www.goahits.blogspot.com

Διεθνές ποδόσφαιρο όπως δεν έχετε ξαναδιαβάσει!

26/8/26

Έκτορ Σκαρόνε "El Magico"


Ήταν βασικότατο στέλεχος της "grande Uruguay" των πρώτων δεκαετιών του 20ου αιώνα που κατέκτησε όποια διοργάνωση πήρε μέρος. O Hector Pedro Scarone Beretta που είχε και ευρωπαϊκή εμπειρία με το πέρασμα του από Ισπανία και Ιταλία αντίστοιχα ο πρώτος Ουρουγουανός που το τόλμησε αυτό, ήταν για πολλά χρόνια πρώτος σκόρερ της "σελέστε" μέχρι να τον ξεπεράσουν αρχικά ο Ντιέγκο Φορλάν και στην συνέχεια οι Έντινσον Καβάνι και Λουίς Σουάρες.

Γεννήθηκε στις 26 Νοεμβρίου του 1898 στο Μοντεβίδεο και έκανε τα πρώτα του ποδοσφαιρικά βήματα ως αριστερός επιθετικός στην ηλικία των 14 ετών στην Sportsman ομάδα που αγωνιζόταν στην τρίτη κατηγορία του Μοντεβίδεο, ενώ παράλληλα δούλευε και ως ταχυδρόμος.

Άν και μικρός υποστήριζε την Πενιαρόλ, στα 15 δοκίμασε την τύχη του στην Νασιονάλ, όμως το παρουσιαστικό του ύψος λίγο πάνω 1.70 και τα λεπτά του πόδια δεν εντυπωσίασε τους υπευθύνους, το ακριβώς αντίθετο. Όμως δεν πτοήθηκε, βελτίωσε τις αδυναμίες του και διεκδίκησε μια δεύτερη ευκαιρία παίζοντας στην δεύτερη ομάδα των "albos".

Μια ευκαιρία που την άρπαξε απο τα μαλλιά και ύστερα απο πέντε παιχνίδια, πήρε προαγωγή το 1917 για την πρώτη ομάδα. Μάλιστα έπαιξε μαζί με τον αδερφό του τον Κάρλος και εκεί εξέλιξε την ικανότητα του στην ντρίμπλα, το να χρησιμοποιεί και τα δύο ποδιά, όπως και το να κερδίζει κεφαλιές παρά το μικρό του ανάστημα. 

Από τους "τρικολόρες" πέρασε  σε τρεις διαφορετικές περιόδους από το 1917 έως το 1926, από το 1927 έως το 1931 και από το 1934 έως το 1939. Κατέκτησε 8 Πρωταθλήματα Ουρουγουάης το 1916, το 1917, το 1919, το 1920, το 1922, το 1923, το 1924 και το 1934. 

Κατέχει το ρεκόρ των περισσότερων ετών στον σύλλογο ενώ είναι και ο δεύτερος σκόρερ στην ιστορία της Νασιονάλ με 301 τέρματα στις 369 συμμετοχές πίσω μόνο από τον Ατίλιο Γκαρσία. Προς τιμήν του ο σύλλογος έδωσε το όνομά του σε μια από τις κερκίδες του "Estadio Gran Parque Central" εκεί όπου κάθονται οι φιλοξενούμενοι.

Μετά τις συγκλονιστικές του εμφανίσεις στα Copa America του 1917 και του 1919, οι μεγάλοι σύλλογοι του Μπουένος Άιρες κυρίως η Μπόκα Τζούνιορς και η Ρασίνγκ Κλουμπ που κυριαρχούσε τότε προσπάθησαν να τον δελεάσουν με υψηλές αμοιβές, όμως τις απέρριψε όλες λόγω της παθολογικής του αγάπης για τη Νασιονάλ.

