www.goahits.blogspot.com

Διεθνές ποδόσφαιρο όπως δεν έχετε ξαναδιαβάσει!

17/8/26

Ριβάλντο Απο τις φαβέλες στην κορυφή του κόσμου

Ήταν οι πρώτες ημέρες του 2000 όταν το αγγλικό ποδοσφαιρικό περιοδικό World Soccer ανακοίνωνε τους καλύτερους του 1999. Με ποσοστό 42% ο Ριβάλντο Βίτορ Μπόρμπα Φερέιρα βγήκε πρώτος στην λίστα με τον καλύτερο παίκτη της χρονιάς ολοκληρώνοντας με τον καλύτερο τρόπο μια χρονιά στην οποία είχε να επιδείξει σημαντικές προσωπικές επιτυχίες.

Γεννημένος στις 19 Απριλίου του 1972 στην πόλη Παουλίστα της περιοχής Περναμπούκο μεγάλωσε στις φτωχογειτονιές του Ρεσίφε. Η οικογένεια του ήταν φτωχή και δεν μπορούσε να ταΐσει τόσο αυτόν όσο και τα υπόλοιπα του αδέρφια, εξαιτίας μάλιστα του υποσιτισμού είχε χάσει πολλά από τα αληθινά δόντια του αντικαθιστώντας τα με ένα σετ ψεύτικων.

Τα όνειρα όμως δεν σταματούσαν για τον μικρό Βίτορ που το πρωί έβγαζε προς το ζην πουλώντας σουβενίρ στους τουρίστες και το απόγευμα μαζί με τους φίλους του έπαιζε ποδόσφαιρο στην κοντινή παραλία.

Ο πατέρας του ήταν από αυτούς που πίστευαν στο ταλέντο του άλλωστε το ποδόσφαιρο ήταν μια διέξοδος για τον ίδιο για να μπορέσει να ξεφύγει από τις φαβέλες.

Σε ηλικία 17 ετών ο "Ρίμπο" χάνει τον πατέρα του σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα ένα μεγάλο "σόκ" για τον ίδιο την στιγμή μάλιστα που είχε υπογράψει το πρώτο του επαγγελματικό συμβόλαιο στην ομάδα Παουλιστάνο.

Οι προπονητές του στην Παουλιστάνο θεωρούσαν ότι δεν θα μπορούσε να παίξει ανταγωνιστικό ποδόσφαιρο λόγω του αδύνατου οργανισμού του ο ίδιος όμως δεν το έβαλε κάτω και το 1991 μετακόμισε στην Σάντα Κρούζ όπου είχε 27 συμμετοχές και 9 τέρματα κατακτώντας το 1990 το πολιτειακό Πρωτάθλημα Περναμπούκο

Μετά από ένα σύντομο πέρασμα από την Μότζι Μίριμ με 31 συμμετοχές και 13 τέρματα όπου προσέφερε πέντε παίκτες για να τον αποκτήσει και κατάφερε να ανέβει στην πρώτη κατηγορία του Παουλίστα.

Στα μέσα του 1993 θα έρθει ο δανεισμός στην Κορίνθιανς μαζί με τους Βαλμπερ, Λέτο και Αντμίλσον όπου είχε 24 συμμετοχές και 12 τέρματα, στο βραζιλιάνικο πρωτάθλημα πέτυχε 11 τέρματα και για αυτόν τον λόγο κέρδισε το βραβείο Bola de Prata απο το περιοδικό Placar, ως ένας απο τους κορυφαίους μέσους.

Η "τιμάο" δεν μπόρεσε να κατεβάσει την τιμή για να τον αγοράσει και έτσι η Παλμέιρας η οποία είχε απο πίσω της την Parmalat έδωσε το ποσό των 2,4 εκατομμυρίων ρεαίς για να τον κάνει δικό της. Αγωνίστηκε για τρία χρόνια πετυχαίνοντας 69 γκολ σε 128 αγώνες, κατέκτησε το Brasileirao τo 1994 όπου ήταν δεύτερος σκόρερ του Πρωταθλήματος με 14 τέρματα κερδίζοντας ένα ακόμα βραβείο Bola de Prata και δύο πρωταθλήματα Παουλίστα το 1994 και το 1996 ΄που βοήθησε στο να πετύχει 100 τέρματα

Λίγο πριν τους Ολυμπιακούς Αγώνες της Ατλάντα το 1996 η Πάρμα είχε ανακοινώσει την απόκτηση "πακέτο" τον ίδιο αλλά και τον Αμαράλ, όμως μια διαμάχη που προέκυψε ανάμεσα στις δύο πλευρές "χάλασε" την μετεγγραφή.

Κάπου εκεί μπήκε στον χορό η Ντεπορτίβο Λα Κορούνια η οποία τον έκανε δικό της και δεν το μετάνιωσε καθόλου αφού με την δική του παρουσία τερμάτισε τρίτη στο πρωτάθλημα Ισπανίας και τον ίδιο να καταλαμβάνει την τέταρτη θέση στον πίνακα των σκόρερ με 22 τέρματα σε 46 παιχνίδια.

Η Μπαρτσελόνα είχε μόλις χάσει τον Ρονάλντο, ο οποίος εξαγοράστηκε από την Ίντερ και ο προπονητής Μπόμπι Ρόμπσον και η διοίκηση έψαχναν απεγνωσμένα τον αντικαταστάτη του. Αν και αρχικά εξέταζαν τον Στιβ ΜακΜάναμαν της Λίβερπουλ, ο Ρόμπσον έπεισε τον σύλλογο ότι ο Ριβάλντο εγγυάται περισσότερα γκολ.

