την φανέλα της Εθνικής Αργεντινής σε μόλις 6 παιχνίδια πετυχαίνοντας 6 γκολ κάνοντας ντεμπούτο στις 4 Δεκεμβρίου του 1947 απέναντι στην Βολιβία στο πλαίσιο του Πρωταθλήματος της Νοτίου Αμερικής το οποίο και το κατέκτησε.
Όμως η "αλμπισελέστε" δεν πήρε μέρος στα Παγκόσμια Κύπελλα του 1950 και του 1954 σε Βραζιλία και Ελβετία αντίστοιχα χάνοντας την πρώτη μεγάλη ευκαιρία. Ακολούθησε η Κολομβία για 4 παιχνίδια τα οποία όμως η FIFA δεν τα αναγνωρίζει ως επίσημα και το 1956 αποκτά την ισπανική υπηκοότητα κάνοντας ντεμπούτο στις 30 Σεπτεμβρίου του 1957 απέναντι στην Ολλανδία.
Παίρνει μέρος σε τέσσερα παιχνίδια της προκριματικής φάσης του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1958 όμως οι "φούριας ρόχας" δεν καταφέρνουν να προκριθούν στα γήπεδα της Σουηδίας. Αντίθετα η Ισπανία προκρίθηκε στην τελική φάση του Παγκοσμίου Κυπέλλου της Χιλής το 1962 υπό την καθοδήγηση του Χελένιο Χερέρα όμως ένας μυϊκός τραυματισμός λίγο πριν την έναρξη της διοργάνωσης του στέρησε την δυνατότητα να αγωνιστεί αν και δηλώθηκε κανονικά στην 23άδα χωρίς όμως να παίξει λεπτό.
Όμως η "αλμπισελέστε" δεν πήρε μέρος στα Παγκόσμια Κύπελλα του 1950 και του 1954 σε Βραζιλία και Ελβετία αντίστοιχα χάνοντας την πρώτη μεγάλη ευκαιρία. Ακολούθησε η Κολομβία για 4 παιχνίδια τα οποία όμως η FIFA δεν τα αναγνωρίζει ως επίσημα και το 1956 αποκτά την ισπανική υπηκοότητα κάνοντας ντεμπούτο στις 30 Σεπτεμβρίου του 1957 απέναντι στην Ολλανδία.
Παίρνει μέρος σε τέσσερα παιχνίδια της προκριματικής φάσης του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1958 όμως οι "φούριας ρόχας" δεν καταφέρνουν να προκριθούν στα γήπεδα της Σουηδίας. Αντίθετα η Ισπανία προκρίθηκε στην τελική φάση του Παγκοσμίου Κυπέλλου της Χιλής το 1962 υπό την καθοδήγηση του Χελένιο Χερέρα όμως ένας μυϊκός τραυματισμός λίγο πριν την έναρξη της διοργάνωσης του στέρησε την δυνατότητα να αγωνιστεί αν και δηλώθηκε κανονικά στην 23άδα χωρίς όμως να παίξει λεπτό.
Συνολικά αγωνίστηκε 31 φορές πετυχαίνοντας 23 γκολ που μέχρι το 1990 τον έφερνε στην πρώτη θέση της λίστας των σκόρερ όλων των εποχών.
Μετά το τέλος της ποδοσφαιρικής του καριέρας στην Εσπανιόλ, ο Ντι Στέφανο και η οικογένειά του είχαν εγκατασταθεί μόνιμα στην Ισπανία και δεν επιθυμούσαν να μετακομίσουν στο εξωτερικό. Όταν η Έλτσε του παρουσίασε μια πρόταση με πλήρη ελευθερία κινήσεων στο αγωνιστικό κομμάτι και ένα πολύ καλό συμβόλαιο, ο ίδιος τη θεώρησε ως την ιδανική «σχολή» για να ξεκινήσει τη νέα του καριέρα χωρίς την ακραία πίεση που θα είχε αν αναλάμβανε αμέσως τη Ρεάλ Μαδρίτης.
Ο τότε πρόεδρος της Έλτσε, Χοσέ Εσκιτέμπε, ήταν ένας διοικητικός ηγέτης που του άρεσαν οι μεγάλες, εντυπωσιακές κινήσεις που προκαλούσαν αίσθηση στον Τύπο. Γνωρίζοντας ότι ο Ντι Στέφανο είχε μόλις αποσυρθεί από την ενεργό δράση (1966) και είχε πάρει το δίπλωμα του προπονητή, πίστεψε ότι η παρουσία ενός τέτοιου «μύθου» στα αποδυτήρια θα έδινε τεράστια ψυχολογική ώθηση στους παίκτες και θα προσέλκυε χιλιάδες φιλάθλους στο γήπεδο.
Τη δεκαετία του '60 ο σύλλογος βρισκόταν στην πιο χρυσή περίοδο της ιστορίας του. Αγωνιζόταν σταθερά στη La Liga, τερμάτιζε συχνά στις πρώτες θέσεις (είχε βγει 5η το 1964) και διέθετε μια οικονομικά εύρωστη διοίκηση που μπορούσε να καλύψει το υψηλό κασέ του.
