www.goahits.blogspot.com

Διεθνές ποδόσφαιρο όπως δεν έχετε ξαναδιαβάσει!

22/8/26

Έντσο Μπέαρζοτ Ο "Γέρος"

Είναι ο προπονητής που κατέχει το ρεκόρ των περισσότερων παρουσιών στον πάγκο της "σκουάντρα ατζούρα" και ο άνθρωπος που την οδήγησε στην κατάκτηση του τρίτου της Παγκοσμίου Κυπέλλου το 1982. Για αυτό τον λόγο η ομοσπονδία τίμησε τον Έντσο Μπέαρζοτ όταν μετά το θάνατό του έδωσε το ονομά του στο βραβείο για τον καλύτερο Ιταλό προπονητή της χρονιάς


Γεννήθηκε στις 26 Σεπτεμβρίου του 1927 στο Αιέλο ντελ Φρίουλι και έκανε αξιόλογη καριέρα ως αμυντικός ξεκινώντας την επαγγελματική του καριέρα το 1946 στην Προ Γκορίτσια. Το καλοκαίρι του 1948, πήρε τη μεταγραφή για την Ίντερ και η μετακίνησή του έγινε με πολύ γρήγορο και αθόρυβο τρόπο.

 Η Ίντερ αναζητούσε τότε νεαρούς, δυναμικούς και οικονομικά προσιτούς παίκτες από τις μικρότερες κατηγορίες, για να ενισχύσει το βάθος του ρόστερ της. Ο 21χρονος Μπεαρζότ είχε ξεχωρίσει για τη μαχητικότητά του ως αμυντικός μέσος.

Οι σκάουτερ της Ίντερ κινήθηκαν γρήγορα στην περιοχή του Φριούλι και έκλεισαν τη συμφωνία απευθείας με τη διοίκηση της Προ Γκορίτσια, προτού ο παίκτης προλάβει να τραβήξει το ενδιαφέρον άλλων μεγάλων δυνάμεων του ιταλικού Βορρά (όπως η Μίλαν ή η Γιουβέντους).

Για τον νεαρό Μπεαρζότ, η πρόταση της Ίντερ ήταν μια ευκαιρία ζωής που δεν άφηνε περιθώρια για δεύτερες σκέψεις ή διαπραγματεύσεις με άλλες ομάδες, καθώς του επέτρεψε να κάνει το τεράστιο άλμα απευθείας στη Serie A.

Ήρθε ως ένα υποσχόμενο ταλέντο, αλλά η Ίντερ διέθετε ήδη μια πανίσχυρη και έμπειρη μεσαία γραμμή και αυτό είχε ως αποτέλεσμα να μην καθιερωθεί αμέσως στην αρχική ενδεκάδα. Στην πρώτη του σεζόν (1948-49) έκανε το ντεμπούτο του στη Serie A, αλλά αγωνίστηκε ελάχιστα. Συνολικά, στα τρία χρόνια της πρώτης του θητείας, κατέγραψε μόλις 19 επίσημες εμφανίσεις στο πρωτάθλημα.

Παρά τον περιορισμένο χρόνο συμμετοχής, η καθημερινή προπόνηση δίπλα σε σπουδαίους παίκτες της εποχής (όπως ο θρυλικός επιθετικός Αμαντέο Αμαντέι και ο Αττίλιο Τζοβαννίνι) τον βοήθησε να αναπτύξει την περίφημη τακτική του οξύνοια και το πεισματάρικο στυλ παιχνιδιού του.

Βλέποντας ότι δεν μπορούσε να βρει μόνιμη θέση βασικού, ο Μπεαρζότ πήρε τη γενναία απόφαση το 1951 να αφήσει το Μιλάνο και να μετακομίσει στον ιταλικό Νότο για λογαριασμό της Κατάνια στη Serie B τότε, μια κίνηση που τελικά αναζωογόνησε την καριέρα του και τον καθιέρωσε στο ιταλικό ποδόσφαιρο.
Βρήκε το ιδανικό περιβάλλον για να ξεδιπλώσει τα προσόντα του, κερδίζοντας τη φανέλα του βασικού στο σπίτι του. Ο προπονητής της ομάδας, Πιέρο Αντρεόλι, διέκρινε αμέσως ότι ο Μπεαρζότ διέθετε μια σπάνια ικανότητα να «καταστρέφει» το παιχνίδι των αντιπάλων. 