Μετά τον θρίαμβο της Ουρουγουάης στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1924 στο Παρίσι, όπου ο Σκαρόνε μάγεψε το ευρωπαϊκό κοινό, ιταλικοί σύλλογοι μεταξύ των οποίων και η Τζένοα, η οποία είχε ισχυρούς δεσμούς με τη Λατινική Αμερική έκαναν ανεπίσημες κρούσεις. 

Ωστόσο, το ιταλικό ποδόσφαιρο βρισκόταν ακόμα σε ημι-ερασιτεχνικό στάδιο και δεν μπορούσε να ανταγωνιστεί οικονομικά τις προσφορές που θα ακολουθούσαν. Άν και δεν ήταν πρόταση από το εξωτερικό, η πιο περίεργη ιστορία συνέβη το 1917. 

Λόγω μιας εσωτερικής διαφωνίας με τη διοίκηση της Νασιονάλ, ο Σκαρόνε δέχτηκε πρόταση και αγωνίστηκε για ελάχιστα παιχνίδια με τη μικρή ομάδα Ντεφένσορ. Μετά από λίγες εβδομάδες, η Νασιονάλ κατάλαβε το λάθος της, του ζήτησε συγγνώμη και τον έφερε πίσω.

Κατα την διάρκεια της ευρωπαϊκη περιοδείας της Νασιονάλ το 1925, έδωσε 38 αγώνες στην Ευρώπη με τον Σκαρόνε να πετυχαίνει 26 γκολ, μαγεύοντας τους πάντες. Όταν επέστρεψε από την ευρωπαϊκή περιοδεία με τη Νασιονάλ το 1925, υπήρξε μια μικρή διοικητική αναστάτωση, φόρεσε για ελάχιστους αγώνες τη φανέλα των Γουόντερερς και τότε ήρθε η πρόταση-σοκ απο τους Καταλανούς να του καταθέσουν μια πρόταση-σοκ για τα δεδομένα της εποχής.

Οι διοικούντες της Μπαρτσελόνα παρουσίασαν στον «Μάγο» ένα ηγεμονικό πενταετές συμβόλαιο, το οποίο προέβλεπε απολαβές 30.000 πεσέτας τον χρόνο. Το ποσό αυτό ήταν εξωπραγματικό για τη δεκαετία του '20, μετατρέποντάς τον αυτόματα σε έναν από τους πιο ακριβοπληρωμένους αθλητές στον πλανήτη.

Εκτός από το οικονομικό σκέλος, η Μπαρτσελόνα του πρόσφερε, ηγετικό ρόλο σε μια ομάδα που ήδη διέθετε τεράστιους αστέρες, όπως ο θρυλικός Χοσέπ Σαμιτιέρ και παγκόσμια προβολή, καθώς η Μπαρτσελόνα βρισκόταν σε φάση πλήρους εκσυγχρονισμού και επαγγελματισμού, θέλοντας να κυριαρχήσει απόλυτα στο ισπανικό και ευρωπαϊκό στερέωμα

Όμως έκατσε μόνο έξι μήνες, αγωνίστηκε μόνο σε φίλικές αναμετρήσεις, αφού η Ισπανική Ομοσπονδία δεν επέτρεπε τη συμμετοχή μη Ισπανών ποδοσφαιριστών στις επίσημες διοργανώσεις, όπως το Κύπελλο Ισπανίας. 

Ο λόγος που έφυγε από την Καταλονία δεν ήταν καθαρά αγωνιστικός αφού η είσοδός του επαγγελματισμού στο ποδόσφαιρο σήμαινε ότι θα έπρεπε να υπογράψει συμβόλαιο κάτι που θα του στερούσε την δυνατότητα να αγωνιστεί με την εθνική ομάδα της χώρας του στους Ολυμπιακούς Αγώνες και για αυτό τον λόγο αποφάσισε να επιστρέψει στην πατρίδα του.

