www.goahits.blogspot.com

Διεθνές ποδόσφαιρο όπως δεν έχετε ξαναδιαβάσει!

29/8/26

Πέδρο Ρότσα "El Verdugo"

Είναι ο μοναδικός Ουρουγουανός ποδοσφαιριστής που έχει καταφέρει να πάρει μέρος σε τέσσερις συνεχόμενες τελικές φάσεις Παγκοσμίου Κυπέλλου. O Pedro Virgilio Rocha Franchetti ήταν ένας από τους καλύτερους μεσοεπιθετικούς που ανέδειξε ποτέ το λατινοαμερικάνικο ποδόσφαιρο, που διακρινόταν για την τεχνική και την ικανότητα τόσο στην πάσα όσο και στα χτυπήματα φάουλ.

Γεννήθηκε στις 3 Δεκεμβρίου του 1942 στην πόλη Σάλτο και αγωνίστηκε για μια εντεκαετία στην Πενιαρόλ από το 1959 έως το 1970 με την οποία κατέκτησε 8 Πρωταθλήματα Ουρουγουάης(1959,1960,1961,1962,1964,1965,1967,1968), 3 Copa Libertadores το 1960, το 1961 και το 1966, 2 Διηπειρωτικά Κύπελλο το 1961 και το 1966 και το Champions Recopa Intercontinental το 1969, έχοντας σε 287 συμμετοχές, 234 γκολ.

Αναδείχτηκε πρώτος σκόρερ του πρωταθλήματος τις χρονιές 1963, 1965 και 1968 με 18, 15 και 6 γκολ αντίστοιχα, του Intercontinental Champions Super Cup το 1968 και το 1969 και του Copa Libertadores το 1974 με 7 τέρματα.

Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του '60, μετά τις εντυπωσιακές του εμφανίσεις στα Διηπειρωτικά Κύπελλα κόντρα σε ομάδες όπως η Ρεάλ Μαδρίτης και η Μπενφίκα, ευρωπαϊκοί σύλλογοι, κυρίως από την Ισπανία και την Ιταλία, είχαν βολιδοσκοπήσει την Πενιαρόλ. Ωστόσο, εκείνη την εποχή η Πενιαρόλ ήταν οικονομικά πανίσχυρη και αρνιόταν κατηγορηματικά να πουλήσει τα αστέρια της.

Η διοίκηση της Ουρουγουανής ομάδας είχε ως απαράβατο κανόνα να κρατά τον κορμό της (Ρότσα, Σπένσερ, Χόγια) για να κυριαρχεί στο Κόπα Λιμπερταδόρες, απορρίπτοντας κάθε κρούση μέχρι το καλοκαίρι του 1970, όταν πλέον οι ισορροπίες άλλαξαν.

Όταν η Πενιαρόλ αποφάσισε τελικά να τον παραχωρήσει λόγω των αναγκών ανανέωσης, η πρόταση της Σάο Πάουλο ήταν με διαφορά η πιο ελκυστική και ολοκληρωμένη οικονομικά, κερδίζοντας τον ανταγωνισμό από άλλες ομάδες της Λατινικής Αμερικής που ήθελαν να τον εντάξουν στο δυναμικό τους.

Μετά από 11 χρόνια στην Πενιαρόλ, ο Ρότσα είχε κατακτήσει τα πάντα (8 Πρωταθλήματα, 3 Λιμπερταδόρες, 2 Διηπειρωτικά). Η ομάδα είχε αρχίσει να κλείνει τον «χρυσό» της κύκλο και ο ίδιος αναζητούσε μια νέα μεγάλη πρόκληση.

Η Σάο Πάολο είχε μόλις ολοκληρώσει την κατασκευή του εμβληματικού της σταδίου (Morumbi), έχοντας απαλλαγεί από τα έξοδα ανέγερσης, η διοίκηση της βραζιλιάνικης ομάδας αποφάσισε να επενδύσει τεράστια ποσά για να δημιουργήσει μια «ομάδα αστέρων», προσφέροντας στον Ρότσα ένα εξαιρετικό συμβόλαιο που η Πενιαρόλ δεν μπορούσε πλέον να ματσάρει οικονομικά.

Σημαντικό ρόλο στην προσαρμογή και την απόφασή του έπαιξε το γεγονός ότι στη Σάο Πάουλο αγωνιζόταν ήδη ο συμπατριώτης, φίλος και πρώην συμπαίκτης του στην Πενιαρόλ, Πάμπλο Φορλάν.

Παρότι ο Ρότσα τραυματίστηκε σοβαρά στο πρώτο μόλις παιχνίδι του Μουντιάλ του 1970 στο Μεξικό και έχασε το υπόλοιπο τουρνουά, η Σάο Πάουλο έδειξε τυφλή εμπιστοσύνη στην αξία του και πίεσε για την υπογραφή του αμέσως μετά τη διοργάνωση.

Έτσι τον Σεπτέμβριο του 1970 αποδέχεται την πρόταση της Σάο Πάολο με το κόστος της να φτάνει το αστρονομικό για τότε ποσό των 190.000 δολαρίων και με συμπαίκτες όπως οι Ζέρσον, Πάμπλο Φορλάν και Τονίνιο Γκερέιρο βοήθησε τους "τρικολόρ" να φτάσουν στην κατάκτηση 2 Campeonato Paulista το 1971 και το 1975, αλλά και το Πρωτάθλημα Βραζιλίας το 1977.

Ο "verdugo(σ.σ. εκτελεστής)" όπως ονομάστηκε στην Βραζιλία ήταν ο πρώτος μη Βραζιλιάνος ποδοσφαιριστής που αναδείχθηκε πρώτος σκόρερ του Brasileirao το 1972 μαζί με τον Ντάριο της Ατλέτικο Μινέιρο με 17 τέρματα.