Κοούτσαρε την ομάδα σε 15 αγώνες με 3 νίκες, 3 ισοπαλίες και 9 ήττες αλλά μετά την ισοπαλία με την Μπέτις, όπου η Έλτσε βρισκόταν στην 14η θέση εντός της ζώνης του υποβιβασμού, γεγονός που ανάγκασε τη διοίκηση να τον απολύσει στις 8 Ιανουαρίου 1968 και να τον αντικαταστήσει με τον Φερνάντο Ντάουτσικ.
Στις αρχές του 1969, η Μπόκα Τζούνιορς βρισκόταν σε διοικητική και αγωνιστική αναδιοργάνωση. Ο πρόεδρος του συλλόγου, Αλμπέρτο Χ. Αρμάντο, έψαχνε μια ισχυρή προσωπικότητα για τον πάγκο. Παρότι ο Ντι Στέφανο ήταν ιστορικά ταυτισμένος με τη μισή του καριέρα στη Ρίβερ Πλέιτ (τη μισητή αντίπαλο), η διοίκηση της Μπόκα παραμέρισε τη μεταξύ τους έχθρα.
Εκτίμησαν την παγκόσμια εμπειρία του και του προσέφεραν τα ηνία, αρχικά ως τεχνικό διευθυντή/προπονητή. Η Μπόκα Τζούνιορς είχε παραδοσιακά τη φήμη μιας ομάδας που βασιζόταν στη δύναμη, το πάθος και την αμυντική σκληρότητα, αλλά άλλαξε πλήρως αυτή τη νοοτροπία, επέβαλε ένα επιθετικό, γρήγορο στυλ παιχνιδιού με συνεχείς εναλλαγές θέσεων.
Κατέκτησε το Κύπελλο και το Nacional του 1969 και σε 50 αγώνες είχε 32 νίκες, 11 ισοπαλίες και 7 ήττες και μετά από αυτή την απόλυτα επιτυχημένη χρονιά, ένιωσε ότι εκπλήρωσε τον στόχο του και επέστρεψε στην Ισπανία, αφήνοντας πίσω του μια ομάδα-μοντέλο.
Αμέσως μετά τον θρίαμβό του με την Μπόκα Τζούνιορς τον Δεκέμβριο του 1969, η διοίκηση της Ρίβερ Πλέιτ κινήθηκε αστραπιαία για να τον αποκτήσει. Ήθελαν να απαντήσουν στο επικό πρωτάθλημα που τους στερούσε η Μπόκα μέσα στο γήπεδό τους το "Μονουμεντάλ" φέρνοντας στον πάγκο τους τον άνθρωπο που το κατάφερε.
Αρνήθηκε την πρόταση γιατί ήταν η επιθυμία της συζύγου του, Σάρα, και των παιδιών του να επιστρέψουν μόνιμα στην Ισπανία, καθώς δεν είχαν προσαρμοστεί πλήρως στη ζωή του Μπουένος Άιρες.
Κατά τη διάρκεια της άνοιξης του 1970, υπήρξαν διερευνητικές επαφές από τον πρόεδρο της Ρεάλ Μαδρίτης, Σαντιάγο Μπερναμπέου. Έβλεπε ότι ο Ντι Στέφανο είχε εξελιχθεί σε έναν εξαιρετικό προπονητή μετά την επιτυχία στην Μπόκα και εξέταζε το ενδεχόμενο να τον επαναφέρει στο «Σαντιάγο Μπερναμπέου» για να αντικαταστήσει μελλοντικά τον Μιγκέλ Μουνιόθ.
Ο Μουνιόθ διατηρούσε ακόμη ισχυρή θέση στον πάγκο της Ρεάλ, και ξεκαθάρισε ότι δεν ήθελε να επιστρέψει στη Μαδρίτη ως «σκιά» ή βοηθός, αλλά μόνο ως πρώτος προπονητής με απόλυτο έλεγχο, κάτι που δεν μπορούσε να του εγγυηθεί η Ρεάλ εκείνη τη στιγμή.
Έτσι, όταν εμφανίστηκε η Βαλένθια προσφέροντάς του ένα εξαιρετικό συμβόλαιο, τη διαμονή στην αγαπημένη του Ισπανία και τον ρόλο του απόλυτου «αφεντικού» στα αποδυτήρια, ο Ντι Στέφανο δεν δίστασε να υπογράψει. Μια Βαλένθια η οποία είχε να κατακτήσει το Πρωτάθλημα Ισπανίας από το μακρινό 1947, 24 ολόκληρα χρόνια.
Ο πρόεδρος του συλλόγου, Χούλιο ντε Μιγκέλ, έψαχνε έναν άνθρωπο με νοοτροπία νικητή και ο Ντι Στέφανο, παρά το γεγονός ότι ήταν ο ζωντανός μύθος της Ρεάλ Μαδρίτης, έγινε δεκτός με ενθουσιασμό, καθώς η διοίκηση του υποσχέθηκε απόλυτο έλεγχο στις αγωνιστικές αποφάσεις.
