www.goahits.blogspot.com

Διεθνές ποδόσφαιρο όπως δεν έχετε ξαναδιαβάσει!

29/8/26

Όσκαρ Μίγκεζ O "παπαγάλος"

Μαζί με τον Αλσίντες Γκίγκια και τον Χουάν Αλμπέρτο Σκιαφίνο, ο Όσκαρ Μίγκεζ αποτέλεσαν την σούπερ-επιθετική τριάδα που οδήγησε την Ουρουγουαή στην δεύτερη κατάκτηση Παγκοσμίου Κυπέλλου. Παράλληλα είναι μέχρι και σήμερα ο κορυφαίος σκόρερ της "σελέστε" σε τελικές φάσεις Παγκοσμίων Κυπέλλων.

Γεννήθηκε στις 5 Δεκεμβρίου του 1927 στην πόλη Αρτίγκας και απο πολύ μικρός ασχολήθηκε με το ποδόσφαιρο ενώ παράλληλα δουλεύε ως διανομέας γάλακτος. Ξεκίνησε στα τμήματα υποδομής της Σουντ Αμέρικα το 1943 και εκεί καθιερώθηκε γρήγορα ως ένας «καθαρόαιμος» και δεινός σκόρερ.

Οι εξαιρετικές του εμφανίσεις ως ακραίος επιθετικός τράβηξαν την προσοχή των δύο μεγάλων της χώρας, της Πενιαρόλ και της Νασιονάλ. Άν και στα τέλη του 1947 έκανε κάποιες προπονήσεις με τη Νασιονάλ, τελικά επέλεξε να υπογράψει στην Πενιαρόλ το 1948, καθώς ήταν υποστηρικτής της από μικρό παιδί.

Παίζοντας στους "Ναρανίτας" την δεύτερη ομάδα της Πενιαρόλ, ο τότε προπονητής της πρώτης ομάδας Ράντολφ Γκάλογουει πολύ σύντομα θα τον προβιβάσει στην πρώτη ομάδα εντυπωσιασμένος απο την τεχνική του κατάρτιση. 

Θα παραμείνει στους "μάνιας" μέχρι το 1959 κατακτώντας έξι Πρωταθλήματα το 1949, το 1951, το 1953, το 1954, το 1958 και το 1959, αναδείχθηκε πρώτος σκόρερ της κατηγορίας το 1948 και το 1949, έχοντας σε 137 παιχνίδια πετύχει 107 γκολ. 

Στα τέλη του 1959, ο Μίγκες ήταν πλέον 32 ετών, μια προχωρημένη ηλικία για επιθετικό εκείνης της εποχής. Άρχισε να αντιμετωπίζει προβλήματα φυσικής κατάστασης που δεν του επέτρεπαν να αγωνίζεται στο κορυφαίο επίπεδο.

Απο την άλλη η Πενιαρόλ βρισκόταν σε φάση ριζικής ανανέωσης μιας και εκείνη την περίοδο αναδυόταν η νέα γενιά παικτών, όπως ο νεαρός τότε Αλμπέρτο Σπένσερ, η οποία έμελλε να οδηγήσει την Πενιαρόλ στην κατάκτηση των πρώτων Copa Libertadores.

Έτσι το 1960  δέχτηκε την πρόσκληση να παίξει στο Περού για τη Σπόρτινγκ Κριστάλ, ο κύριος λόγος ήταν η στενή του φιλία με τον Αντόνιο Σάκο επίσης Ουρουγουανό ποδοσφαιριστή, ο οποίος τον έπεισε να δοκιμάσει αυτή την εμπειρία για ένα τελευταίο καλό συμβόλαιο στο εξωτερικό.

Η άφιξη του Παγκόσμιου Πρωταθλητή του 1950 στη Λίμα προκάλεσε τεράστιο ενθουσιασμό στους φιλάθλους, καθώς η Σπόρτινγκ Κριστάλ προσπαθούσε να χτίσει μια ομάδα-μοντέλο. Στο επίσημο ντεμπούτο του στο πρωτάθλημα του Περού, ο Μίγκες σκόραρε εναντίον της ισχυρής Atlético Chalaco, δείχνοντας αμέσως την κλάση του.

Παρά τα προβλήματα φυσικής κατάστασης λόγω ηλικίας, η παρουσία του ήταν καταλυτική, αγωνίστηκε σε 16 επίσημους αγώνες και σημείωσε 6 γκολ, βοηθώντας την ομάδα να τερματίσει στην 3η θέση του.