Ήταν φιναλίστ του Copa Libertadores το 1974 όπου αναδείχτηκε πρώτος σκόρερ της διοργάνωσης και μέχρι το 1977 αγωνίστηκε σε 393 παιχνίδια πετυχαίνοντας 119 γκολ. H μεγάλη εκτίμηση που του έτρεφαν οι οπαδοί  φαινόταν και από το γεγονός ότι σε αρκετές ψηφοφορίες όπως στην αντίστοιχη που διοργάνωσε το Score Magazine την δεκαετία του '90

Από τον ίδιο τον σύλλογο το 1998 επιλέχθηκε στους κορυφαίους ποδοσφαιριστές όλων των εποχών που φόρεσαν την φανέλα των "σομπεράνο". Ο τότε προπονητής της Σάο Πάουλο, Ρούμπενς Μινέλι, ήθελε να εφαρμόσει ένα πλάνο «ανανέωσης» του ρόστερ, επιθυμούσε να στηριχθεί σε νεότερους, πιο γρήγορους και σωματικά δυναμικούς παίκτες για το μέλλον της ομάδας.

Το 1977 ο Ρότσα είχε κλείσει πλέον τα 35 του χρόνια, άν και η κλάση του παρέμενε αναμφισβήτητη, οι συχνοί τραυματισμοί δεν του επέτρεπαν να έχει τη σταθερότητα των προηγούμενων ετών, έχασε, μάλιστα, ένα μεγάλο μέρος της τελικής φάσης του πρωταθλήματος εκείνης της χρονιάς.

Στο προσκήνιο είχαν αρχίσει να βγαίνουν νεότεροι παίκτες, όπως ο θρυλικός μετέπειτα επιθετικός Σερζίνιο Τσολάπα και ο Μουρίσι Ραμάλιο, οι οποίοι αποτελούσαν το νέο αίμα της επιθετικής γραμμής του συλλόγου. 

Ως το μεγαλύτερο αστέρι και ο «Μαέστρος» της ομάδας, ο Ρότσα είχε ένα από τα πιο ακριβά συμβόλαια. Με δεδομένο ότι ο χρόνος συμμετοχής του θα μειωνόταν λόγω του πλάνου του προπονητή, η διοίκηση προτίμησε να εξοικονομήσει αυτούς τους πόρους.

Η Σάο Πάουλο, θέλοντας να διαχειριστεί την κατάσταση με σεβασμό προς την ιστορία του, επέλεξε αρχικά να τον παραχωρήσει με τη μορφή δανεισμού στην Κοριτίμπα, κατά τη διάρκεια του 1977, προτού ολοκληρωθεί οριστικά η θητεία του στον σύλλογο.

Μετακομίζοντας στην Κοριτίμπα ως δανεικός στα τέλη του 1977 απέδειξε ότι η κλάση του παρέμενε αναλλοίωτη. Το αποκορύφωμα της θητείας του γράφτηκε το 1978, παρά το γεγονός ότι αγωνιζόταν με λιγότερη συχνότητα λόγω της ηλικίας του, η επιρροή του στο παιχνίδι της ομάδας ήταν καταλυτική.

Αναδείχθηκε ο κορυφαίος σκόρερ της Κοριτίμπα στη διοργάνωση, σημειώνοντας 6 καθοριστικά γκολ σε 20 εμφανίσεις και οδήγησε την ομάδα στον τίτλο του Campeonato Paranaense απέναντι στην «αιώνια» αντίπαλο, Ατλέτικο Παραναένσε. 

Η Κοριτίμπα κατέκτησε το τρόπαιο στον τρίτο τελικό, επικρατώντας με 4-1 στη διαδικασία των πέναλτι μέσα στο στάδιο Couto Pereira. Αγωνίστηκε στην Παλμέιρας στο πρώτο μισό του 1979 και η παρουσία του εκεί ήταν σύντομη αλλά ιστορική, καθώς αποκτήθηκε με έναν πολύ συγκεκριμένο αγωνιστικό σκοπό.

Η μεταγραφή του 37χρονου πλέον Ουρουγουανού σταρ, πραγματοποιήθηκε λόγω της  «εμμονή» με το Copa Libertadores, η Παλμέιρας είχε εξασφαλίσει τη συμμετοχή της στην διοργάνωση του 1979. 

Η διοίκηση του συλλόγου αναζητούσε έναν ποδοσφαιριστή με τεράστια διεθνή εμπειρία και προσωπικότητα για να καθοδηγήσει την ομάδα στην κορυφαία διοργάνωση της Νοτίου Αμερικής. Ο Ρότσα, έχοντας ήδη κατακτήσει 3 με την Πενιαρόλ, ήταν η ιδανική επιλογή «μιας και έξω» για αυτόν τον σκοπό.

Μετά το σύντομο πέρασμά του από την Κοριτίμπα το 1978, ο Ρότσα ήθελε να επιστρέψει στην πόλη του Σάο Πάουλο, όπου είχε εγκατασταθεί μόνιμα η οικογένειά του από την εποχή που έπαιζε στην ομώνυμη ομάδα. 

Η πρόταση της Παλμέιρας του επέτρεψε να γυρίσει στη βάση του και να αγωνιστεί ξανά στο κορυφαίο επίπεδο. Παρά τις προσδοκίες, η πορεία του δεν είχε τη λάμψη του παρελθόντος, καθώς η ηλικία του και η φυσική του κατάσταση δεν του επέτρεπαν πλέον να ακολουθεί τους έντονους ρυθμούς της ομάδας.