Του έδωσε τον ρόλο του αμυντικού μέσου με αποκλειστική αποστολή να μαρκάρει το αντίπαλο «δεκάρι». Σε μια κατηγορία γεμάτη δύναμη και σκληρές μονομαχίες, όπως ήταν τότε η Serie B, το πεισματάρικο και παθιασμένο στυλ παιχνιδιού του έγινε γρήγορα το σήμα κατατεθέν της ομάδας, δεν έχανε σχεδόν καμία μονομαχία, γεγονός που τον έκανε αγαπημένο της εξέδρας.

Έγινε ο συνδετικός κρίκος ανάμεσα στην άμυνα και την επίθεση και στην τρίτη του σεζόν (1953-54), αγωνίστηκε και στα 34 παιχνίδια του πρωταθλήματος χωρίς να χάσει ούτε λεπτό, οδηγώντας την Κατάνια στην ιστορική, πρώτη άνοδο της ιστορίας της στη Serie A. Συνολικά, στα τρία χρόνια του στην ομάδα, κατέγραψε 95 εμφανίσεις και πέτυχε 5 γκολ

Το καλοκαίρι του 1954, μετά την ιστορική άνοδο της Κατάνια, είχε πλέον φτιάξει ένα πολύ καλό όνομα στη Serie A. Η Τορίνο κινήθηκε γρήγορα και τον απέκτησε, προσφέροντάς του τον ρόλο του βασικού αμυντικού μέσου, ενώ και για τον ίδιο η πρόταση της Τορίνο ήταν μια εξαιρετική ευκαιρία να επιστρέψει κοντά στην πατρίδα του (το Φριούλι) και να αγωνιστεί ξανά σε έναν ιστορικό σύλλογο της κορυφαίας κατηγορίας

Πήρε αμέσως την φανέλα βασικού στο πρώτο αυτό πέρασμα απο το 1954 έως το 1956 έχοντας 64 αγώνες και 1 γκολ, αναγκάζοντας την Ίντερ να κινηθεί δυναμικά και να τον φέρει πίσω στο Μιλάνο. Όταν έφυγε από την Ίντερ το 1951, ήταν ένας άπειρος αναπληρωματικός και στην πενταετία που μεσολάβησε σε Κατάνια και Τορίνο, μεταμορφώθηκε σε έναν από τους πιο αξιόπιστους και σκληροτράχηλους αμυντικούς μέσους της Ιταλίας.

Η Ίντερ συνειδητοποίησε ότι είχε αφήσει να φύγει ένα υποσχόμενο ταλέντο που πλέον είχε γίνει έτοιμος, κορυφαίος παίκτης. Την δεκαετία του '50 διέθετε τεράστια ποιότητα και αστέρες στην επίθεση όπως ο Λέναρτ Σκόγκλουντ και ο Μπενίτο Λορέντσ), αλλά εμφάνιζε σοβαρά προβλήματα ανασταλτικής λειτουργίας και έλλειψης ισορροπίας. 

Ο νέος τότε προπονητής της Ίντερ, Λουίτζι Φερέρο, ζήτησε έναν παίκτη με τακτική πειθαρχία, ασταμάτητο τρέξιμο και έφεση στο μαρκάρισμα για να «καθαρίζει» τις φάσεις και να προστατεύει την άμυνα και ο Μπεαρζότ ήταν ο ιδανικός «εργάτης» γι' αυτή τη δουλειά. 

Το μεγάλο καμπανάκι για τη διοίκηση της Ίντερ χτύπησε τον Νοέμβριο του 1955, όταν οι εξαιρετικές εμφανίσεις του Μπεαρζότ με την Τορίνο ανάγκασαν τον εκλέκτορα της Εθνικής Ιταλίας να τον καλέσει και να του δώσει το ντεμπούτο του με τη «Σκουάντρα Ατζούρα» εναντίον της πανίσχυρης Ουγγαρίας. Αυτή η διεθνής αναγνώριση εκτόξευσε τις μετοχές του και έπεισε την Ίντερ ότι έπρεπε να διορθώσει το λάθος του παρελθόντος, αποκτώντας τον ξανά προτού κινηθεί άλλη μεγάλη ομάδα.