Οι Καταλανοί εμφανίστηκαν στα γραφεία της Λα Κορούνια την τελευταία ημέρα της μεταγραφικής περιόδου και κατέθεσαν ακαριαία ολόκληρη τη ρήτρα αποδέσμευσης του παίκτη, η οποία ανερχόταν στο μυθικό για την εποχή ποσό των 4 δισεκατομμυρίων πεσετών (περίπου 26 εκατομμύρια δολάρια / 24 εκατομμύρια ευρώ.

Πριν η Μπαρτσελόνα κάνει την κίνησή της, η Ρεάλ Μαδρίτης είχε εξετάσει πολύ σοβαρά την περίπτωσή του, ο τότε πρόεδρος της «Βασίλισσας», Λορένσο Σανθ, είχε κάνει διερευνητικές επαφές με την πλευρά του ποδοσφαιριστή, καθώς ο Ριβάλντο είχε εντυπωσιάσει το ισπανικό κοινό. 

Ωστόσο, η Ρεάλ καθυστέρησε να πάρει την οριστική απόφαση για να πληρώσει τη ρήτρα, δίνοντας τον χρόνο στην Μπαρτσελόνα να κάνει την «κλοπή» του καλοκαιριού.

Όταν ο Ριβάλντο έβγαζε μάτια με τη Λα Κορούνια το 1997, οι ιταλικές ομάδες (συμπεριλαμβανομένης της Πάρμα) ξανακοίταξαν την περίπτωσή του, αλλά η ρήτρα των 26 εκατομμυρίων δολαρίων κρίθηκε απαγορευτική για εκείνες, αφήνοντας το πεδίο ελεύθερο στους δύο «αιώνιους» της Ισπανίας. 
Στην πρωτεύουσα της Καταλονίας έκανε μερικά εκπληκτικά παιχνίδια στην πενταετία που έκατσε στο "Καμπ Νού" κατακτώντας 2 Πρωταθλήματα Ισπανίας(1998,1999), 1 Κύπελλο το 1998 και το Ευρωπαϊκό Σούπερ Καπ του 1997.

Είναι στην καλύτερη φάση της καριέρας του και το 1999 μαζεύει πάρα πολλούς ατομικούς τίτλους τόσο με την ομάδα του αλλά και με την εθνική της χώρας του. Ανακηρύσσεται κορυφαίος παίκτης της χρονιάς από το αγγλικό World Soccer, από την Παγκόσμια Ομοσπονδία Ποδοσφαίρου, από το Onze d'Or με "κερασάκι στην τούρτα" την κατάκτηση της Χρυσής  Μπάλας.

Με την φανέλα των "μπλαουγκράνα" αγωνίστηκε σε 235 παιχνίδια και πέτυχε 130 γκολ και παρότι είχε ένα ακόμα χρόνο συμβόλαιο η έλευση του Λουίς Φαν Χάαλ το καλοκαίρι του 2002 με τον οποίο είχαν έρθει σε κόντρα την περίοδο 1999-2000 τον ώθησε στην έξοδο.

Βρισκόταν εκείνες τις ημέρες στην Ασία, όπου πραγματοποίησε ένα μυθικό Μουντιάλ και στέφθηκε Παγκόσμιος Πρωταθλητής με τη Βραζιλία. Μόλις έμαθε την πρόσληψη του Φαν Χάαλ, ο Βραζιλιάνος ξεκαθάρισε στους μάνατζέρ του ότι η συνύπαρξή τους ήταν αδύνατη.

Με την επιστροφή του από το Μουντιάλ, οι δύο πλευρές δεν κάθισαν καν στο ίδιο τραπέζι, ο Φαν Χάαλ δήλωσε στη διοίκηση ότι ο Ριβάλντο «δεν έχει πλέον το απαραίτητο κίνητρο για την Μπαρτσελόνα και ενδιαφέρεται μόνο για τα χρήματα και την εθνική του ομάδα».

Για να αποφευχθεί ένας καταστροφικός «πόλεμος» στα αποδυτήρια, η Μπαρτσελόνα πήρε μια οικονομικά ασύμφορη απόφαση: έλυσαν κοινή συναινέσει το συμβόλαιό του, χαρίζοντάς του την ελευθερία του. Ο Ριβάλντο αποχαιρέτησε τους οπαδούς δηλώνοντας: "Φεύγω επειδή δεν μου αρέσει ο Φαν Χάαλ και είμαι σίγουρος ότι ούτε εγώ του αρέσω".

Ο Σερ Άλεξ Φέργκιουσον ήταν μεγάλος θαυμαστής του Βραζιλιάνου, η Γιουνάιτεντ έκανε επίσημη κρούση στους μάνατζέρ του, προσφέροντάς του την προοπτική να αγωνιστεί στην Premier League. Ο Ριβάλντο εξέτασε σοβαρά την πρόταση, αλλά προτίμησε το ιταλικό στυλ παιχνιδιού.

Η Μάντσεστερ Σίτι, που τότε προσπαθούσε να αλλάξει επίπεδο υπό τις οδηγίες του Κέβιν Κίγκαν, του κατέθεσε μια οικονομικά δελεαστική πρόταση-έκπληξη. Ο Κίγκαν μίλησε δημόσια για το φλερτ, αλλά  ξεκαθάρισε ότι ήθελε ομάδα που να διεκδικεί το Champions League.