Σύνολικά σε 9 αγώνες είχε 1 γκολ, αλλά το πλάνο της Παλμέιρας δεν προχώρησε, αποκλείστηκε πρόωρα στη φάση των ομίλων, χάνοντας την πρόκριση από την πανίσχυρη τότε Γκουαρανί. Μετά τον αποκλεισμό αυτό, τον Ιούνιο του 1979, η ομάδα προχώρησε σε αποδεσμεύσεις και αποχώρησε για να συνεχίσει την καριέρα του στο Ρίο ντε Τζανέιρο για λογαριασμό της Μπανγκού.

Ο πρόεδρος της ο Καστόρ Αντράντε ήθελε να την μετατρέψει σε υπερδύναμη και χρησιμοποιούσε την τεράστια προσωπική του περιουσία για να προσελκύσει μεγάλα ονόματα. Η απόκτηση του Ουρουγουανού «Μαέστρου» ήταν μια κίνηση επίδειξης ισχύος και κύρους για τον σύλλογο.

Η Παλμέιρας, μετά τον πρόωρο αποκλεισμό έψαχνε τρόπο να μειώσει τα έξοδά της και δεν σκόπευε να ανανεώσει το συμβόλαιο του βετεράνου σταρ. Ο Κάστορ ντε Αντράντε εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρία και πρόσφερε στον Ρότσα ένα πλουσιοπάροχο συμβόλαιο με «αστρονομικές» απολαβές για την ηλικία του και για έναν παίκτη στα 37 του, η πρόταση αυτή ήταν οικονομικά αδύνατον να απορριφθεί.

Παρά τα πολλά χρήματα, η καθημερινότητα του Ρότσα στο Ρίο ντε Τζανέιρο δεν ήταν εύκολη, η οικογένειά του είχε παραμείνει μόνιμα στο Σάο Πάουλο, ο ίδιος ζούσε μόνος του σε ένα δωμάτιο ξενοδοχείου στην κοσμοπολίτικη περιοχή της Κοπακαμπάνα.

Η γειτονιά του Μπανγκού βρίσκεται στη δυτική ζώνη του Ρίο, σε πολύ μεγάλη απόσταση από την Κοπακαμπάνα. Έπρεπε να ταξιδεύει καθημερινά πάνω από 1,5 με 2 ώρες στους χαοτικούς δρόμους του Ρίο μόνο και μόνο για να πάει στην προπόνηση, κάτι που τον εξαντλούσε σωματικά.

Παρά τις δυσκολίες και την προχωρημένη ποδοσφαιρική του ηλικία, επέδειξε απόλυτο επαγγελματισμό, πραγματοποίησε 13 επίσημες εμφανίσεις στο απαιτητικό Τοπικό Πρωτάθλημα του Ρίο και σημείωσε 5 γκολ, χαρίζοντας μερικές τελευταίες μαγικές στιγμές στους φιλάθλους της ομάδας.

Η κούραση από τις μετακινήσεις και η μοναξιά μακριά από την οικογένειά του τον έκαναν να καταλάβει ότι ο κύκλος του στη Βραζιλία είχε κλείσει. Στα τέλη του 1979, έλυσε κοινή συναινέσει το συμβόλαιό του με την Μπανγκού για να δεχτεί μια εξωτική πρόταση από το Μεξικό και την Ντεπορτίβο Νέζα.

Παρά την προχωρημένη ποδοσφαιρική του ηλικία, αγωνίστηκε ως ο κεντρικός οργανωτής της ομάδας. Ανέλαβε τον ρόλο του δασκάλου μέσα στο γήπεδο για τους νεότερους Μεξικάνους ποδοσφαιριστές, ελέγχοντας τον ρυθμό των παιχνιδιών με την απαράμιλλη τεχνική του κατάσταση.

Η θητεία του διήρκεσε για μία σεζόν (1979-1980), παρόλο που οι σωματικές του δυνάμεις ήταν περιορισμένες, η παρουσία του βοήθησε τον σύλλογο να σταθεροποιηθεί αγωνιστικά στην κατηγορία, έχοντας 28 συμμετοχές και 3 τέρματα.

Αμέσως μετά, παρέμεινε στο Μεξικό για ένα πολύ σύντομο διάστημα, πραγματοποιώντας τις 3 τελευταίες του επίσημες εμφανίσεις με τη φανέλα της Μοντερέι. Αν και το πέρασμά του δεν είχε την αγωνιστική λάμψη των χρόνων του στην Πενιαρόλ ή τη Σάο Πάουλο, η παρουσία του και μόνο προκάλεσε τον σεβασμό των φιλάθλων και των συμπαικτών του. 

Μετά την ολοκλήρωση των 3 αυτών εμφανίσεων μέσα στο 1980, πήρε την οριστική απόφαση να αποσυρθεί από την ενεργό δράση. Αμέσως μετά την απόσυρσή του από την ενεργό δράση στο Μεξικό, επέστρεψε στη Βραζιλία για να ξεκινήσει τη νέα του καριέρα.

Στις 12 Οκτωβρίου του 1961 σε φιλικό παιχνίδι στο Σαντιάγκο απέναντι στην Χιλή έκανε το ντεμπούτο του  με τους "charruas".  Πήρε μέρος σε τέσσερις συνεχόμενες τελικές φάσεις Παγκοσμίου Κυπέλλου το 1962 στην Χιλή όπου αγωνίστηκε σε δύο παιχνίδια απέναντι στην Κολομβία και την Γιουγκοσλαβία, το 1966 στην Αγγλία και στα τέσσερα παιχνίδια.

Το 1970 στο Μεξικό στο εναρκτήριο παιχνίδι κόντρα στο Ισραήλ στο 12ο με 13ο λεπτό της αναμέτρησης, έκανε μια κίνηση μέσα στην αντίπαλη περιοχή για να διεκδικήσει την μπάλα και ένιωσε έναν έντονο πόνο, καθώς επιδεινώθηκε ένας τραυματισμός που τον ταλαιπωρούσε από τα φιλικά προετοιμασίας.