Έχοντας κερδίσει τα πάντα στη Λατινική Αμερική, το ιταλικό φλερτ αναθερμάνθηκε, και η η Ίντερ κατάφερε να τον αποκτήσει παρότι η Ιταλία του Μουσολίνι απαγόρευε τους ξένους παίκτες. Όμως επειδή ο Σκαρόνε ήταν Oriundo, ο πατέρας του είχε γεννηθεί στη Σαβόνα της Λιγουρίας, προτού μεταναστεύσει στην Ουρουγουάη. 

Αυτό του επέτρεψε να βγάλει ιταλικό διαβατήριο και να αγωνιστεί νόμιμα στη Serie A. Η Ίντερ, έχοντας τερματίσει στην απογοητευτική 5η θέση το 1931, έψαχνε μια μεταγραφική «βόμβα» για να ξαναμπεί στη διεκδίκηση του τίτλου. 

Ο Ούγγρος προπονητής της ομάδας, Ιστβάν Τοθ-Πότγια, ζήτησε έμπειρους παίκτες προσωπικότητες και η διοίκηση έφερε τον Αύγουστο του 1931 στο Μιλάνο πακέτο τον Έκτορ Σκαρόνε και τον Αργεντινό Ατίλιο Ντεμαρία

Στην Ίντερ, ο 33χρονος πλέον Σκαρόνε μοιράστηκε τα αποδυτήρια με τον νεαρό τότε Τζουζέπε Μεάτσα. Παρά το γεγονός ότι ο Ουρουγουανός ταλαιπωρήθηκε από τραυματισμούς και έπαιξε μόνο 14 ματς, σκοράροντας 7 γκολ, η επίδρασή του στον Μεάτσα ήταν μνημειώδης.

Ο Μεάτσα (ο κορυφαίος σκόρερ στην ιστορία της Ίντερ) δήλωσε χρόνια μετά: «Έχω αντιμετωπίσει αμέτρητους αντιπάλους και έχω δει σπουδαίους παίκτες στη ζωή μου, αλλά για μένα, ο Έκτορ Σκαρόνε ήταν ο καλύτερος από όλους».

Ο Ούγγρος προπονητής Ιστβάν Τοθ, ο οποίος είχε εισηγηθεί την απόκτηση του Σκαρόνε, απολύθηκε στο τέλος της σεζόν 1931/1932. Ο αντικαταστάτης του, ο θρυλικός Αυστριακός Βιέντσελ Ρέπαν (Arpad Weisz), ήθελε να χτίσει μια ομάδα με πολύ μεγαλύτερη ταχύτητα και ένταση., ο Σκαρόνε, βαδίζοντας στα 34 του χρόνια, θεωρήθηκε πολύ αργός για το νέο αγωνιστικό πλάνο, παρά την αδιαμφισβήτητη τεχνική του κατάρτιση.

Κατά τη διάρκεια της μοναδικής του χρονιάς στο Μιλάνο, ο «Μάγος» ταλαιπωρήθηκε από μυϊκά προβλήματα. Αν και η ποιότητά του ήταν εμφανής (7 γκολ σε 14 εμφανίσεις), η διοίκηση της Ίντερ έκρινε ότι το υψηλό του συμβόλαιο δεν δικαιολογούταν για έναν παίκτη που έχανε τα μισά παιχνίδια της σεζόν.

Το καλοκαίρι του 1932, η Παλέρμο προβιβάστηκε για πρώτη φορά στην ιστορία της στη Serie A και ο πρόεδρος του συλλόγου, Φραντσέσκο Μπαρμπέρα (γόνος της γνωστής οικογένειας εμπόρων καφέ), ήθελε να κάνει μια ηχηρή μεταγραφή για να ενθουσιάσει τον κόσμο της Σικελίας και να εξασφαλίσει την παραμονή στην κατηγορία.

Προσέγγισε την Ίντερ και τον παίκτη, προσφέροντας ηγεμονικές απολαβές στον Σκαρόνε, εκμεταλλευόμενη τις κρατικές επιχορηγήσεις και τη στήριξη των τοπικών αρχών της Σικελίας, εγγυημένη θέση βασικού και τον απόλυτο ρόλο του ηγέτη μέσα στο γήπεδο.