Η παραμονή του στο Περού διακόπηκε απότομα λόγω του εκρηκτικού και ελεύθερου χαρακτήρα του, δεν αποχωρίστηκε ποτέ τη «μποέμικη» ζωή του, του άρεσε η νυχτερινή διασκέδαση, το καλό φαγητό και το τραγούδι, πράγμα που εξόργιζε τους αυστηρούς διοικητικούς παράγοντες του συλλόγου.

Όταν οι διοικούντες του έκαναν παρατήρηση για τη νυχτερινή του ζωή, ο Μίγκες απάντησε με το επικό: «Εμένα με πληρώνετε για να βάζω γκολ την Κυριακή, όχι για το τι κάνω τα βράδια μου». Η άρνησή του να πειθαρχήσει στους αυστηρούς κανόνες οδήγησε στη λύση του συμβολαίου του στα τέλη του 1960, επιστρέφοντας αμέσως στην Ουρουγουάη.

Μετά το επεισοδιακό πέρασμά του από το Περού, επέστρεψε στο Μοντεβιδέο. Η Ράμπλα Τζούνιορς, μια από τις πιο παραδοσιακές και ιστορικές ομάδες των «γειτονιών» της πόλης, του πρόσφερε το ιδανικό περιβάλλον.

Αν και η φυσική του κατάσταση δεν του επέτρεπε να αγωνίζεται σε κάθε παιχνίδι, η παρουσία του στα αποδυτήρια και τον αγωνιστικό χώρο ήταν καταλυτική. Λειτούργησε ως μέντορας για τους νεαρότερους παίκτες της ομάδας.

Μετά από μια γεμάτη χρονιά όπου σε 41 εμφανίσεις πέτυχε 19 τέρματα, χαρίζοντας μερικές τελευταίες εκλάμψεις της ποδοσφαιρικής του ιδιοφυΐας και του απρόβλεπτου στυλ του.  Είχε στενούς φίλους στην Colon Futbol Club, έναν μικρό, παραδοσιακό σύλλογο της Β' Κατηγορίας της Ουρουγουάης , καθώς δεν είχε πλέον την πίεση του πρωταθλητισμού, δέχτηκε να τους βοηθήσει για μερικά παιχνίδια.

Αντιπροσώπευε ακριβώς αυτό που αγαπούσε ο Μίγκες, το ποδόσφαιρο της αλάνας, χωρίς αυστηρά ωράρια, εξαντλητικές προπονήσεις και τακτικές. Ήθελε απλά να απολαύσει το παιχνίδι με τους δικούς του όρους, μακριά από τα φώτα της μεγάλης κατηγορίας.

Συμμετείχε σε ορισμένες προπονήσεις και οικογενειακά διπλά με την ομάδα της Β' Κατηγορίας, χωρίς να αγωνιστεί σε επίσημο ματς πρωταθλήματος. Τα χρόνια προβλήματα στα γόνατά του και η παντελής έλλειψη φυσικής κατάστασης τον ανάγκασαν να σταματήσει αμέσως, προτού ξεκινήσει η αγωνιστική δράση.

Διαπιστώνοντας ότι το σώμα του δεν μπορούσε πλέον να ανταποκριθεί, έλυσε αθόρυβα τη συνεργασία του και ανακοίνωσε το τέλος της ποδοσφαιρικής του πορείας. Παρότι υπήρχαν προτάσεις από ευρωπαϊκούς συλλόγους για να κάνει το μεγάλο βήμα ο ίδιος δεν τις αποδέχτηκε τις απέρριψε κατηγορηματικά, προτιμώντας να μείνει στην Λατινική Αμερική. 

Ήταν ένας βαθιά «μποέμ» χαρακτήρας, στενά δεμένος με τη γειτονιά του, τους φίλους του και τον τρόπο ζωής στην Ουρουγουάη, δεν μπορούσε να διανοηθεί τον εαυτό του μακριά από τα καφενεία της πόλης του και τις καθημερινές του συνήθειες.

Η Πενιαρόλ ήταν η ομάδα της καρδιάς του από μικρό παιδί, το να αγωνίζεται εκεί, να κερδίζει τίτλους και να λατρεύεται από τους οπαδούς, του ήταν υπεραρκετό, βάζοντας την προσωπική του ευτυχία πάνω από τα πλούτη της Ευρώπης. 

Μετά το έπος του Μαρακανάζο το 1950, η Μίλαν έδειξε έντονο ενδιαφέρον για να τον εντάξει στο δυναμικό της, κατάφερε λίγο αργότερα να αποκτήσει τον συμπαίκτη του στην Πενιαρόλ και την Εθνική, Χουάν Αλμπέρτο Σκιαφίνο.