 Η μυϊκή θλάση αποδείχθηκε τόσο σοβαρή που τον έθεσε νοκ-άουτ για το υπόλοιπο της διοργάνωσης, επίσης αγωνίστηκε και  το 1974 στην Δυτική Γερμανία και στα  τρία παιχνίδια που έδωσε η Ουρουγουάη.

Κατέκτησε το Πρωτάθλημα Νοτίου Αμερικής το 1967 όπου μάλιστα αναδείχτηκε κορυφαίος παίκτης της διοργάνωσης. Στις 23 Ιουνίου του 1974 στο Ντίσελντορφ απέναντι στην Σουηδία πραγματοποίησε την τελευταία του εμφάνιση, φορώντας συνολικά την φανέλα της "σελέστε" 52 φορές έχοντας πετύχει και 17 γκολ. 

Η πρώτη του επίσημη δουλειά ως προπονητής καταγράφηκε απο τις 9 Μάϊου έως τις 23 Ιουλίου  του 1981 στην Ιντερνασιονάλ ντε Λιμέιρα σε 16 αγώνες με 5 νίκες, 6 ισοπαλίες και 5 ήττες. Τα επόμενα χρόνια ανέλαβε την τεχνική ηγεσία ομάδων μεσαίας δυναμικής στη Βραζιλία, όπως η Ταουμπατέ από τις 28 Αυγούστου 1981 έως 30 Οκτωβρίου 1981 σε 15 αγώνες με 3 νίκες, 5 ισοπαλίες και 7 ήττες.

Ανέλαβε ξανά την Ιντερνασιονάλ ντε Λιμέιρα κατά το πρώτο μισό του πολιτειακού πρωταθλήματος απο τον Μάϊο έως τον Αύγουστο του 1983, όπου σε 20 αγώνες είχε 9 νίκες, 6 ισοπαλίες και 5 ήττες. Επανήρθε στις  31 Αυγούστου 1985 έως 30 Νοεμβρίου 1985 και σε 19 αγώνες όπου είχε  4 νικες, 7 ισοπαλίες και 8 ήττες.

Στην  Μποταφόγκο του Ριμπεϊράο Πρέτο ανέλαβε την τεχνική ηγεσία απο τις 17 Μαΐου 1986 έως 31 Αυγούστου 1987 όπου σε 48 αγώνες είχε 14 νίκες, 20 ισοπαλίες και 14 ήττες.  Ανέλαβε την τεχνική ηγεσία της Κουριτίμπα από τις 8 Σεπτεμβρίου 1987 έως τις 26 Οκτωβρίου 1987, καθοδήγησε την ομάδα στο πρώτο μισό του ιστορικού εθνικού πρωταθλήματος Copa União.

Συνολικά, κάθισε στον πάγκο της για 9 αγώνες με 3 νίκες, 2 ισοπαλίες και 4 ήττες. Ανέλαβε την τεχνική ηγεσία της Γκουαρανί από τις 27 Οκτωβρίου 1987 έως τις 31 Δεκεμβρίου 1987 και κάθισε στον πάγκο της ομάδας για 9 αγώνες με 4 νίκες, 1 ισοπαλία και 4 ήττες.

Παρά το αξιοπρεπές αγωνιστικό πρόσημο, η συνεργασία των δύο πλευρών λύθηκε την τελευταία ημέρα του χρόνου, 31 Δεκεμβρίου, λόγω διαφωνιών με τη διοίκηση για τον σχεδιασμό της επόμενης σεζόν, ανοίγοντας τον δρόμο για τη μετακίνησή του στη Γκουαρανί τον Φεβρουάριο του 1988.

Στον πάγκο της Μότζι Μίριμ προσελήφθη απο τις 27 Φεβρουαρίου 1988 έως τις 9 Μαΐου 1988 και καθοδήγησε την ομάδα σε 15 αγώνες με 5 νίκες, 6 ισοπαλίες και 4 ήττες. Απο τις 10 Μαΐου έως τις 7 Ιουλίου 1988 ανέλαβε την Πορτουγκέζα στα τελευταία 4 επίσημα παιχνίδια της πρώτης φάσης του πολιτειακού πρωταθλήματος έχοντας 2 νίκες, 1 ισοπαλία και 1ήττα

Η θητεία του ολοκληρώθηκε στις αρχές Ιουλίου, όχι λόγω κακών αποτελεσμάτων, αλλά επειδή δέχτηκε την πιο ελκυστική και ιστορική πρόταση της προπονητικής του καριέρας: να μετακομίσει στην Πορτογαλία για να αναλάβει τη Σπόρτινγκ Λισαβόνας στις 11 Αυγούστου του 1988.

Μέχρι και τις 12 Φεβρουαρίου 1989, σε 31 αγώνες είχε 17 νίκες, 8 ισοπαλίες και 6 ήττες. Έφτασε στην Πορτογαλία ως προσωπική επιλογή του εκκεντρικού προέδρου της Σπόρτινγκ, Ζόρζε Γκονσάλβες, ο οποίος εκείνο το καλοκαίρι είχε προχωρήσει σε εντυπωσιακές μεταγραφές (όπως του Ρικάρντο Ρότσα και του Ντάγκλας).

Υπό την καθοδήγησή του, η Σπόρτινγκ απέκλεισε στον πρώτο γύρο τον Άγιαξ με δύο εντυπωσιακές νίκες (4-2 στη Λισαβόνα και 2-1 στο Άμστερνταμ). Ωστόσο, στον δεύτερο γύρο αποκλείστηκε πρόωρα από την ισπανική Ρεάλ Σοσιεδάδ (νίκη 1-2 στην Ισπανία, αλλά ήττα 0-0 και 0-2 στη ρεβάνς).