Η Ίντερ άναψε εύκολα το «πράσινο φως» για την παραχώρησή του, μετακόμισε στον ιταλικό Νότο, όπου αγωνίστηκε για δύο σεζόν (1932–1934), βοηθώντας το Παλέρμο να σταθεροποιηθεί στη μεγάλη κατηγορία προτού επιστρέψει οριστικά στην πατρίδα του, έχοντας 54 συμμετοχές και 13 γκολ.

Όταν επέστρεψε οριστικά από την Ιταλία και το Παλέρμο, δεν πήγε αμέσως στη Νασιονάλ. Αγωνίστηκε για σύντομο διάστημα στους Μοντεβιδέο Γουόντερερς, πραγματοποιώντας συμβολικές εμφανίσεις, προτού μετακινηθεί ξανά στην αγαπημένη του Νασιονάλ για να κλείσει εκεί την καριέρα του ως παίκτης-προπονητής το 1939.

Την περίοδο 1940-1941, ο Σκαρόνε ταξίδεψε στην Κολομβία, μια χώρα που τότε άρχιζε να αναπτύσσει έντονα το ποδόσφαιρό της και ανέλαβε τη Μιγιονάριος με σκοπό να της μεταδώσει τη νοοτροπία του νικητή και το τεχνικό στυλ παιχνιδιού της σχολής της Ουρουγουάης. 

Η θητεία του εκεί έβαλε τις βάσεις για την οργάνωση του συλλόγου, ο οποίος χρόνια αργότερα θα γινόταν υπερδύναμη. Στις αρχές του 1947 ανέλαβε επίσημα ως προπονητής και παρέμεινε μέχρι τις αρχές του 1948, κατέκτησε το Πρωτάθλημα του 1947 και το Copa Río de la Plata κόντρα στην Σαν Λορέντσο και σε 28 αγώνες είχε 16 νίκες, 6 ισοπαλίες και 6 ήττες.

Αποχώρησε από τον πάγκο της Νασιονάλ Μοντεβιδέο τον Απρίλιο του 1948, λίγο πριν από την έναρξη των επίσημων αγώνων της νέας σεζόν. Μετά την κατάκτηση του τίτλου, ζήτησε την ανανέωση του ρόστερ και την απόκτηση συγκεκριμένων ποδοσφαιριστών για να κρατήσει την ομάδα στην κορυφή.

Η διοίκηση της Νασιονάλ, ωστόσο, είχε διαφορετική φιλοσοφία εκείνη την περίοδο, προτιμώντας να στηριχθεί στους ήδη υπάρχοντες παίκτες και στις ακαδημίες, γεγονός που προκάλεσε σοβαρή ρήξη και δυσαρέσκεια ανάμεσα στις δύο πλευρές.

Αν και ο Σκαρόνε ήταν ο απόλυτος μύθος του συλλόγου ως ποδοσφαιριστής, ως προπονητής δεχόταν διαρκώς κριτική και συγκρίσεις με τον προκάτοχό του, Ενρίκε Φερνάντες. Ο Φερνάντες είχε παρουσιάσει ένα πολύ πιο θεαματικό στυλ παιχνιδιού πριν αποχωρήσει για την Μπαρτσελόνα, και ένα μέρος των φιλάθλων και του τύπου δεν ήταν πλήρως ικανοποιημένο από την τακτική προσέγγιση του Σκαρόνε, παρά τα νικηφόρα αποτελέσματα.

Το κλίμα στο ποδόσφαιρο της Ουρουγουάης ήταν εξαιρετικά τεταμένο στις αρχές του 1948, οι ποδοσφαιριστές είχαν αρχίσει να οργανώνονται για να διεκδικήσουν επαγγελματικά δικαιώματα και αναγνώριση του ΠΣΑΠ της χώρας.