Βασίστηκε σε παίκτες-κλειδιά όπως ο θρυλικός τερματοφύλακας Άνχελ Άμπελ και ο αμυντικός μέσος Πεπ Κλαραμούντ και έγινε γνωστή για την ικανότητά της να παίρνει αποτελέσματα, ακόμα και με «κυνικό» τρόπο, κερδίζοντας πολλά παιχνίδια με το οριακό 1-0.
Η σεζόν 1970–1971 εξελίχθηκε σε ένα από τα πιο συγκλονιστικά θρίλερ στην ιστορία της La Liga, την τελευταία αγωνιστική, η Βαλένθια χρειαζόταν έστω έναν βαθμό εκτός έδρας με την Εσπανιόλ για να πάρει τον τίτλο, αλλά έχασε με 1–0.
Το πρωτάθλημα κρίθηκε την ίδια ώρα στο άλλο μεγάλο παιχνίδι: η Μπαρτσελόνα και η Ατλέτικο Μαδρίτης αναμετρήθηκαν μεταξύ τους, και αν μία από τις δύο κέρδιζε, θα έκλεβε τον τίτλο από τη Βαλένθια. Το ματς έληξε ισόπαλο 1–1, ένα αποτέλεσμα που ευνόησε τις «Νυχτερίδες» και πανηγύρισε έτσι το πρώτο του Πρωτάθλημα Ισπανίας ως προπονητής μέσα σε έξαλλα πανηγύρια.
Επίσης έφτασε και στον τελικό του Κυπέλλου κόντρα στην Μπαρτσελόνα όπου ηττήθηκε στην παράταση στο 113' με 4-3 χάνοντας την ευκαιρία για το ντάμπλ.
Μετά την κατάκτηση του τίτλου, η Βαλένθια είχε να διαχειριστεί την πίεση του πρωταθλητή και το ντεμπούτο της στο Κύπελλο Πρωταθλητριών Ευρώπης, πραγματοποίησε εξαιρετική πορεία, παλεύοντας μέχρι τέλους για τον τίτλο, αλλά τερμάτισε τελικά στη 2η θέση, δύο βαθμούς πίσω από τη Ρεάλ Μαδρίτης.
Οδήγησε τη Βαλένθια στον μεγάλο τελικό του Κυπέλλου για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά., ωστόσο, η τύχη του γύρισε ξανά την πλάτη, καθώς η ομάδα του ηττήθηκε με 2-1 από την Ατλέτικο Μαδρίτης στο στάδιο Σαντιάγο Μπερναμπέου.
Στο Κύπελλο Πρωταθλητριών αποκλείστηκε στη φάση των «16» από την πανίσχυρη Ούιπεστ της Ουγγαρίας. Η τρίτη χρονιά του Ντι Στέφανο στον πάγκο αποδείχθηκε η πιο δύσκολη, καθώς ο κύκλος πολλών βασικών παικτών άρχισε να κλείνει και εμφανίστηκαν σημάδια αγωνιστικής κόπωσης
Υποχώρησε βαθμολογικά και τερμάτισε στην 6η θέση, μένοντας εκτός των θέσεων που οδηγούσαν στις ευρωπαϊκές διοργανώσεις. Αποκλείστηκε νωρίς στη φάση των «16» από την Καστεγιόν στο Κυπελλο ενώ στο Κύπελλο UEFA, η ομάδα αποκλείστηκε στον δεύτερο γύρο από τον Ερυθρό Αστέρα Βελιγραδίου.
Μετά το τέλος της σεζόν, το καλοκαίρι του 1973, ο Ντι Στέφανο και η διοίκηση αποφάσισαν κοινή συναινέσει να ολοκληρώσουν τη συνεργασία τους. Ο ίδιος αποχώρησε ως απόλυτα επιτυχημένος, έχοντας επαναφέρει τον σύλλογο στην ελίτ και καθοδήγησε την ομάδα σε 162 αγώνες με 75 νίκες, 36 ισοπαλίες και 51 ήττες.
Αν και τα χρήματα ήταν πολλά, ο Ντι Στέφανο προτίμησε να παραμείνει στην Ευρώπη και να αγωνιστεί στο Κύπελλο Πρωταθλητριών με τη Σπόρτινγκ, μια απόφαση που τελικά δεν του βγήκε σε καλό. Μετά την αποχώρησή του από τη Βαλένθια το 1973, ο Ντι Στέφανο έμεινε για έναν χρόνο μακριά από τους πάγκους.
Τον Μάιο του 1974, ο φιλόδοξος πρόεδρος της Σπόρτινγκ Λισαβόνας, Ζοάο Ρότσα, τον προσέγγισε προσφέροντάς του ένα μυθικό συμβόλαιο για να αναλάβει την ομάδα, η οποία μόλις είχε κατακτήσει το νταμπλ στην Πορτογαλία.