 Υπήρξαν έντονες φήμες και διερευνητικές επαφές για να κάνει το «αδιανόητο» και να μετακομίσει από τη Βαρκελώνη στη Μαδρίτη, ακολουθώντας τον δρόμο του Λουίς Φίγκο. Η Ρεάλ τελικά απέσυρε το ενδιαφέρον της, καθώς εκείνο το καλοκαίρι είχε ρίξει όλο το βάρος (και τα χρήματα) στην απόκτηση του άλλου μεγάλου Βραζιλιάνου, του Ρονάλντο.

Η Ατλέτικο, που μόλις είχε επιστρέψει στην πρώτη κατηγορία, του προσέφερε ένα ηγεμονικό συμβόλαιο για να γίνει ο ηγέτης της νέας της εποχής, όμως ο παίκτης δεν ήθελε να μείνει στην Ισπανία σε ομάδα εκτός Champions League.

Η Λίβερπουλ του Ζεράρ Ουγιέ έκανε μια διερευνητική κρούση, ενώ οι διοικήσεις της Νιούκαστλ και της Τότεναμ κατέθεσαν επίσημες οικονομικές προσφορές. Ο τότε τεχνικός της Τότεναμ, Γκλεν Χοντλ, είχε επιβεβαιώσει μάλιστα ότι έγιναν απευθείας συζητήσεις με τον παίκτη.

Επέλεξε τελικά το 3ετές συμβόλαιο της Μίλαν (με ετήσιες αποδοχές που άγγιζαν τα 4,5 εκατομμύρια ευρώ) γιατί το ιταλικό πρωτάθλημα (Serie A) θεωρούνταν ακόμα το κορυφαίο και πιο λαμπερό στον κόσμο.

Η παρουσία του Σίλβιο Μπερλουσκόνι, ο οποίος τον ήθελε διακαώς και τον πίεσε προσωπικά να πει το «ναι» και ότι θα έβρισκε μια έτοιμη ομάδα-μοντέλο (με Αντσελότι στον πάγκο και συμπαίκτες όπως οι Σεβτσένκο, Ιντζάγκι, Ρούι Κόστα, Μαλντίνι και ο συμπατριώτης του Ντίντα) για να κατακτήσει το μοναδικό μεγάλο τρόπαιο που του έλειπε, το Champions League, όπως και έγινε το 2003.

Αν και ήρθε στο Μιλάνο ως ο απόλυτος σταρ, η παρουσία του δεν δικαίωσε τις προσδοκίες, με αποτέλεσμα να αποχωρήσει πρόωρα. Στο πρώτο μισό της σεζόν, ο Κάρλο Αντσελότι προσπάθησε να τον χωρέσει στην ενδεκάδα δίπλα στον Ρούι Κόστα, πίσω από τους επιθετικούς Ιντζάγκι και Σεβτσένκο.

Ο Ριβάλντο είχε ορισμένες εξαιρετικές στιγμές, σκοράροντας στο Champions League (απέναντι σε Ρεάλ Μαδρίτης και Μπάγερν Μονάχου) και δείχνοντας ότι μπορεί να ηγηθεί. Σταδιακά, ο Αντσελότι άλλαξε το σύστημα της ομάδας για να αποκτήσει μεγαλύτερη αμυντική ισορροπία και καθιέρωσε το περίφημο «χριστουγεννιάτικο δέντρο» (4-3-2-1) με το «ρομβο» στη μεσαία γραμμή, δίνοντας τα κλειδιά στον Πίρλο, τον Ζέεντορφ και τον Γκατούζο.

Ο Ριβάλντο, που δεν φημιζόταν για την ανασταλτική του λειτουργία και την ταχύτητά του, άρχισε να χάνει τη θέση του από τον πιο ομαδικό Ρούι Κόστα. Η κατάστασή του επιδεινώθηκε από ορισμένους μικροτραυματισμούς, αλλά και από προσωπικά προβλήματα (το διαζύγιο με τη σύζυγό του), που επηρέασαν την ψυχολογία του.

Οι "ροσονέρι" κατέκτησαν το τρόπαιο στον τελικό του Μάντσεστερ απέναντι στη Γιουβέντους, αλλά  παρέμεινε στον πάγκο σε όλη τη διάρκεια του τελικού και δεν αγωνίστηκε ούτε λεπτό. Κατέκτησε το Κύπελλο Ιταλίας, σκοράροντας μάλιστα στον διπλό τελικό απέναντι στη Ρόμα.

Το καλοκαίρι του 2003, η Μίλαν απέκτησε το νέο μεγάλο ταλέντο της Βραζιλίας, τον Κακά, ο Φιλίπο Ιντζάγκι έχει αποκαλύψει στην αυτοβιογραφία του ότι ο Ριβάλντο κατάλαβε αμέσως πως ο χρόνος συμμετοχής του θα εκμηδενιζόταν.

Αφού έπαιξε ελάχιστα στα πρώτα ματς της σεζόν 2003-04 (καταγράφοντας μόλις 2 συμμετοχές), τον Νοέμβριο του 2003 έλυσε το συμβόλαιό του με τη Μίλαν, έχοντας συνολικά με 40 συμμετοχές και 8 γκολ. Λίγο αργότερα, ψηφίστηκε από τα ιταλικά μέσα ως η «Χρυσή Κουλούρα» (Bidone d'Oro), το βραβείο για την πιο απογοητευτική μεταγραφή της χρονιάς στη Serie A.