Αυτή η εσωτερική αναταραχή οδήγησε τελικά στη μεγάλη απεργία του Οκτωβρίου του 1948 που διέκοψε το πρωτάθλημα. Όντας άνθρωπος της παλιάς σχολής και ρομαντικός ερασιτέχνης, ένιωσε ότι το ποδοσφαιρικό περιβάλλον άλλαζε με τρόπο που δεν τον εξέφραζε, επιλέγοντας να αποστασιοποιηθεί προσωρινά από τους πάγκους.

Μετά απο την Νασιονάλ είχε δεχτεί κρούσεις από μικρότερους συλλόγους της πατρίδας του για να αναλάβει ρόλο τεχνικού διευθυντή ή συμβούλου. Η Νασιονάλ εξέταζε πάντα την επιστροφή του στις ακαδημίες της.

Δεν υπήρχε άλλη επίσημη πρόταση από την Ευρώπη, στις αρχές της δεκαετίας του '50, οι ευρωπαϊκές ομάδες σπάνια εμπιστεύονταν Νοτιοαμερικανούς για τη θέση του πρώτου προπονητή, λόγω της έλλειψης γνώσης των ευρωπαϊκών τακτικών.

Στις αρχές του 1951, ο Σαντιάγο Μπερναμπέου είχε εντυπωσιαστεί από τον θρίαμβο της Ουρουγουάης στο Μουντιάλ του 1950 (το περίφημο Maracanazo) και ήθελε να φέρει στη Μαδρίτη την ψυχολογία του νικητή, την τεχνική κατάρτιση και το ελεύθερο, επιθετικό στυλ της σχολής της Νότιας Αμερικής. 

Είχε πενιχρή εμπειρία ως προπονητής, ωστόσο, το όνομά του ως ποδοσφαιριστής παρέμενε μυθικό. Στο πρόσωπό του είδε μια τεράστια προσωπικότητα που θα μπορούσε να εμπνεύσει σεβασμό. Όταν υπέγραψε στις 18 Μαρτίου 1951, η επίσημη εφημερίδα της Ρεάλ τον παρουσίασε με κάθε επισημότητα ως «Τρεις φορές Παγκόσμιο Πρωταθλητή» (προσμετρώντας τα Ολυμπιακά χρυσά του 1924 και 1928, μαζί με το Μουντιάλ του 1930). 

Έγινε έτσι ο πρώτος Νοτιοαμερικανός προπονητής στην ιστορία της «Βασίλισσας», ανέλαβε την ομάδα 4 αγωνιστικές πριν από το τέλος, αντικαθιστώντας τον Μάικλ Κίπινγκ. Έκανε το ντεμπούτο του στις 15 Απριλίου 1951 με νίκη 2-1 επί της Βαλένθια. Τερμάτισε στην 9η θέση της βαθμολογίας.

Την σεζόν 1951-1952, προυσίασε μια τρομερά επιθετική ομάδα (σκόραρε 84 γκολ), αλλά οι 9 ήττες (μεταξύ των οποίων ένα βαρύ 4-2 από την Μπαρτσελόνα) περιόρισαν τη Ρεάλ στην 3η θέση, πίσω από την πρωταθλήτρια Μπαρτσελόνα και τη δεύτερη Αθλέτικ Μπιλμπάο.

Τόσο το 1951 όσο και το 1952 στο Κύπελλο αποκλείστηκε στα ημιτελικά απο την Μπαρτσελόνα και την Βαλένθια αντίστοιχα. Ο αποκλεισμός από τη Βαλένθια στο Κύπελλο στις 20 Απριλίου 1952, σε συνδυασμό με την απώλεια του πρωταθλήματος, σφράγισε το τέλος του. 

Ο Μπερναμπέου, παρά την εκτίμηση που του είχε, αποφάσισε να μην ανανεώσει το συμβόλαιό του και αποχαιρέτησε επίσημα τον σύλλογο στις 23 Απριλίου 1952, ύστερα απο 48 παιχνίδια με 25 νίκες, 9 ισοπαλίες και 14 ήττες.