Υπέγραψε, παρουσιάστηκε επίσημα και ξεκίνησε την προετοιμασία της ομάδας, όμως η Πορτογαλία βρισκόταν σε τεράστια αναταραχή λόγω της Επανάστασης των Γαρυφάλλων (Απρίλιος 1974). Το κλίμα στη χώρα ήταν εξαιρετικά ρευστό και ο Ντι Στέφανο διαφώνησε έντονα με τον πρόεδρο Ζοάο Ρότσα για τον μεταγραφικό σχεδιασμό και τη στελέχωση του τεχνικού τιμ.
Στις αρχές Σεπτεμβρίου του 1974, μόλις λίγες ημέρες πριν από από την έναρξη του πρωταθλήματος και χωρίς να έχει καθίσει στον πάγκο σε επίσημο ματς, ο πρόεδρος της Σπόρτινγκ τον απέλυσε ξαφνικά. Ο λόγος που επικαλέστηκε η διοίκηση ήταν ότι ο Ντι Στέφανο δεν είχε υποβάλει έγκαιρα τα απαραίτητα έγγραφα/συμβόλαια στην Πορτογαλική Ομοσπονδία, κάτι που θεωρήθηκε απλώς μια δικαιολογία για να λυθεί η συνεργασία λόγω των εσωτερικών διαφωνιών τους.
Τον Μάρτιο του 1975 ανέλαβε επίσημα τα ηνία της Ράγιο Βαγιεκάνο, αντικαθιστώντας τον Έκτορ Νούνιεθ, με έναν και μοναδικό στόχο: να εξαντλήσει τις πιθανότητες ανόδου της ομάδας στη La Liga.
Παρά το τεράστιο όνομά του συνάντησε σοβαρές δυσκολίες, η Ραγιο βρισκόταν σε αγωνιστική κρίση και ο ίδιος δεν κατάφερε να αλλάξει τη νοοτροπία των παικτών στους ελάχιστους μήνες που είχε στη διάθεσή του.
Η ομάδα παρουσίασε μεγάλη αστάθεια, ειδικά στα εκτός έδρας παιχνίδια, και γρήγορα έμεινε εκτός της διεκδίκησης των προνομιούχων θέσεων. Κάθισε στον πάγκο της ομάδας για μόλις 11 επίσημους αγώνες πρωταθλήματος, με τον απολογισμό του να είναι απογοητευτικός για τα δεδομένα του, έχοντας 3 νίκες, 2 ισοπαλίες και 6 ήττες.
Μετά την ολοκλήρωση του πρωταθλήματος τον Ιούνιο του 1975, η Ράγιο Βαγιεκάνο τερμάτισε στην απογοητευτική 11η θέση της Segunda División. Καθώς ο στόχος της ανόδου είχε χαθεί προ πολλού και το κλίμα στα αποδυτήρια δεν ήταν το καλύτερο, η διοίκηση και ο Ντι Στέφανο αποφάσισαν να μην ανανεώσουν τη συνεργασία τους.
Αυτό το δεύτερο συνεχόμενο αρνητικό πέρασμα μετά το μπάχαλο της Σπόρτινγκ Λισαβόνα, ανάγκασε τον Ντι Στέφανο να μείνει ξανά εκτός πάγκων για έναν χρόνο. Αρχές του 1976, η Κόλο-Κόλο ένας από τους μεγαλύτερους συλλόγους της Νότιας Αμερικής, τον πλησίασε προσφέροντάς του ένα πολύ καλό συμβόλαιο.
Απέρριψε την πρόταση, καθώς η οικογένειά του ήταν πλέον πλήρως ριζωμένη στην Ισπανία και ο ίδιος δεν ήθελε να μπει στη διαδικασία μιας νέας υπερατλαντικής μετακόμισης. Τον Μάϊο του 1976 υπήρξε μια ανεπίσημη κρούση από ανθρώπους της Σεβίλλης που εξέταζαν το ενδεχόμενο αλλαγής προπονητή για τη νέα σεζόν στη La Liga..
Ωστόσο, η διοίκηση της Σεβίλλης προτίμησε τελικά μια πιο συντηρητική επιλογή, και οι συζητήσεις δεν μετετράπηκαν ποτέ σε επίσημη γραπτή πρόταση. Ο φιλόδοξος πρόεδρος της Καστεγιόν, Εμίλιο Φαμπρεγκάτ, ήθελε να επαναφέρει την ομάδα στην πρώτη κατηγορία (La Liga) μετά τον υποβιβασμό της.
Έχοντας την οικονομική στήριξη τοπικών επενδυτών, αποφάσισε να κάνει το μεγάλο «μπαμ» με την πρόσληψη του Ντι Στέφανο για να συσπειρώσει τον κόσμο και να φέρει νοοτροπία νικητή. Η Καστεγιόν, αν και αγωνιζόταν στη δεύτερη κατηγορία Segunda División, διέθετε εξαιρετικές εγκαταστάσεις, ένα παθιασμένο κοινό και, το κυριότερο, βρισκόταν στην περιοχή της Βαλένθια.