Είχε στα χέρια του προτάσεις από την Αγγλία, τη Σαουδική Αραβία, το Κατάρ και τη Βραζιλία, καθώς παρέμενε ένα πολύ ελκυστικό όνομα στην παγκόσμια αγορά. Μόλις έφυγε από το Μιλάνο, ο Ριβάλντο δέχτηκε πιέσεις από πλούσιους συλλόγους της Μέσης Ανατολής (Κατάρ και Σαουδική Αραβία) με μυθικά οικονομικά ανταλλάγματα, αλλά τις απέρριψε επειδή ήθελε να αγωνίζεται σε ανταγωνιστικό επίπεδο.

Τελικά, επέλεξε να επιστρέψει στη Βραζιλία για λογαριασμό της Κρουζέιρο, υπογράφοντας συμβόλαιο στις 5 Ιανουαρίου του 2004 και ο βασικός λόγος ήταν ο προπονητής Βαντερλέι Λουξεμπούργκο, με τον οποίο είχε εξαιρετική σχέση.

Όμως η θητεία του εκεί αποδείχθηκε καταστροφική και κράτησε μόλις δύο μήνες κάνοντας μόλις 11 εμφανίσεις με δύο γκόλ, θα κατακτήσει το πρωτάθλημα της πολιτείας του Μινέιρο, όμως μόλις απολύθηκε ο Λουξεμπούργκο, στις 28 Φεβρουαρίου του 2004 αποχώρησε οικειοθελώς σε ένδειξη απόλυτης αλληλεγγύης με τον άνθρωπο που τον έφερε στην ομάδα.

Όταν έμεινε ξανά ελεύθερος από την Κρουζέιρο, ξεκίνησε ένα νέο μεταγραφικό σίριαλ για το πού θα συνέχιζε την καριέρα του στην Ευρώπη, η Μπόλτον έφτασε πιο κοντά από οποιαδήποτε άλλη στο να τον αποκτήσει.

 Ο προπονητής Σαμ Άλαρνταϊς, ο οποίος είχε ήδη μαζέψει παγκόσμιους σταρ στην ομάδα (όπως ο Τζέι-Τζέι Οκότσα και ο Γιούρι Τζορκαέφ), του κατέθεσε επίσημη πρόταση. Οι διαπραγματεύσεις κράτησαν εβδομάδες, με τον Ριβάλντο να δηλώνει δημόσια ότι τον ελκύει η προοπτική, αλλά τελικά το deal χάλασε στις οικονομικές λεπτομέρειες και τις εγγυήσεις.

Η Σέλτικ έκανε επίσημη κρούση και ο προπονητής Μάρτιν Ο'Νιλ τον κάλεσε για συζητήσεις, προσφέροντάς του την ευκαιρία να αγωνιστεί στο Champions League, το εξέτασε σοβαρά, αλλά δεν συμφώνησε στη διάρκεια του συμβολαίου.

Η τότε πρωταθλήτρια Γερμανίας Βέρντερ Βρέμης εξέτασε την περίπτωσή του για να ενισχύσει την ομάδα της ενόψει Champions League, κάνοντας μια διερευνητική πρόταση, η οποία όμως δεν προχώρησε σε τελικό στάδιο.
Η Αλ Ιτιχάντ επανήλθε με μια εξωπραγματική οικονομική προσφορά εκατομμυρίων, αλλά ο Βραζιλιάνος σταρ δεν ήθελε ακόμα να αποσυρθεί από το κορυφαίο επίπεδο. Ενώ όλοι περίμεναν ότι ο Ριβάλντο θα κατέληγε στην Αγγλία ή τη Σκωτία, ο Σωκράτης Κόκκαλης έκανε την απόλυτη ανατροπή.

Με άκρα μυστικότητα και μια οικονομική πρόταση που άγγιζε τα 2 εκατομμύρια ευρώ καθαρά ετησίως (συν τεράστια μπόνους), έπεισε τον 32χρονο τότε Ριβάλντο ότι στον Ολυμπιακό θα ήταν ο απόλυτος ηγέτης, θα διεκδικούσε τίτλους και θα αγωνιζόταν σταθερά στο Champions League.

Η μεταγραφή ανακοινώθηκε επίσημα τον Ιούλιο του 2004, προκαλώντας παγκόσμιο πάταγο και φέρνοντας χιλιάδες οπαδούς του Ολυμπιακού στο αεροδρόμιο για την υποδοχή του. Κάπου εκεί ξεκινάει και η ελληνική περιπέτεια του Ριβάλντο για μια τριετία με την φανέλα του Ολυμπιακού από το 2004 έως το 2007, κατακτώντας τρία πρωταθλήματα(2005,2006,2007) και δύο κύπελλα(2005,2006) με 101 συμμετοχές και 43 τέρματα.

Το συμβόλαιο του Βραζιλιάνου έληγε το καλοκαίρι του 2007 και σύμφωνα με τον Ριβάλντο, υπήρχε μια προφορική συμφωνία («συμφωνία κυρίων») με τον Σωκράτη Κόκκαλη από το προηγούμενο καλοκαίρι, ότι αν ο Ολυμπιακός έπαιρνε το πρωτάθλημα, το συμβόλαιό του θα ανανεωνόταν αυτόματα για ακόμα έναν χρόνο με τις ίδιες ακριβώς οικονομικές απολαβές (περίπου 2 εκατομμύρια ευρώ).

Ωστόσο, όταν συναντήθηκε με τον αντιπρόεδρο της ΠΑΕ, Γιώργο Λούβαρη, του κατατέθηκε μια πρόταση με μείωση αποδοχών που άγγιζε το 50% (περίπου 1 εκατομμύριο ευρώ σταθερά, συν μπόνους συμμετοχών και τίτλων). Η διοίκηση θεωρούσε ότι στα 35 του χρόνια, ο παίκτης έπρεπε να δεχτεί ένα πιο ορθολογικό οικονομικά συμβόλαιο.