Παρά το πολύ καλό ποσοστό νικών, η Σπόρτινγκ βρισκόταν σε μια περίοδο τεράστιας διοικητικής και οικονομικής αστάθειας. Η πίεση για την κατάκτηση του τίτλου ήταν ασφυκτική και μετά από μια εκτός έδρας ήττα με 2-0 από τη Βιτόρια Σετούμπαλ για το πρωτάθλημα, η διοίκηση αποφάσισε να τον απολύσει στις 12 Φεβρουαρίου 1989, αντικαθιστώντας τον με τον Βιτόρ Νταμάς.

Μετά τη Σπόρτινγκ, επέστρεψε στη Βραζιλία και ανέλαβε τη Μότζι Μιρίμ από τις 5 Ιανουαρίου 1990 έως τις 12 Μαΐου 1990 και σε 23 αγώνες είχε 7 νίκες, 9 ισοπαλίες, 7 ήττες. Η ομάδα εμφάνισε ξανά το γνωστό, συμπαγές στυλ παιχνιδιού που επεδίωκε ο Ουρουγουανός τεχνικός, δίνοντας μεγάλη έμφαση στην ανασταλτική λειτουργία και τις αντεπιθέσεις, γεγονός που εξηγεί τον μεγάλο αριθμό των 9 ισοπαλιών.

Η θητεία του ολοκληρώθηκε τον Μάιο του 1990, καθώς το «διαβατήριο» των καλών του εμφανίσεων στην πολιτεία του Σάο Πάουλο προκάλεσε εκ νέου το ενδιαφέρον από την Ευρώπη, Παρά την απόλυσή του από τη Σπόρτινγκ Λισαβόνας το 1989, ο Ρότσα είχε αφήσει εξαιρετικές εντυπώσεις στο πορτογαλικό ποδόσφαιρο. 

Η δουλειά του με τους νέους παίκτες και η εντυπωσιακή ευρωπαϊκή πρόκριση επί του Άγιαξ είχαν εκτιμηθεί ιδιαίτερα από την ποδοσφαιρική πιάτσα της χώρας. Ο ιστορικός και πανίσχυρος πρόεδρος της Βιτόρια Γκιμαράες, Αντόνιο Πιμέντα Μασάδο, ήθελε να χτίσει μια ομάδα ικανή να σπάσει το κατεστημένο των «τριών μεγάλων» (Μπενφίκα, Πόρτο, Σπόρτινγκ). 

Θεώρησε ότι η λατινοαμερικάνικη φιλοσοφία και η τεράστια εμπειρία του Ουρουγουανού «Μαέστρου» ως παγκόσμιου ποδοσφαιρικού ειδώλου ήταν το ιδανικό στοιχείο για να εμπνεύσει τον σύλλογο. Μετά από ένα σύντομο πέρασμα από τη Βραζιλία, ο Ρότσα επιθυμούσε να επιστρέψει στο ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο. 

Η πρόταση της Γκιμαράες, που διέθετε ένα από τα πιο παθιασμένα κοινά στην Πορτογαλία, του πρόσφερε ένα σταθερό περιβάλλον μακριά από τη χαοτική διοικητική αστάθεια που είχε αντιμετωπίσει στη Σπόρτινγκ.

Ανελαβε στις στις 19 Ιουλίου 1990 και αποχώρησε στις 20 Ιανουαρίου 1991, κάθισε σε 22 αγώνες με 7 νίκες, 7 ισοπαλίες και 8 ήττες. Η πορεία της ομάδας χαρακτηρίστηκε από μεγάλη αστάθεια, καθώς η Γκιμαράες δυσκολευόταν να βρει ρυθμό στο σκοράρισμα, έχοντας πολλές ισοπαλίες και οριακές ήττες.

Μετά από μια εντός έδρας ήττα με 0-2 από την Τσάβες, για το πρωτάθλημα, η οποία άφησε την ομάδα στα μέσα του βαθμολογικού πίνακα, ο πρόεδρος Πιμέντα Μασάδο,  γνωστός για την ανυπομονησία του με τους προπονητές,  αποφάσισε να λύσει τη συνεργασία τους, με τον Ζοάο Άλβες να τον διαδέχεται.

Επανήρθε στην  Γκουαρανί για τη δεύτερη θητεία της καριέρας του, η επιστροφή του στον πάγκο της ομάδας της Καμπίνας έγινε με σκοπό να την καθοδηγήσει στο απαιτητικό Πρωτάθλημα. Ανέλαβε καθήκοντα στις 24 Φεβρουαρίου 1991 και παρέμεινε στο τιμόνι της ομάδας έως τις 16 Ιουνίου 1991.

Κατά τη διάρκεια αυτού του τετραμήνου, κάθισε στον πάγκο της Γκουαρανί σε 19 αγώνες με 6 νικες, 6 ισοπαλίες και 7 ήττες. Η τρίτη επίσημη θητεία του Πέδρο Ρότσα στον πάγκο της Μότζι Μιρίμ πραγματοποιήθηκε στο δεύτερο μισό του 1991, αμέσως μετά την αποχώρησή του από τη δεύτερη θητεία του στην Γκουαρανί

Ανέλαβε στις 1 Ιουλίου του 1991 έως τις 15 Δεκεμβρίου του 1991, παρέμεινε στο τιμόνι του συλλόγου για 5 μήνες, καθοδηγώντας την σε 26 επίσημους αγώνες, με τον ακριβή απολογισμό των αποτελεσμάτων του να διαμορφώνεται σε 9 νίκες, 9 ισοπαλίες και 8 ήττες.