Αγαπούσε πολύ εκείνο το μέρος της Ισπανίας από την προηγούμενη θητεία του στις «Νυχτερίδες», είδε την πρόταση ως την ιδανική ευκαιρία να δουλέψει χωρίς την ακραία πίεση των μεγάλων συλλόγων, αποδεικνύοντας ότι παραμένει κορυφαίος τεχνικός.
Η Καστεγιόν ξεκίνησε με φιλοδοξίες για την άνοδο, αλλά παρουσίασε τεράστια αστάθεια, ειδικά εκτός έδρας. Τερμάτισε τελικά στην 14η θέση της βαθμολογίας, εξασφαλίζοντας την παραμονή της στην κατηγορία αλλά μένοντας μακριά από τον στόχο της La Liga.
Αποκλείστηκε στον δεύτερο γύρο του Κυπέλλου από τη Λας Πάλμας στα πέναλτι, αφού και τα δύο παιχνίδια έληξαν ισόπαλα (1-1 εντός, 4-4 εκτός). Μετά την ολοκλήρωση της σεζόν τον Ιούνιο του 1977, ο Ντι Στέφανο ολοκλήρωσε το συμβόλαιό του και αποχώρησε ύστερα απο 42 παιχνίδια με 15 νίκες, 11 ισοπαλίες και 16 ήττες, μένοντας ξανά εκτός πάγκων για δύο χρόνια.
To καλοκαίρι του 1979 επέστρεψε στο "Μεστάγια" βρίσκοντας μια ομάδα με τεράστια ποιότητα, καθώς διέθετε στο ρόστερ της τον κορυφαίο Αργεντινό σταρ και παγκόσμιο πρωταθλητή του 1978, Μάριο Κέμπες, καθώς και τον σπουδαίο Γερμανό μέσο Ράινερ Μπόνοφ.
Κατέκτησε το Κύπελλο Κυπελλούχων κόντρα στην Άρσεναλ στην διαδικασία των πέναλντι με 5-4 στις Βρυξέλλες, αλλά στο Πρωτάθλημα τερμάτισε στην 6η θέση, ενώ στο Κύπελλο αποκλείστηκε πρώρα στους πρώτους γύρους.
Σε 49 αγώνες είχε 22 νίκες, 13 ισοπαλίες και 14 ήττες, παρά την κατάκτηση του ευρωπαϊκού τροπαίου, η 6η θέση στο πρωτάθλημα και κάποιες εσωτερικές τριβές με τη διοίκηση οδήγησαν τον Ντι Στέφανο στο να μην ανανεώσει το συμβόλαιό του το καλοκαίρι του 1980.
Το καλοκαίρι του 1981, ο εμβληματικός προπονητής της Ρίβερ Πλέιτ, Άνχελ Λαμπρούνα, αποχώρησε από την τεχνική ηγεσία μετά από μια άκρως επιτυχημένη εξαετία. Ο πρόεδρος του συλλόγου, Ραφαέλ Αραγόν Καμπρέρα, έψαχνε ένα εξίσου τεράστιο όνομα με διεθνή ακτινοβολία και προσωπικότητα για να διαχειριστεί ένα ρόστερ γεμάτο αστέρες.
Εκείνη ακριβώς την περίοδο, η αιώνια αντίπαλος Μπόκα Τζούνιορς είχε κάνει το μεγάλο «μπαμ» αποκτώντας τον νεαρό Ντιέγκο Μαραντόνα. Η διοίκηση της Ρίβερ ένιωθε τεράστια πίεση από τον κόσμο της και χρειαζόταν μια απάντηση κορυφαίου επιπέδου που θα προκαλούσε αίσθηση στα ΜΜΕ.
Ο ερχομός του Ντι Στέφανο από την Ισπανία ήταν η ιδανική κίνηση, ο οποίος είχε μείνει για έναν χρόνο εκτός πάγκων. Η πρόταση της Ρίβερ Πλέιτ τού έδωσε το κίνητρο να επιστρέψει στην πατρίδα του για να εργαστεί στον σύλλογο που τον ανέδειξε, έχοντας πλέον την ευκαιρία να προπονήσει μερικούς από τους κορυφαίους παίκτες του κόσμου.
Ανέλαβε ένα μυθικό ρόστερ που περιλάμβανε πολλούς από τους Παγκόσμιους Πρωταθλητές του 1978 (Ντανιέλ Πασαρέλα, Ουμπάλντο Φιλιόλ, Αμέρικο Γκαγιέγο, Μάριο Κέμπες) μαζί με το νεαρό ταλέντο Ραμόν Ντίαζ. Παρά τις εσωτερικές τριβές είχε συγκρουστεί με ορισμένους σταρ της ομάδας λόγω της σιδηράς πειθαρχίας που επέβαλλε, η Ρίβερ Πλέιτ πραγματοποίησε μια εξαιρετική πορεία στο πρωτάθλημα Nacional το 1981 επικρατώντας στον τελικό της Φεροκαρίλ.