Ένιωσε βαθύτατα προσβεβλημένος και υποτιμημένος από τη συμπεριφορά της διοίκησης και στις 11 Μαΐου 2007, κάλεσε εκτάκτως τους δημοσιογράφους σε κεντρικό ξενοδοχείο, όπου εμφανώς συγκινημένος και βουρκωμένος, ανακοίνωσε την αποχώρησή του, εξαπολύοντας βαριές κουβέντες.

Κατηγόρησε τον Σωκράτη Κόκκαλη ότι «τον κορόιδεψε» και δεν τήρησε τον λόγο του, δήλωσε χαρακτηριστικά: «Με χρησιμοποίησαν για να πουλήσουν διαρκείας και τώρα με πετούν σαν στυμμένη λεμονόκουπα». Ξεκαθάρισε ότι δεν τον ένοιαζαν τα χρήματα, αλλά η έλλειψη σεβασμού προς το όνομά του και την προσφορά του στην ομάδα.

Η απάντηση του ισχυρού άνδρα του Ολυμπιακού ήρθε λίγες ημέρες μετά, κατά την επίσημη παρουσίαση του νέου προπονητή, Ίλια Ίβιτς. Ο Κόκκαλης, με το γνωστό του ειρωνικό και αιχμηρό στυλ, δήλωσε: «Ο Ολυμπιακός είναι μεγάλος σύλλογος και δεν εξαρτάται από κανέναν παίκτη, όσο μεγάλος κι αν είναι. Αν ο Ριβάλντο θέλει να κλαίει στις συνεντεύξεις, ας πάει να κλάψει αλλού». Αυτή η ατάκα έβαλε την οριστική «ταφόπλακα» στις σχέσεις των δύο ανδρών.

Πληγωμένος από τον τρόπο που έφυγε, ήθελε να μείνει στην Αθήνα (καθώς η οικογένειά του είχε προσαρμοστεί απόλυτα) και να αποδείξει στον Κόκκαλη ότι έκανε λάθος. Έτσι, λίγες εβδομάδες μετά, αποδέχτηκε την πρόταση του Ντέμη Νικολαΐδη και υπέγραψε στην ΑΕΚ, πυροδοτώντας μια νέα βόμβα στο ελληνικό ποδόσφαιρο, αγωνιζόμενος για μία χρονιά με την φανέλα της ΑΕΚ την περίοδο 2007-2008, έχοντας 44 συμμετοχές και 15 γκολ.

Στις 25 Αυγούστου του 2008 αποφασίζει να αφήσει τον "Δικέφαλο" και να μετακινηθεί στο Ουζμπεκιστάν για λογαριασμό της Μπουνιοντκόρ για το ποσό των 10 εκατομμυρίων ευρώ. Στην Τασκένδη θα παραμείνει μέχρι το καλοκαίρι του 2010 κατακτώντας 3 Πρωταθλήματα(2008,2009,2010) και 1 Κύπελλο(2008) με 76 αγώνες και 42 γκολ.

Ωστόσο, το 2010 η Zeromax μια εταιρεία-κολοσσό με διασυνδέσεις στην κυβέρνηση και το real estate του Ουζμπεκιστάν, που χρηματοδοτούσε χρεοκόπησε ξαφνικά. Ο σύλλογος ξέμεινε από χρήματα μέσα σε μια νύχτα, ο Σκολάρι αποχώρησε και ο Ριβάλντο, αφού έμεινε απλήρωτος για πολλούς μήνες, έλυσε το συμβόλαιό του τον Αύγουστο του 2010 για να επιστρέψει στη Βραζιλία. 

Δεν άφησε την υπόθεση έτσι και προσέφυγε στα δικαστήρια της FIFA για να διεκδικήσει τα δεδουλευμένα του. Η FIFA δικαίωσε τον Βραζιλιάνο σταρ, διατάσσοντας την Μπουνιοντκόρ να του καταβάλει το αστρονομικό ποσό των 11,16 εκατομμυρίων ευρώ.

Μετά από πολυετείς διαπραγματεύσεις, οι δύο πλευρές συμφώνησαν σε «κούρεμα» της οφειλής στα 7,5 εκατομμύρια ευρώ, τα οποία η ομάδα υποσχέθηκε να πληρώνει σε δόσεις. Η Μπουνιοντκόρ πλήρωσε κανονικά τις δόσεις, όμως η κρατική εταιρεία ενέργειας που τη χρηματοδοτούσε διέκοψε τη στήριξη.

Η ομάδα αδυνατούσε να πληρώσει τη δόση στον Ριβάλντο και ώς αποτέλεσμα, η FIFA ακύρωσε τον διακανονισμό, ζητάει πλέον όλο το ποσό πίσω και επέβαλε στην Μπουνιοντκόρ αυστηρή απαγόρευση μεταγραφών.

Μετά τη φούσκα του Ουζμπεκιστάν, επέστρεψε στη Βραζιλία και χρησιμοποίησε τη Μότζι Μίριμ ως «βάση» για να προπονηθεί και να παίξει στο πολιτειακό πρωτάθλημα τον Ιανουάριο του 2011 έχοντας 5 συμμετοχές και 1 γκολ.