Η ομάδα παρουσίασε ένα άκρως αξιοπρεπές και ανταγωνιστικό πρόσωπο, κλείνοντας τη χρονιά με θετικό πρόσημο (περισσότερες νίκες από ήττες) και διατηρώντας την παραδοσιακή ισορροπία στις ισοπαλίες (9) που χαρακτήριζε τις περισσότερες ομάδες του Ρότσα. Η ολοκλήρωση του συμβολαίου του στα μέσα Δεκεμβρίου του 1991 άνοιξε τον δρόμο για τη μετακίνησή του στην Κρισιούμα στις αρχές του 1992.

Η θητεία του Πέδρο Ρότσα ως προπονητή στην Κρισιούμα το 1992 ήταν εξαιρετικά σύντομη, καταγράφοντας μόλις 1 επίσημο αγώνα στον πάγκο της ομάδας, λόγω άμεσης ασυμφωνίας χαρακτήρων με τη διοίκηση ως προς τη διαχείριση του ρόστερ των πρωταθλητών και την έντονη πίεση για άμεσα αποτελέσματα, η συνεργασία λύθηκε σχεδόν αμέσως.

Επέστρεψε στην πολιτεία του Σάο Πάολο και ανέλαβε την τεχνική ηγεσία της Μποταφόγκο του Ριμπεϊράο Πρέτο, για τη δεύτερη θητεία της καριέρας του, η οποία διήρκεσε κατά τη σεζόν 1993. Ανέλαβε επίσημα καθήκοντα στις 3 Ιανουαρίου 1993 και παρέμεινε στο τιμόνι της ομάδας έως τις 16 Απριλίου 1993.

Κατά τη διάρκεια αυτής της θητείας του (περίπου 3,5 μηνών), κάθισε στον πάγκο σε 16 αγώνες με 3 νίκες, 7 ισοπαλίες και 6 ηττες. Η δεύτερη αυτή παρουσία του στην ομάδα του Ριμπεϊράο Πρέτο χαρακτηρίστηκε από τον πολύ μεγάλο αριθμό ισοπαλιών και λόγω της δυσκολίας της ομάδας να πάρει νίκες και να ξεκολλήσει από τις χαμηλές θέσεις του βαθμολογικού πίνακα, η διοίκηση αποφάσισε τη λύση της συνεργασίας τους στα μέσα Απριλίου.

Αμέσως μετά τη δεύτερη θητεία του στην Μποταφόγκο-SP το 1993, μετακινήθηκε στον πάγκο της Γκρέμιο Νοβοριζοντίνο αναλαμβάνοντας  καθήκοντα στις 24 Απριλίου 1993, αμέσως μόλις λύθηκε το συμβόλαιό του με την Μποταφόγκο-SP) και παρέμεινε στο τιμόνι της ομάδας έως τις 15 Σεπτεμβρίου 1993. 

Κατά τη διάρκεια αυτού του πενταμήνου, κάθισε στον πάγκο της Νοβοριζοντίνο σε 14 αγώνες με 3 νικες, 5 ισοπαλίες και 6 ήττες. Η θητεία του ολοκληρώθηκε στα μέσα Σεπτεμβρίου του 1993, καθώς η ομάδα δυσκολευόταν να ξεφύγει από τα αρνητικά αποτελέσματα. 

Μετά τη Νοβοριζοντίνο, ο Ρότσα έκανε ένα μικρό διάλειμμα και επέστρεψε στους πάγκους στις αρχές του 1995 αναλαμβάνοντας εκ νέου τη Μότζι Μιρίμ, Τέταρτη  θητεία απο την 1η  Ιανουαρίου έως τις 21 Απριλίου του 1996 όπου σε 19 αγώνες είχε 7 νιίες, 3 ισοπαλίες και 9 ήττες.

Δέχθηκε πρόταση από την Ιντερνασιονάλ του Πόρτο Αλέγκρε, στην οποία μετακόμισε αμέσως μετά
απο τις 22 Απριλίου έως τον Ιούλιο του 1996, καθοδήγησε την Ιντερνασιονάλ στην τελική φάση του πολιτειακού πρωταθλήματος, όπου όμως δεν κατάφερε να κατακτήσει τον τίτλο, καθώς το πρωτάθλημα κατέληξε στη μισητή αντίπαλο, Γκρέμιο.

Σε 14 αγώνες είχε 6 νίκες, 4 ισοπαλίες και 4 ήττες, η θητεία του δεν έληξε λόγω καθαρά αγωνιστικών κριτηρίων, αλλά εξαιτίας ενός παράξενου περιστατικού που εξόργισε τους οπαδούς και τη διοίκηση της Ιντερνασιονάλ.

Εντοπίστηκε από τον φωτογραφικό φακό των δημοσιογράφων της εφημερίδας Zero Hora να τρώει ένα παγωτό το οποίο έφερε το σήμα και τα χρώματα της αιώνιας αντιπάλου, Γκρέμιο. Σε μια πόλη όπως το Πόρτο Αλέγκρε, όπου η αντιπαλότητα είναι θρησκεία, αυτό θεωρήθηκε ασυγχώρητο σφάλμα. 

Ο ίδιος προσπάθησε να αποφορτίσει το κλίμα κάνοντας χιούμορ και λέγοντας ότι "απλώς απολάμβανε/καταβρόχθιζε τον αντίπαλο", όμως η δικαιολογία δεν έγινε δεκτή και απομακρύνθηκε αμέσως. Το ιαπωνικό ποδόσφαιρο εκείνη τη δεκαετία είχε απόλυτο πρότυπο τη σχολή της Βραζιλίας και μεγάλες προσωπικότητες όπως ο Ζίκο, ο Ντούνγκα και ο Λεονάρντο, αγωνίζονταν ήδη εκεί, ενώ πολλοί Βραζιλιάνοι προπονητές στελέχωναν τις ομάδες.