όμως η σεζόν 1956-1957 δεν εξελίχθηκε καλά ούτε για τους "νερατζουρι" που τερμάτισαν στην 5η θέση του ιταλικού πρωταθλήματος, μένοντας αρκετά πίσω από την πρωταθλήτρια Μίλαν και τη Φιορεντίνα.

Για τον δε Μπεαρζότ, ξεκίνησε τη χρονιά ως βασικός αμυντικός μέσος, προσφέροντας τη γνωστή του μαχητικότητα. Όμως η αστάθεια στα αποτελέσματα της ομάδας οδήγησε σε αλλαγές προσώπων και τακτικής κατά τη διάρκεια της σεζόν, με αποτέλεσμα να χάσει τη θέση του στην αρχική ενδεκάδα προς το τέλος της χρονιάς.
Συνολικά στο "Τζιουζέπε Μεάτσα" είχε 46 εμφανίσεις και το καλοκαίρι του 1957, η «Γκρανάτα» έψαχνε ξανά έναν παίκτη με ισχυρή προσωπικότητα για να ηγηθεί των αποδυτηρίων, και ο Μπεαρζότ βρήκε στο Τορίνο το λιμάνι του. 

Αυτή η δεύτερη θητεία του (1957–1964) είχε πολύ πιο βαθύ αποτύπωμα από την πρώτη, έζησε την πιο δραματική στιγμή της ιστορίας του συλλόγου μετά τη Σουπέργκα, που ήταν ο πρώτος υποβιβασμός της Τορίνο στη Serie B το 1959. 

Αντί να αποχωρήσει, έμεινε, πήρε το περιβραχιόνιο του αρχηγού και την οδήγησε στην άμεση επιστροφή στην πρώτη κατηγορία το 1960. Στα τελευταία χρόνια της καριέρας του, ο Μπεαρζότ είχε προπονητή τον μυθικό Νερέο Ρόκκο τον «πατέρα» του ιταλικού κατενάτσιο, Ο οποίος διέκρινε την προπονητική οξύνοια του Μπεαρζότ και άρχισε να τον προετοιμάζει για τους πάγκους.
 
Αποσύρθηκε από την ενεργό δράση στο τέλος της σεζόν 1963-64 σε ηλικία 37 ετών έχοντας 164 αγώνες και 6 γκολ και 228 συμμετοχές και 7 γκολ και στα δυο περάσματα. 

Συνολικά ο Μπέαρζοτ είχε 409 παρουσίες πετυχαίνοντας 15 γκολ στην SERIE A, ενώ φόρεσε την φανέλα της εθνικής ομάδας της χώρας του μία φορά στις 27 Νοεμβρίου του 1955 σε φιλικό παιχνίδι κόντρα στην Ουγγαρία στην Βουδαπέστη. 

Με την ολοκλήρωση της καριέρας του το 1964 ξεκίνησε την προπονητική του καριέρα στην "γκρανάτα" ως προπονητής τερματοφυλάκων και στην συνέχεια βοηθός του Νερέο Ρόκο και του Εντμόντο Φάμπρι.  

Ο Αρτέμιο Φράνκι, ο οποίος θεωρείται ένας από τους κορυφαίους αθλητικούς παράγοντες στην ιστορία του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου, παρακολουθούσε την εξέλιξη του Μπεαρζότ ως βοηθού στην Τορίνο δίπλα στον Νερέο Ρόκκο. 

Ήθελε να τον εντάξει μόνιμα στα κλιμάκια των εθνικών ομάδων, αλλά έκρινε ότι ο νεαρός τεχνικός χρειαζόταν πρώτα «ψηθεί» ως πρώτος προπονητής σε συνθήκες πίεσης. Έτσι, με δική του παρέμβαση, ο Μπεαρζότ στάλθηκε στην Τοσκάνη για λογαριασμό της Πράτο, έχοντας ως άμεσο συνεργάτη και βοηθό του τον μετέπειτα γνωστό προπονητή Ρέντσο Ουλιβιέρι. 

Τον Ιανουάριο του 1969 ανέλαβε την τεχνική ηγεσία της Πράτο στην SERIE C στην θέση του Ντίνο Μπαλάτσι και σε 37 παιχνίδια είχε 10 νίκες, 17 ισοπαλίες και 10 ήττες, εξασφαλίζοντας την άνετη σωτηρία.