Καθοδήγησε την ομάδα σε 38 αγώνες όπου είχε 15 νίκες, 15 ισοπαλίες και 8 ήττες αλλά τον Φεβρουάριο του 1982 αποχώρησε λόγω μιας βαθιάς ρήξης με τα μεγάλα αστέρια της ομάδας και της οικονομικής κρίσης του συλλόγου.
Είχε έρθει σε κόντρα με τον εμβληματικό αρχηγό της ομάδας και της εθνικής Αργεντινής Ντανιέλ Πασαρέλα που είχε τεράστια επιρροή. Οι διαφωνίες του με τον Ντι Στέφανο για τον τρόπο παιχνιδιού και τη διαχείριση της ομάδας δημιούργησαν ένα μη αναστρέψιμο, ψυχρό κλίμα.
Επίσης και με τον Νορμπέρτο Αλόνσο που ήταν το απόλυτο είδωλο των οπαδών της Ρίβερ, θεωρώντας ότι δεν ταίριαζε στο τακτικό του πλάνο, τον άφησε στον πάγκο κατά τη διάρκεια του πρωταθλήματος. Αυτό εξόργισε τον παίκτη, δίχασε τους οπαδούς και ανάγκασε τη διοίκηση να πάρει θέση, καθώς ο Αλόνσο ζήτησε να μεταγραφεί αν παρέμενε ο προπονητής.
Το 1981, η Ρίβερ Πλέιτ είχε ξοδέψει μυθικά ποσά για να φέρει πίσω τον Μάριο Κέμπες από τη Βαλένθια και να κρατήσει ένα πανάκριβο ρόστερ. Στις αρχές του 1982, η οικονομική κατάσταση της Αργεντινής λόγω του τεράστιου πληθωρισμού και της υποτίμησης του πέσο, οδήγησε τη Ρίβερ σε οικονομικό αδιέξοδο, ο σύλλογος αδυνατούσε να πληρώσει τις δόσεις της μεταγραφής του Κέμπες ο οποίος επέστρεψε αναγκαστικά στη Βαλένθια.
Άλλοι μεγάλοι παίκτες άρχισαν να πωλούνται για να καλυφθούν τα χρέη και κατάλαβε ότι η ομάδα του επόμενου έτους θα ήταν πολύ πιο αδύναμη και χωρίς τους παίκτες-κλειδιά που ήθελε. Καθώς η κατάσταση στο Μπουένος Άιρες γινόταν αφόρητη, η Ρεάλ Μαδρίτης τον πλησίασε ανεπίσημα.
Για τον Ντι Στέφανο, η προοπτική να επιστρέψει στο «σπίτι» του ως πρώτος προπονητής ήταν το απόλυτο όνειρο. Βλέποντας ότι ο κύκλος του στη Ρίβερ είχε κλείσει μέσα σε εντάσεις, αποφάσισε να μην πιέσει για ανανέωση του συμβολαίου του και αποχώρησε οριστικά, ανοίγοντας τον δρόμο για τη μεγάλη του επιστροφή στην Ισπανία το καλοκαίρι του 1982.
Ο στόχος ήταν η ανανέωση της ομάδας, καθώς άρχιζε να προωθείται η περίφημη γενιά των ακαδημιών, η «Quinta del Buitre» (η παρέα του Εμίλιο Μπουτραγκένιο, του Μίτσελ, του Μανόλο Σαντσις κ.ά.), την οποία ο Ντι Στέφανο στήριξε εμπράκτως.
Όμως έχασε και τους πέντε τίτλους που διεκδίκησε την σεζόν 1982-83, όμως η η διοίκηση αναγνώρισε το έργο του και τον κράτησε για άλλη μία σεζόν. Η ιστορία όμως επαναλήφθηκε με παρόμοιο σκληρό τρόπο αφού στο Πρωτάθλημα ισοβάθμησε στην 1η θέση με την Αθλέτικ Μπιλμπάο (συγκέντρωσαν από 49 βαθμούς), αλλά έχασε ξανά το πρωτάθλημα στην ισοβαθμία λόγω χειρότερης διαφοράς τερμάτων στα μεταξύ τους παιχνίδια.
Μετά από αυτό το νέο χτύπημα και χωρίς να έχει καταφέρει να σηκώσει κάποιο τρόπαιο παρά τις εξαιρετικές πορείες, ο Ντι Στέφανο αποχώρησε από τον πάγκο τον Μάιο του 1984 και σε 108 παιχνίδια είχε 63 νίκες, 23 ισοπαλίες και 22 ήττες.
Αποφάσισε να μείνει εκτός πάγκων για περίπου ενάμισι χρόνο, κατά το διάστημα αυτό ξεκουράστηκε, παρέμεινε στη Μαδρίτη με την οικογένειά του και εργάστηκε σποραδικά ως σχολιαστής και πρεσβευτής του ποδοσφαίρου, πριν επιστρέψει στην ενεργό δράση για να πετύχει ένα από τα πιο υποτιμημένα επιτεύγματα της καριέρας του.