Η Μπαρτσελόνα  παρακολουθούσε στενά τον Μίγκες και κατέθεσαν επίσημη πρόταση, αναγνωρίζοντας το απίστευτο ταλέντο του, τις ντρίμπλες και την έφεσή του στα εντυπωσιακά γκολ όπως τα ανάποδα ψαλίδια.

Με τους "charruas" έκανε ντεμπούτο στις 30 Απριλίου του 1950 σε φιλικό παιχνίδι στο Ρίο Ντε Τζανέιρο απέναντι στην Παραγουάη. Στα γήπεδα της Βραζιλίας το 1950 ο Μίγκεζ αγωνίστηκε και στα τέσσερα παιχνίδια πετυχαίνοντας τρία γκολ απέναντι στην Βολιβία και αλλά δύο απέναντι στην Σουηδία που όμως ήταν ιδιαίτερα κρίσιμα αφού επέτρεψαν στην Ουρουγουάη να διατηρήσει τις ελπίδες της για κατάκτηση του Παγκοσμίου Κυπέλλου μιας και οι Σκανδιναβοί προηγούνταν με 2-0.

Παρότι δεν σκόραρε στον αγώνα που έμελλε να αναδείξει την Ουρουγουάη παγκόσμια πρωταθλήτρια με τα 5 τέρματα αναδείχθηκε δεύτερος σκόρερ της διοργάνωσης πίσω μόνο από τον Αντεμίρ που είχε 8.

Πήρε μέρος σε άλλη μία τελική φάση Παγκοσμίου Κυπέλλου το 1954 στην Ελβετία όπου αγωνίστηκε σε τρία παιχνίδια απέναντι στην Τσεχοσλοβακία όπου πέτυχε 1 γκολ, την Σκοτία που σκόραρε δις και την Αγγλία.

Απέναντι στην "Γηραιά Αλβιώνα" ήταν άτυχος αφού τραυματίστηκε και η απουσία του έγινε αισθητή στον ημιτελικό απέναντι στην Ουγγαρία, ενώ δεν αγωνίστηκε και στον μικρό τελικό απέναντι στην Αυστρία. Κατέκτησε το Πρωτάθλημα Νοτίου Αμερικής το 1956 όπου μάλιστα ψηφίστηκε καλύτερος παίκτης της διοργάνωσης.

Άν και αγωνίστηκε σε παιχνίδια της προκριματικής φάσης του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1958, η τελευταία του εμφάνιση καταγράφεται στις 30 Απριλίου του 1958 σε φιλικό παιχνίδι στο Μπουένος Άιρες απέναντι στην Αργεντινή. Συνολικά αγωνίστηκε με τα χρώματα της Ουρουγουάης 39 φορές πετυχαίνοντας 27 τέρματα που τον φέρνει στην πέμπτη θέση της σχετικής λίστας.

Με τα 8 τέρματα που πέτυχε σε Βραζιλία και Ελβετία αντίστοιχα o "Cotorra(σ.σ. παπαγάλος)" είναι ο πρώτος σκόρερ της σε τελικές φάσεις Παγκοσμίου Κυπέλλου.

Δεν έγινε ποτέ προπονητής, καθώς η αυστηρή πειθαρχία των πάγκων δεν ταίριαζε στον χαρακτήρα του.
Έζησε το υπόλοιπο της ζωής του ως ένας αυθεντικός, απλός άνθρωπος του Μοντεβιδέο, του άρεσε να συχνάζει στα καφενεία, να συζητά για ποδόσφαιρο με τους φιλάθλους, να παίζει χαρτιά και να απολαμβάνει τη ζωή μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας.

Εργάστηκε για αρκετά χρόνια ως υπάλληλος και πωλητής σε διάφορες τοπικές επιχειρήσεις. Διατήρησε στενούς δεσμούς με την Πενιαρόλ, βοηθώντας περιστασιακά σε διάφορα πόστα εκτός αγωνιστικού χώρου, κυρίως ως «πρεσβευτής» του συλλόγου ή βοηθώντας στην ανίχνευση νεαρών ταλέντων στις αλάνες.

"Έφυγε" από την ζωή στις 19 Αυγούστου του 2006 λόγω καρδιακής ανεπάρκειας σε ηλικία 78 ετών, η σορός του εκτέθηκε στα κεντρικά γραφεία της Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας της Ουρουγουάης όπου χιλιάδες φίλαθλοι, παλιοί συμπαίκτες και παράγοντες του ποδοσφαίρου τον αποχαιρέτησαν.

Η σορός του μεταφέρθηκε στο Κεντρικό Νεκροταφείο του Μοντεβιδέο και τάφηκε τιμητικά στο Πάνθεον των Ολυμπιονικών, εκεί αναπαύεται μαζί με τους υπόλοιπους θρύλους του Μαρακανάζο.

     





Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...