Άν και Ουρουγουανός, ο Πέδρο Ρότσα είχε περάσει το μεγαλύτερο μέρος της καριέρας του στη Βραζιλία (ως είδωλο της Σάο Πάολο) και είχε χτίσει εκεί όλο το προπονητικό του όνομα. Οι Ιάπωνες, που έψαχναν έμπειρους τεχνικούς με βαθιά γνώση του λατινοαμερικάνικου ποδοσφαίρου, στράφηκαν σε αυτόν αμέσως μόλις ολοκλήρωσε το συμβόλαιό του με την Ιντερνασιονάλ. 

Έτσι, η Kyoto Sanga FC του πρόσφερε μια εξαιρετικά επικερδή πρόκληση, η ομάδα είχε μόλις προβιβαστεί στην κορυφαία κατηγορία έναν χρόνο πριν το 1996 και προσπαθούσε ακόμα να βρει τα πατήματά της απέναντι στα μεγαθήρια της χώρας.

Τερμάτισε στη 14η θέση ανάμεσα σε 17 ομάδες, το πρωτάθλημα τότε χωριζόταν σε δύο φάσεις και η Κιότο δεν κατάφερε να διεκδικήσει κάτι παραπάνω από την παραμονή της. Αποκλείστηκε στον 4ο γύρο του Κυπέλλου του Αυτοκράτορα, γνωρίζοντας βαριά ήττα με 5-1 από την Μπελμάρε Χιράτσουκα, ενώ στο Λιγκ Καπ, η  πορεία της σταμάτησε νωρίς, καθώς αποκλείστηκε στη φάση των ομίλων.

Παρά τις οικονομικές επενδύσεις και την παρουσία του σπουδαίου Ουρουγουανού στον πάγκο, η ομάδα δεν κατάφερε να κάνει την υπέρβαση, κάτι που οδήγησε και στην ολοκλήρωση της συνεργασίας τους στο τέλος του 1997, με τον Ρότσα να επιστρέφει στη Βραζιλία.

Σε συνολικά 38 επίσημους αγώνες σε όλες τις διοργανώσεις, έχοντας απολογισμό 12 νίκες και 26 ήττες (σημειώνεται ότι τότε δεν υπήρχαν ισοπαλίες, αλλά τα παιχνίδια οδηγούνταν στην παράταση ή στα πέναλτι).

Στις 14 Αυγούστου του 1998 ανέλαβε την Πόντε Πρέτα, όμως έμεινε μέχρι τις 21 Σεπτεμβρίου 1998 όταν απολύθηκε μετά από μια σειρά αρνητικών αποτελεσμάτων στο Πρωτάθλημα Βραζιλίας (με τελευταίο του παιχνίδι μια επεισοδιακή ήττα με 4-5 από την Κορίνθιανς στις 19 Σεπτεμβρίου) μόλις σε 7 αγώνες με 1 νίκη, 2 ισοπαλίες και 4 ήττες.

Επόμενος σταθμός η Ιτουάνο απο τις  25 Φεβρουαρίου 1999 έως τις 29 Μαρτίου 1999, όπου αντικατέστησε τον προπονητή Ερόν Φερέιρα, αλλά λόγω της γρήγορης ολοκλήρωσης των υποχρεώσεων της ομάδας στην δεύτερη κατηγρία του Campeonato Paulista και των φτωχών αποτελεσμάτων, αποχώρησε σχεδόν έναν μήνα μετά αφού σε 6 αγώνες είχε 1 νίκη, 2 ισοπαλίες και 3 ήττες.

Εργάστηκε στην Καλντένσε σε δύο διαφορετικές φάσεις μέσα στην ίδια χρονιά, απο την 1η Ιανουαρίου 2000 έως 31 Μαρτίου 2000 και απο τις 5 Απριλίου 2000 έως τις 30 Απριλίου 2000. Κάθισε συνολικά στον πάγκο της Καλντένσε για 14 επίσημους αγώνες στο Campeonato Mineiro έχοντας 4 νίκες, 4 ισοπαλίες και 6 ήττες.

Λόγω της ασταθούς πορείας της ομάδας και της πίεσης για αποτελέσματα στο πολιτειακό πρωτάθλημα, οι δύο πλευρές ολοκλήρωσαν οριστικά τη συνεργασία τους στο τέλος Απριλίου. Εργάστηκε ως προπονητής στην EC XV de Piracicaba απο τις  5 Ιουλίου 2000 έως τις 30 Σεπτεμβρίου 2000, έχοντας σε 15 παιχνίδια με 5 νίκες, 3 ισοπαλίες και 7 ήττες.

Αποχώρησε στα τέλη Σεπτεμβρίου, καθώς η ομάδα αποκλείστηκε πρόωρα από τη συνέχεια των τελικών φάσεων και η διοίκηση αποφάσισε να προχωρήσει με υπηρεσιακό τεχνικό για τα εναπομείναντα παιχνίδια.

Στις 5 Οκτωβρίου 2000 ανέλαβε την Ιπατίνγκα μέχρι και τις 3 Δεκεμβρίου 2000 με στόχο να οδηγήσει τον σύλλογο στο Copa João Havelange, αποχώρησε αμέσως μετά την ολοκλήρωση των αγωνιστικών υποχρεώσεων της ομάδας στις αρχές Δεκεμβρίου και σε 8 αγώνες είχε 2 νίκες, 3 ισοπαλίες και 3 ήττες.