Το μεγάλο κάλεσμα ήρθε τον Ιανουάριο του 1986, η αγαπημένη του Βαλένθια βρισκόταν στην πιο μαύρη σελίδα της ιστορίας της, καθώς όδευε ολοταχώς προς τον πρώτο υποβιβασμό της στη δεύτερη κατηγορία.
Ανέλαβε την ομάδα μεσούσης της περιόδου 1985–86 σε μια απέλπιδα προσπάθεια να τη σώσει, αν και δεν πρόλαβε να αποτρέψει το μοιραίο η Βαλένθια υποβιβάστηκε τελικά την άνοιξη του 1986, η διοίκηση του έδειξε απόλυτη εμπιστοσύνη για να χτίσει την ομάδα από την αρχή.
Παρέμεινε στον πάγκο στη Segunda División τη σεζόν 1986–1987 και oδήγησε τη Βαλένθια στην κατάκτηση του πρωταθλήματος της Β' Κατηγορίας και την άμεση επιστροφή της στην ελίτ . Παρέμεινε στις «Νυχτερίδες» και την επόμενη σεζόν 1987–1988 στη μεγάλη κατηγορία, σταθεροποιώντας τον σύλλογο πριν αποχωρήσει οριστικά τον Μάρτιο του 1988.
Ο πρόεδρος του συλλόγου, Ραμόν Μεντόζα, στράφηκε στον απόλυτο ζωντανό μύθο της ομάδας, σε ηλικία 64 ετών, δέχθηκε αμέσως να βοηθήσει, αναλαμβάνοντας καθήκοντα μαζί με τον παλιό του συμπαίκτη, Χοσέ Αντόνιο Καμάτσο, ως βοηθό.
Κατέκτησε το Σούπερ Καπ κόντρα στην Μπαρτσελόνα αλλά η συνέχεια στο πρωτάθλημα ήταν γεμάτη σκαμπανεβάσματα, η ομάδα είχε σοβαρά προβλήματα τραυματισμών και έλλειψη σταθερότητας.
Η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι ήρθε τον Μάρτιο του 1991 στο Κύπελλο Πρωταθλητριών, όπου η Ρεάλ αποκλείστηκε στα προημιτελικά από τη σοβιετική Σπαρτάκ Μόσχας, χάνοντας με 3–1 μέσα στο «Σαντιάγο Μπερναμπέου».
Μετά από αυτόν τον αποκλεισμό και με την ομάδα να έχει μείνει πίσω στη διεκδίκηση της La Liga, αποφάσισε να αποχωρήσει από την τεχνική ηγεσία στις 22 Μαρτίου 1991, παραδίδοντας τα ηνία στον Ράντομιρ Άντιτς και σε 21 αγώνες είχε 9 νίκες, 3 ισοπαλίες και 9 ήττες και συνολικά σε 129 αγώνες με 72 νίκες, 26 ισοπαλίες και 31 ήττες.
Η ισπανική αθλητική εφημερίδα MARCA διατήρησε και μετά θάνατον το επίσημο ετήσιο βραβείο της, το οποίο απονέμεται στον κορυφαίο ποδοσφαιριστή της La Liga κάθε σεζόν, φέροντας το όνομά του ως σύμβολο της απόλυτης ποδοσφαιρικής ποιότητας.
Στις 5 Νοεμβρίου του 2000 ο σύλλογος της Μαδρίτης του απένειμε τον τίτλο του επίτιμου προέδρου του συλλόγου, τίτλο που τον κατείχε μέχρι και το τέλος της ζωής του, ενώ στις 17 Φεβρουαρίου του 2008 από τα χέρια του Μισέλ Πλατινί του απονεμήθηκε βραβείο για την προσφορά του στο άθλημα.
Ένα ακόμα αξιοσημείωτο γεγονός στην πολυτάραχη ζωή του έλαβε χώρα στις 26 Αυγούστου του 1963 όταν μέλη των Ενόπλων Δυνάμεων της Εθνικής Απελευθέρωσης(FALN) μιας αντάρτικής ομάδας που δρούσε στην Βενεζουέλα τον απήγαγαν κατά την διάρκεια της διαμονής του στο Καράκας.
Η κράτηση του κράτησε 72 ώρες διάστημα στο οποίο δεν αισθάνθηκε ποτέ ότι κινδύνευε η ζωή του αφού κατά στο διάστημα αυτό έπαιζε σκάκι, ντόμινο και παρακολουθούσε τηλεόραση. Οι αντάρτες τον άφησαν λίγα μέτρα μακριά από την πρεσβεία της Ισπανίας στην Βενεζουέλα θέλοντας με αυτό τον τρόπο να στρέψουν τα βλέμματα της παγκόσμιας κοινής γνώμης στην κατάσταση που επικρατούσε στην χώρα τους.
Στις 7 Ιουλίου του 2014 o Ντι Στέφανο σε ηλικία 88 ετών άφηνε την τελευταία του πνοή στο νοσοκομείο Γκρεγκόριο Μαρανιόν της Μαδρίτης στο οποίο είχε μεταφερθεί ύστερα από καρδιακό επεισόδιο που υπέστη το Σάββατο 5 του μηνός. Νοσηλευόταν σε κρίσιμη κατάσταση, μάλιστα τις τελευταίες ώρες είχε πέσει σε κώμα και παρότι έδειχνε να σταθεροποιείται η καρδιά του τελικά δε άντεξε.