Στα 38 του χρόνια, ένιωθε ότι το να παίζει μόνο σε μια μικρή ομάδα δεν τον γεμίζει και έψαχνε μια τελευταία μεγάλη πρόκληση στην πρώτη κατηγορία της χώρας. Η διαπραγμάτευση ήταν η ευκολότερη της καριέρας του, καθώς ήταν ταυτόχρονα ο παίκτης και ο ιδιοκτήτης/πρόεδρος της Μότζι Μίριμ, δεν υπήρχε κανένα διοικητικό εμπόδιο. 

Μόλις η Σάο Πάολο εξέφρασε επίσημα το ενδιαφέρον της, ο Ριβάλντο-πρόεδρος έδωσε αμέσως την έγκριση στον Ριβάλντο-παίκτη να υπογράψει το συμβόλαιο, χωρίς οικονομικές απαιτήσεις από τη Μότζι Μίριμ για τον δανεισμό.

Η Σάο Πάολο έψαχνε έναν έμπειρο ποδοσφαιριστή με τεράστια προσωπικότητα για να καθοδηγήσει τη νεανική της ομάδα στο Πρωτάθλημα και στο Copa Sudamericana. Ο τότε αντιπρόεδρος του συλλόγου, Κάρλος Αουγκούστο ντε Μπάρος ε Σίλβα, δήλωσε ότι η απόκτηση του Ριβάλντο ήταν μια «κίνηση υψηλού επιπέδου» που θα προσέφερε ποιότητα και το συμβόλαιο δανεισμού είχε διάρκεια μέχρι τον Δεκέμβριο του 2011 (με οψιόν ανανέωσης για το 2012)

Παρά την καλή αρχή που κάνει με τους "τρικολόρ" έρχεται σε κόντρα με τον Πάολο Σέζαρ Καρπετζιάνι που τον στέλνει να προπονείται με τις "ρεζέρβες". Η αποχώρηση του Καρπετζιάνι τον φέρνει στην πρώτη ομάδα, όμως η έλευση του Έμέρσον Λεάο δεν αφήνει και πολλά περιθώρια και την 1η Δεκεμβρίου μέσα από τον λογαριασμό του στο twitter ανακοινώνει ότι δεν θα ανανεώσει με την Σάο Πάολο το συμβόλαιο ύστερα απο 46 συμμετοχές και 7 γκολ.

Τον Ιανουάριο του 2012 κάνει την έκπληξη και υπογράφει στην αγκολέζικη Καμπουσκόρπ για το ποσό των 5 εκατομμυρίων δολαρίων που αποτελεί ρεκόρ στην ιστορία του αφρικάνικου ποδοσφαίρου. Ο πρόεδρος της Καμπουσκόρπ, Μπέντο ντος Σάντος «Κανγκάμπα», ήταν ένας πανίσχυρος στρατηγός του στρατού της Αγκόλας, επιχειρηματίας και γαμπρός του τότε προέδρου της χώρας, ήθελε να βάλει την ομάδα του και το ποδόσφαιρο της Αγκόλας στον παγκόσμιο χάρτη. 

Έχοντας τεράστια οικονομική επιφάνεια, προσέγγισε τον Ριβάλντο μόλις έμεινε ελεύθερος από τη Σάο Πάολο, προσφέροντάς του ένα ηγεμονικό συμβόλαιο εκατομμυρίων δολαρίων για 1 έτος, το οποίο καμία άλλη ομάδα στην ηλικία του δεν μπορούσε να καλύψει.

Είναι βαθιά θρησκευόμενος άνθρωπος (χριστιανός ευαγγελιστής) και όπως αποκάλυψε ο ίδιος, έβλεπε την παρουσία του στην Αφρική ως μια ευκαιρία να βοηθήσει τον τοπικό πληθυσμό. Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στην Αγκόλα, χρησιμοποίησε ένα μεγάλο μέρος των χρημάτων που κέρδισε για να χρηματοδοτήσει και να χτίσει μια μεγάλη εκκλησία ("Igreja Universal") και ένα κοινωνικό κέντρο για φτωχά παιδιά στην πρωτεύουσα Λουάντα.

Ξεκαθάρισε ότι δεν πήγε εκεί μόνο για τουρισμό, ήθελε να αποδείξει ότι μπορεί να προσφέρει θέαμα σε μια αναπτυσσόμενη ποδοσφαιρική αγορά. Η παρουσία του προκάλεσε πρωτόγνωρο παροξυσμό στη χώρα, με τα γήπεδα να γεμίζουν ασφυκτικά σε κάθε του εμφάνιση.

Η Αγκόλα είναι πρώην πορτογαλική αποικία και η επίσημη γλώσσα της είναι τα Πορτογαλικά. Αυτό έπαιξε καθοριστικό ρόλο για τον 40χρονο τότε Ριβάλντο, καθώς η προσαρμογή του ίδιου και της οικογένειάς του ήταν εξαιρετικά εύκολη, χωρίς το εμπόδιο της γλώσσας που είχε αντιμετωπίσει για παράδειγμα στο Ουζμπεκιστάν.

Αγωνιστικά δικαίωσε απόλυτα τις προσδοκίες, αφού σε 21 αναμετρήσεις πέτυχε 11 γκολ, αναδείχθηκε δεύτερος σκόρερ του πρωταθλήματος και οδήγησε την Καμπουσκόρπ στην υψηλότερη θέση της ιστορίας της μέχρι τότε που ήταν η 2η θέση.