Το καλοκαίρι του 1969 ο Φράνκι θα ενταχθεί στην ιταλική ομοσπονδία αναλαμβάνοντας στην αρχή τη εθνική ομάδα U-23, στην συνέχεια βοηθός του  Φερούτσιο Βαλκαρέτζι στην τελική φάση του  Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1974.

Το 1975 μαζί με τον Φούλβιο Μπερναρντίνι ανέλαβαν την "σκουάντρα ατζούρα", για να φτάσουμε στις 8 Οκτωβρίου του  1977 όταν και αναβαθμίστηκε ως πρώτος προπονητής. Συμμετείχε στην τελική φάση του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1978 που διεξήχθη στην Αργεντινή όπου και κατέλαβε την τέταρτη θέση και στην τελική φάση του Κυπέλλου Εθνών που διεξήχθη στην Ιταλία.

Η μεγαλύτερη του όμως επιτυχία ήρθε το 1982 στην τελική φάση του Παγκοσμίου Κυπέλλου που πραγματοποιήθηκε στην Ισπανία. Το άσχημο ξεκίνημα που έκανε στην πρώτη φάση όταν και πέρασε στην επόμενη φάση μετά κόπων και βασάνων, οδήγησε στην κριτική για την παρουσία του Ρόσι μετά το σκάνδαλο Τotonero και την μη παρουσία του πρώτου σκόρερ του πρωταθλήματος Ρομπέρτο Προύτσο

Τότε ο Μπέαρζοτ αποφάσισε να επιβάλλει εμπάργκο στους απεσταλμένους του ιταλικού τύπου και να μην κάνουν δηλώσεις τόσο αυτός όσο και οι ποδοσφαιριστές του. Η τακτική αυτή συν με τις αλλαγές που έκανε στο βασικό σχήμα απέδωσε και κατάφερε στον δεύτερο γύρο να υπερκεράσει τα εμπόδιο των Βραζιλίας και Αργεντινής, της Πολωνίας στον ημιτελικό και να επικρατήσει της Δυτικής Γερμανίας με 3-1 στον τελικό στο "Σαντιάγκο Μπερναμπέου" στην Μαδρίτη.

Η αποτυχία να προκριθεί στην τελική φάση του Κυπέλλου Εθνών το 1984 στην Γαλλία αλλά και ο αποκλεισμός από την φάση των "16" στην τελική φάση του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1986 στο Μέξικο "άλλαξαν" το κλίμα για τον Μπέαρζοτ.

Υπήρξαν αρκετές αντιδράσεις και επικρίθηκε αρκετά για το γεγονός  ότι στηρίχθηκε στην φουρνιά του 1982, μιας αρκετοί από αυτούς δεν βρίσκονταν πλέον στην καλύτερη δυνατή κατάσταση. Έτσι αν και είχε συμβόλαιο μέχρι το 1990, αποφάσισε να παραιτηθεί μετά από 104 αγώνες στον πάγκο με απολογισμό 51 νίκες, 28 ισοπαλίες και 25 ήττες κατέχοντας την πρώτη θέση στην συγκεκριμένη λίστα.

Ύστερα από μια περίοδο απουσίας από τα δρώμενα το 2002 ορίστηκε διευθυντής του Τεχνικού Κέντρου της Ιταλικής Ομοσπονδίας μία θέση την οποία την κράτησε έως το 2005. Από αυτό το πόστο ήταν υπεύθυνος για τη φιλοσοφία, την εκπαίδευση και την έκδοση διπλωμάτων για τη νέα γενιά των Ιταλών προπονητών.

Λόγω του τεράστιου κύρους του, εργάστηκε ως σύμβουλος της FIFA και της UEFA σε διάφορες επιτροπές για την ανάπτυξη του αθλήματος. Σχολίαζε συχνά μεγάλα ποδοσφαιρικά γεγονότα (όπως Μουντιάλ και Euro) σε ιταλικά μέσα ενημέρωσης, διατηρώντας πάντα το προφίλ του σοβαρού και χαμηλών τόνων αναλυτή.