Στις 7 Μαρτίου 2001 ανέλαβε την Μότζι Μίριμ για πέμπτη φορά αλλά έμεινε μέχρι τις 23 Απριλίου 2001, την καθοδήγησε στο Campeonato Paulista και σε 7 αγώνες είχε 1 νίκη, 2 ισοπαλίες και 4 ήττες, και αυτός ήταν ο τελευταίος του προπονητικός σταθμός.

Μετά την απόσυρσή του από τους πάγκους το 2001, η ζωή του σημαδεύτηκε από μια σοβαρή και σκληρή περιπέτεια υγείας, η οποία τον ανάγκασε να αποτραβηχτεί εντελώς από τα φώτα της δημοσιότητας.

Λίγα χρόνια μετά το τέλος της προπονητικής του καριέρας, ο Ρότσα διαγνώστηκε με ατροφία του μεσεγκεφάλου. Πρόκειται για μια σπάνια και επιθετική εκφυλιστική νόσο του νευρικού συστήματος. Η ασθένεια επηρέασε σταδιακά και σε μεγάλο βαθμό την ομιλία του, καθώς και τις κινητικές του λειτουργίες. 

Κατά τα τελευταία χρόνια της ζωής του, ένα μεγάλο μέρος του σώματός του είχε παραλύσει, με αποτέλεσμα να είναι καθηλωμένος σε αναπηρικό αμαξίδιο και να χρειάζεται συνεχή φροντίδα. Καθώς τα ιατρικά έξοδα ήταν δυσβάσταχτα, η Σάο Πάολο, ο σύλλογος της Βραζιλίας στον οποίο λατρεύτηκε ως ποδοσφαιρικό είδωλο τη δεκαετία του '70 και οι οπαδοί της διοργάνωσαν διάφορες καμπάνιες οικονομικής ενίσχυσης για να βοηθήσουν την οικογένειά του να καλύψει τη νοσηλεία του.

Άφησε την τελευταία του πνοή στις 2 Δεκεμβρίου 2013 σε νοσοκομείο του Σάο Πάολο, μόλις μία ημέρα πριν συμπληρώσει τα 71α γενέθλιά του. Η κηδεία του τελέστηκε στις 3 Δεκεμβρίου 2013 στο κοιμητήριο Memorial Parque Paulista, στην περιοχή Ταμπουάο ντα Σέρρα / Εμπού ντας Άρτες του Σάο Πάολο, τη μέρα ακριβώς που θα συμπλήρωνε τα 71 του χρόνια.

Το λαϊκό προσκύνημα και η ταφή του εξελίχθηκαν σε μια συγκινητική τελετή, γεμάτη τιμές από το ποδόσφαιρο της Λατινικής Αμερικής, στο φέρετρο παρευρέθηκαν μεγάλες μορφές του συλλόγου, όπως ο τότε προπονητής της Σάο Πάολο, Μουρίσι Ραμάλιο, ο οποίος δήλωσε ότι πρόκειται για «τεράστια απώλεια του παγκόσμιου ποδοσφαίρου».

Ο θρυλικός συμπατριώτης του, Ντάριο Περέιρα, βρέθηκε εκεί για να τον αποχαιρετήσει, τονίζοντας ότι ο Ρότσα ήταν ο καθρέφτης και το απόλυτο πρότυπο για κάθε Ουρουγουανό. Ο πρώην παράγοντας της ομάδας, Μάρκο Αουρέλιο Κούνια, ο οποίος τον είχε βοηθήσει προσωπικά στη μάχη με την ασθένειά του, ασπάστηκε το σώμα του σε ένδειξη ύστατου σεβασμού, ενώ η Σάο Πάολο κάλυψε το φέρετρο με τη σημαία της και έστειλε τιμητικά στεφάνια.

 Η Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία της Ουρουγουάης εξέδωσε επίσημη ανακοίνωση, εξαίροντας το γεγονός ότι παραμένει ο μοναδικός Ουρουγουανός στην ιστορία που αγωνίστηκε σε 4 συνεχόμενα Παγκόσμια Κύπελλα (1962, 1966, 1970, 1974).

Στα επόμενα παιχνίδια της Σάο Πάολο στο στάδιο Μορουμπί κρατήθηκε ενός λεπτού σιγή, ενώ οι γιγαντοοθόνες του σταδίου μετέδιδαν ιστορικά του γκολ και πλάνα από τη δεκαετία του '70, όταν μεσουρανούσε ως ο κορυφαίος "αρχιτέκτονας" της μεσαίας γραμμής. 

Η Πενιαρόλ, η ομάδα με την οποία κατέκτησε 3 Copa Libertadores και 2 Διηπειρωτικά, τον τίμησε επίσημα ως έναν από τους μεγαλύτερους μύθους που φόρεσαν ποτέ τη φανέλα της. 

Τα αθλητικά μέσα ενημέρωσης σε Βραζιλία και Ουρουγουάη αφιέρωσαν πρωτοσέλιδα στην «ανυπολόγιστη κληρονομιά» που άφησε πίσω του, υπενθυμίζοντας στον κόσμο ότι ο ίδιος ο Πελέ τον θεωρούσε έναν από τους πιο χαρισματικούς αντιπάλους που αντιμετώπισε ποτέ.

Είναι ο μέσος με τα περισσότερα γκολ στην ιστορία του Copa Libertadores 36 συνολικά, και ο πρώτος Ουρουγουανός σε παρουσίες στο Copa Libertadores με 89, όπως και o μοναδικός μη Βραζιλιάνος που αναδείχθηκε πρώτος σκόρερ στο Brasileirao. Στην ψηφοφορία της IFFHS για τον κορυφαίο Νοτιοαμερικάνο ποδοσφαιριστή του 20ου αιώνα κατέλαβε την 37η θέση  



   
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...