Προς το τέλος του πρωταθλήματος (το οποίο στην Αγκόλα ολοκληρώνεται τον Νοέμβριο), ο 40χρονος τότε Ριβάλντο άρχισε να ταλαιπωρείται έντονα από χρόνιους πόνους στο δεξί γόνατο και στους ώμους. Οι τραυματισμοί αυτοί του στέρησαν τη συμμετοχή στα τελευταία κρίσιμα παιχνίδια της σεζόν, και ο ίδιος ένιωσε ότι το σώμα του χρειαζόταν ξεκούραση και ειδική αποθεραπεία.

Ο Βραζιλιάνος σταρ είχε υπογράψει εξαρχής κλειστό συμβόλαιο για 1 έτος και μέσα σε αυτό το διάστημα κατάφερε να βγει δεύτερος σκόρερ της λίγκας, να οδηγήσει την ομάδα στην ιστορική 2η θέση και να ολοκληρώσει το φιλανθρωπικό και θρησκευτικό έργο που είχε σχεδιάσει στη Λουάντα. 

Θεώρησε λοιπόν ότι ο κύκλος του εκεί έκλεισε με τον καλύτερο τρόπο και μετά από άλλη μία απαιτητική εμπειρία στο εξωτερικό, ο Ριβάλντο ήθελε να επιστρέψει στη Βραζιλία για να βρίσκεται κοντά στα παιδιά του και να αναλάβει ξανά πιο ενεργά τις υποχρεώσεις του ως πρόεδρος της Μότζι Μίριμ.

Στο αποχαιρετιστήριο μήνυμά του, ο Ριβάλντο ευχαρίστησε όλο τον λαό της Αγκόλας για την αγάπη του, ενώ ο πρόεδρος της ομάδας, Μπέντο Κανγκάμπα, τον αποκάλεσε «παράδειγμα επαγγελματία» και άφησε την πόρτα ανοιχτή για μελλοντική συνεργασία από άλλο πόστο.

Τον Ιανουάριο του 2013, ο 41χρονος Ριβάλντο υπέγραψε μονοετές συμβόλαιο με τη Σάο Καετάνο για να αγωνιστεί στη Série B και στο πολιτειακό πρωτάθλημα. Η διοίκηση γνώριζε για την κατάσταση του δεξιού του γονάτου, αλλά πόνταρε στην ποιότητα και την εμπειρία του.

Οι έντονοι πόνοι και η συσσώρευση υγρού στην άρθρωση δεν του επέτρεπαν να βγάλει εύκολα 90λεπτα. Ο προπονητής τον χρησιμοποιούσε κυρίως ως αλλαγή, κατάφερε να καταγράψει 19 επίσημες συμμετοχές και 3 γκολ, όμως ήταν εμφανές ότι δεν μπορούσε να ακολουθήσει τον ρυθμό των αγώνων.

Τον Νοέμβριο του 2013, δύο αγωνιστικές πριν από το τέλος του πρωταθλήματος, ο Ριβάλντο ανακοίνωσε την αποχώρησή του από την ομάδα. Δήλωσε δημόσια ότι οι πόνοι στο γόνατο είχαν γίνει αφόρητοι και οι γιατροί του συνέστησαν άμεση αποθεραπεία.

Η αποχώρησή του συνέπεσε με μια μαύρη σελίδα για τον σύλλογο, καθώς η Σάο Καετάνο υποβιβάστηκε στην τρίτη κατηγορία (Série C), με τον Ριβάλντο να εκφράζει τη λύπη του που δεν μπόρεσε να βοηθήσει περισσότερο λόγω της υγείας του.

Παρόλα αυτά δεν το βάζει κάτω και με νέα δήλωσή του κάνει γνωστό ότι αν ξεπεράσει τον τραυματισμό του θα παίξει μαζί με τον γιο του τον Ριβαλντίνιο με την φανέλα της  Μότζι Μίριμ απο τον Ιανουάριο στην SERIE C.

Λόγω των αφόρητων ενοχλήσεων μετά τη θητεία του στη Σάο Καετάνο, ο Ριβάλντο ανακοίνωσε αρχικά τον Μάρτιο του 2014 ότι σταματάει το ποδόσφαιρο. Μάλιστα έβγαλε και σχετική δήλωση αναφέροντας τα εξής: "Η ιστορία μου στο ποδόσφαιρο βαδίζει στο τέλος της, Με δάκρυα στα μάτια σήμερα θέλω να ευχαριστήσω τον Θεό, την οικογένειά μου και όλους αυτούς που με υποστήριξαν στα 24 χρόνια που έπαιξα ποδόσφαιρο".

Πέρασε όλο το υπόλοιπο έτος κάνοντας φυσικοθεραπείες, ενδυνάμωση και ιατρικές επισκέψεις, προκειμένου να σταθεροποιήσει το γόνατό του και να μπορεί να έχει μια φυσιολογική καθημερινή ζωή.

Βλέποντας τη Μότζι Μίριμ (της οποίας ήταν πρόεδρος) να βρίσκεται στην τελευταία θέση της Série B, πήρε τη γενναία απόφαση τον Ιούνιο του 2015, να επιστρέψει στα 43 του χρόνια για να βοηθήσει. Οι γιατροί του κατέστησαν σαφές ότι το γόνατό του δεν είχε πλέον χόνδρο («κόκκαλο με κόκκαλο»), αλλά ο ίδιος αποφάσισε να ρισκάρει για λίγους αγώνες.

Για να μπορεί να μπει στο γήπεδο, υποβαλλόταν σε εβδομαδιαίες διηθήσεις (ενέσεις) στο γόνατο για τη μείωση της φλεγμονής και την προσωρινή λίπανση της άρθρωσης. Δεν συμμετείχε στις καθημερινές έντονες προπονήσεις της ομάδας, αλλά ακολουθούσε ατομικό πρόγραμμα στο γυμναστήριο και στην πισίνα για να μην επιβαρύνει το πόδι του.