Στα τέλη της δεκαετίας του 2000 αποτραβήχτηκε εντελώς από τα φώτα της δημοσιότητας, ζώντας ήσυχα με την οικογένειά του στο Μιλάνο. Απεβίωσε στις 21 Δεκεμβρίου 2010 στο Μιλάνο, σε ηλικία 83 ετών, μετά από μακρά μάχη με σοβαρά προβλήματα υγείας. 

Η ημέρα του θανάτου του συνέπεσε συμβολικά με την επέτειο θανάτου (21 Δεκεμβρίου 1968) του Βιτόριο Πότσο, του μοναδικού άλλου Ιταλού προπονητή που τον ξεπερνούσε σε μύθο.   Η κηδεία του τελέστηκε στις 23 Δεκεμβρίου 2010 στον ιστορικό ναό του Σάντα Μαρία Ινκορονάτα στο Μιλάνο, σε κλίμα βαθιάς συγκίνησης αλλά με την απλότητα που χαρακτήριζε όλη του τη ζωή, καθώς η οικογένεια αρνήθηκε την πρόταση για δημόσιο λαϊκό προσκύνημα.

Σχεδόν όλοι οι Παγκόσμιοι Πρωταθλητές του 1982 ήταν εκεί για να αποχαιρετήσουν τον «πατέρα» τους, Ντίνο Τζοφ, Μάρκο Ταρντέλι, Μπρούνο Κόντι, Τσέζαρε Πραντέλι, Τζιανκάρλο Αντονιόνι, Φράνκο Μπαρέζι και Τζουζέπε Μπέργκομι ήταν μεταξύ των παρευρισκόμενων. Η σορός του τάφηκε στον οικογενειακό τάφο στο κοιμητήριο του Παντολιάσκο, στα περίχωρα του Μιλάνου.

Πάολο Ρόσι (ο «χρυσός» σκόρερ του 1982): «Ο Έντζο Μπεαρζότ ήταν ένας από τους σπουδαιότερους Ιταλούς του 20ού αιώνα. Για μένα ήταν σαν δεύτερος πατέρας. Του χρωστάω τα πάντα, χωρίς αυτόν δεν θα είχα κάνει τίποτα. Ήταν ένας άνθρωπος με απίστευτη ακεραιότητα».

Ντίνο Τζοφ (αρχηγός της Ιταλίας το 1982): «Ένας τεράστιος άνθρωπος, που έδωσε ένα μοναδικό μάθημα συμπεριφοράς και ήθους σε όλη την Ιταλία. Ήταν η προσωποποίηση της τιμιότητας».

Τζιανκάρλο Αμπέτε (τότε Πρόεδρος της Ιταλικής Ομοσπονδίας): «Έφυγε ένας εθνικός θρύλος, ένας άνθρωπος που συνέδεσε το όνομά του με την πιο όμορφη σελίδα του ιταλικού ποδοσφαίρου, διδάσκοντας αξίες και στυλ».

Θεσπίστηκε αμέσως στις 31 Μαρτίου του 2011 από την Ένωση Ιταλικών Αθλητικών Συλλόγων το Εθνικό Βραβείο "Enzo Bearzot" και απονέμεται κάθε χρόνο στον καλύτερο Ιταλό προπονητή της χρονιάς. Σπουδαίοι τεχνικοί όπως ο Τσέζαρε Πραντέλι (2011), ο Κάρλο Αντσελότι (2014), ο Κλαούντιο Ρανιέρι (2016) και ο Λουτσιάνο Σπαλέτι (2023) έχουν παραλάβει αυτό το βραβείο τιμώντας τη μνήμη του.

Στις 5 Δεκεμβρίου του 2011, ήταν από τους πρώτους που εισήχθησαν μεταθανάτια στην επίσημη αίθουσα των θρύλων του ιταλικού ποδοσφαίρου στην κατηγορία των προπονητών. Το δημοτικό στάδιο της πόλης Γκορίτσια μετονομάστηκε επίσημα σε Stadio Enzo Bearzot.

Στο Coverciano το προπονητικό κέντρο της Εθνικής Ιταλίας, η αίθουσα των διαλέξεων και βασικά σημεία έχουν διακοσμηθεί με εμβληματικές φωτογραφίες του όπως αυτή που παίζει χαρτιά στο αεροπλάνο της επιστροφής με τον Πρόεδρο Σάντρο Περτίνι και τον Ντίνο Τζοφ.


    
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...