Η κράτηση του κράτησε 72 ώρες διάστημα στο οποίο δεν αισθάνθηκε ποτέ ότι κινδύνευε η ζωή του αφού κατά στο διάστημα αυτό έπαιζε σκάκι, ντόμινο και παρακολουθούσε τηλεόραση. Οι αντάρτες τον άφησαν λίγα μέτρα μακριά από την πρεσβεία της Ισπανίας στην Βενεζουέλα θέλοντας με αυτό τον τρόπο να στρέψουν τα βλέμματα της παγκόσμιας κοινής γνώμης στην κατάσταση που επικρατούσε στην χώρα τους.
Στις 7 Ιουλίου του 2014 o Ντι Στέφανο σε ηλικία 88 ετών άφηνε την τελευταία του πνοή στο νοσοκομείο Γκρεγκόριο Μαρανιόν της Μαδρίτης στο οποίο είχε μεταφερθεί ύστερα από καρδιακό επεισόδιο που υπέστη το Σάββατο 5 του μηνός. Νοσηλευόταν σε κρίσιμη κατάσταση, μάλιστα τις τελευταίες ώρες είχε πέσει σε κώμα και παρότι έδειχνε να σταθεροποιείται η καρδιά του τελικά δε άντεξε.
Το φέρετρό του, καλυμμένο με τη σημαία της Ρεάλ Μαδρίτης και της Ισπανίας, τοποθετήθηκε στην προεδρική κερκίδα του σταδίου Σαντιάγο Μπερναμπέου. Δεκάδες χιλιάδες οπαδοί, αλλά και προσωπικότητες από όλο τον κόσμο ανάμεσά τους ο τότε Βασιλιάς της Ισπανίας Φίλιππος ΣΤ' και ολόκληρη η ποδοσφαιρική ομάδα της Ρεάλ, σχημάτισαν ουρές για να του αποτίσουν φόρο τιμής.
Η κηδεία του τελέστηκε στις 9 Ιουλίου 2014 σε πολύ στενό οικογενειακό κύκλο, όπως επιθυμούσε η οικογένειά του και τάφηκε στο κοιμητήριο La Almudena στη Μαδρίτη. Στο πλαίσιο του ημιτελικού Αργεντινή-Ολλανδία κρατήθηκε ενός λεπτού σιγής, με τους παίκτες της Αργεντινής να φορούν μαύρη κορδέλα για να τον τιμήσουν.
Στις 16 Ιουλίου του 2014 Ρίβερ Πλέιτ και Μιγιονάριος τίμησαν την μνήμη του με την διεξαγωγή φιλικού παιχνιδιού στην Μπογκοτά στο "Έλ Καμπιν".
Το όνομα του δόθηκε τον Μάιο του 2006 στο προπονητικό γήπεδο της Ρεάλ χωρητικότητας 6.000 θεατών όπου εκεί έδωσαν τους αγώνες τους οι "μπλάνκος" στο τέλος της περιόδου 2019-2020 και ολόκληρη την περίοδο 2020-2021.
Τον Φεβρουάριο του 2008 στο προπονητικό που έχει το όνομα του, έγιναν τα αποκαλυπτήρια του αγάλματος ύψους 2.5 μέτρων του που το φιλοτέχνησε ο γλύπτης Πέδρο Μόντες. Το γλυπτό αναπαριστά την περίφημη πανηγυρική του στάση από έναν αγώνα του Κυπέλλου Πρωταθλητριών το 1958 εναντίον της Βάσας, με τα χέρια υψωμένα στον ουρανό.
Το 1989 του απονεμήθηκε η Σούπερ Χρυσή Μπάλα ξεπερνώντας στην ψηφοφορία που διοργάνωσε το France Football τόσο τον Μισέλ Πλατινί όσο και τον Γιόχαν Κρόιφ.
Το 1989 του απονεμήθηκε η Σούπερ Χρυσή Μπάλα ξεπερνώντας στην ψηφοφορία που διοργάνωσε το France Football τόσο τον Μισέλ Πλατινί όσο και τον Γιόχαν Κρόιφ.
Το 1998 συμπεριλήφθηκε στην κορυφαία ομάδα του 20ου αιώνα, ενώ το 2013 σε ψηφοφορία που διοργάνωσε το World Soccer και συμμετείχαν 74 ειδικοί απο όλο τον κόσμο συμπεριλήφθηκε στην κορυφαία ομάδα όλων των εποχών.
Λίγο μετά τον θάνατό του, η αεροπορική εταιρεία Iberia επίσημος χορηγός της ομάδας ονόμασε ένα από τα υπερσύγχρονα αεροσκάφη της Airbus A340-600 ως «Alfredo Di Stéfano», μεταφέροντας το όνομά του σε όλο τον κόσμο.