Αγωνίστηκε συνολικά σε μόλις 4 παιχνίδια (ξεκινώντας σε 2 ως βασικός). Ο χρόνος του ήταν αυστηρά περιορισμένος, καθώς το γόνατό του πρηζόταν μετά από κάθε έντονη προσπάθεια, απαιτώντας ημέρες ξεκούρασης και παγοθεραπείας για να επανέλθει.

Παρά το γεγονός ότι το σώμα του τον πρόδιδε, αυτή η ελεγχόμενη διαχείριση του επέτρεψε να αντέξει όσο χρειαζόταν για να ζήσει το ιστορικό ματς της 14ης Ιουλίου 2015 απέναντι στη Μακαέ, όπου ξεκίνησε βασικός, κέρδισε πέναλτι, το εκτέλεσε εύστοχα και σκόραρε στο ίδιο παιχνίδι με τον γιο του, Ριβαλντίνιο, έχοντας 4 συμμετοχές και 1 γκολ.

Στις 15 Ιουλίου του 2015 παραιτήθηκε επίσημα από τη θέση του προέδρου της Μότζι Μίριμ και η απόφασή του ανακοινώθηκε κατά τη διάρκεια έκτακτης γενικής συνέλευσης του συλλόγου, αμέσως μετά την πώληση του πλειοψηφικού πακέτου των μετοχών του.

Είχε βάλει πωλητήριο στην ομάδα από τα τέλη του 2014, αναζητώντας επενδυτές που θα μπορούσαν να εγγυηθούν το οικονομικό μέλλον του κλαμπ. Στις 15 Ιουλίου 2015, ολοκλήρωσε τη μεταβίβαση των μετοχών στους επιχειρηματίες Λουίς Ενρίκε Ολιβέιρα και Βίκτορ Μανουέλ Σιμόες, παραδίδοντας παράλληλα την προεδρία.

 Όπως δήλωσε ο ίδιος, η διπλή ιδιότητα του ιδιοκτήτη και προέδρου για περίπου 7 χρόνια (από τα τέλη του 2008) τον είχε κουράσει ψυχικά και οικονομικά.

Ένα μήνα αργότερα, τον Αύγουστο του 2015, οι πόνοι έγιναν ξανά μη διαχειρίσιμοι και ο Ριβάλντο ανακοίνωσε το οριστικό τέλος, μπαίνοντας άμεσα στο χειρουργείο για μια προγραμματισμένη επέμβαση καθαρισμού και αποκατάστασης του γονάτου, αυτή τη φορά όχι για να παίξει ποδόσφαιρο, αλλά για την υγεία του.

Στο επόμενο διάστημα συμφώνησε με την Μπαρτσελόνα να λάβει μέρος στους βετεράνους της ομάδας που πραγματοποιούν διάφορα παιχνίδια με σκοπό να κάνουν ευρύτερα γνωστό το όνομα των "μπλαουγκράνα" ανά τον κόσμο,

Επίσης υπήρξε μια καταρχήν συμφωνία ούτως ώστε ο "Ρίμπο" να γίνει ο πρεσβευτής της ομάδας στην Βραζιλία, με σκοπό να προωθήσει κοινωνικά πρότζεκτ στην χώρα της σάμπας.

Πλούσια όμως είναι και η παρουσία του στην εθνική ομάδα της χώρας του με την οποία αγωνίστηκε σε 74 παιχνίδια και σκόραρε 35 φορές κάνοντας το ντεμπούτο του στις 16 Δεκεμβρίου του 1993 στην Γκουανταλαχάρα σε φιλικό παιχνίδι απέναντι στο Μεξικό.

Δεν βρέθηκε στην 23αδα του Κάρλος Αλμπέρτο Παρέιρα στο Παγκόσμιο Κύπελλο των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής, ενώ ήταν ένας απο τους τρείς πάνω των 23 ετών που πήραν μέρος στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Ατλάντα το 1996 με την οποία πήρε το αργυρό μετάλλιο. 

Κατέκτησε το Confederations Cup του 1997 και το Copa America  του 1999 όπου ήταν ο πρώτος σκόρερ και ο πολυτιμότερος παίκτης της διοργάνωσης. Ενδιάμεσα ήταν παρών και  στην τελική φάση του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1998 στα γήπεδα της Γαλλίας όπου ήταν φιναλίστ και αγωνίστηκε και στα εφτά παιχνίδια πετυχαίνοντας τρία γκολ, ένα απέναντι στο Μαρόκο και δύο απέναντι στην Δανία στα προημιτελικά.

Ήτα απο τους βασικούς πρωταγωνιστές στην κατάκτηση του Παγκοσμίου Κυπέλλου το 2002 στα γήπεδα της Νότιας Κορέας και της Ιαπωνίας όπου πέτυχε 5 γκολ, στα μόνα ματς που δεν σκόραρε ήταν στον ημιτελικό κόντρα στην Τουρκία και στον τελικό κόντρα στην Γερμανία και συμπεριλήφθηκε στην κορυφαία εντεκάδα του τουρνουά. 

Στις 19 Νοεμβρίου του 2003 θα πραγματοποιήσει την τελευταία του εμφάνιση με την εθνική στην Κοριτίμπα κόντρα στην Ουρουγουάη για τα προκριματικά του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 2006.


  
  

  

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...