Ο «Μάγος» ήταν πλέον σε μια ηλικία που δεν επιθυμούσε τη σκληρή καθημερινότητα και την έντονη πίεση των ευρωπαϊκών γηπέδων. Στις αρχές της δεκαετίας του '50, το ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο άρχισε να γίνεται εξαιρετικά τακτικό και αμυντικό και το άκρως επιθετικό και ελεύθερο στυλ που εφάρμοσε ο Σκαρόνε στη Ρεάλ (που δέχτηκε 56 γκολ σε 36 ματς πρωταθλήματος) θεωρήθηκε από τους Ευρωπαίους παράγον παράγοντες της εποχής ως «αφελές» για τα δεδομένα των μεγάλων κλαμπ.

Έτσι η  μοναδική επίσημη πρόταση που αποδέχτηκε μετά την Ισπανία ήρθε από την αγαπημένη του Νασιονάλ Μοντεβιδέο το 1954. Η διοίκηση του συλλόγου της Ουρουγουάης του πρότεινε να εενταχθεί σε ένα τεχνικό δίδυμο (τεχνική επιτροπή) και όχι για να αναλάβει ως αυτόνομος πρώτος προπονητής.

Πρώτος προπονητής στο οργανόγραμμα είχε οριστεί ο Έκτορ Ρομέρο και η πρόταση στον Σκαρόνε έγινε για τη θέση του άμεσου συνεργάτη και τεχνικού συμβούλου, ώστε οι δύο άνδρες να διοικήσουν την ομάδα από κοινού.

Στην καθημερινότητα και στις προπονήσεις, λόγω του τεράστιου ονόματός του και της πρόσφατης εμπειρίας του στη Ρεάλ Μαδρίτης, λειτουργούσε στην πράξη ως συμπρωταγωνιστής στον πάγκο. Οι αποφάσεις για την τακτική λαμβάνονταν από κοινού με τον Ρομέρο, γι' αυτό και σε πολλές λίστες της εποχής αναφέρονται μαζί ως «πρώτοι προπονητές».

Παράλληλα, επειδή είχε μείνει χρόνια μακριά από την καθημερινότητα του ποδοσφαίρου της Ουρουγουάης, η παρουσία του Ρομέρο δίπλα του εξασφάλιζε ότι υπήρχε ένας άνθρωπος που γνώριζε άριστα το τρέχον εγχώριο υλικό.

Παρόλο που στα χαρτιά δεν ήταν ο «αρχηγός», η προσωπικότητά του ήταν τόσο επιβλητική που οι παίκτες τον αντιμετώπιζαν ως τον πραγματικό ηγέτη του πάγκου.

Κατά τη διάρκεια αυτής της κοινής θητείας, συνέβη το απίστευτο περιστατικό όπου ο 55χρονος Σκαρόνε χρειάστηκε να μπει στο γήπεδο και να αγωνιστεί για μία και μοναδική φορά σε ένα ανεπίσημο φιλικό επίδειξης της Νασιονάλ

Το δίδυμο Ρομέρο-Σκαρόνε παρέμεινε στον πάγκο μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου του  1954, καθώς το 1955 η Νασιονάλ προχώρησε σε αλλαγή σελίδας.  Αποχαιρέτησε οριστικά τον πάγκο της πρώτης ομάδας και επέστρεψε άμεσα στον αγαπημένο του ρόλο ως διευθυντής και σύμβουλος των τμημάτων υποδομής της Νασιονάλ, όπου συνέχισε να διαμορφώνει τα νέα ταλέντα του συλλόγου μακριά από την πίεση των αποτελεσμάτων.

Με την εθνική ομάδα της χώρας του έκανε ντεμπούτο στις 2 Σεπτεμβρίου του 1917 απέναντι στην Αργεντινή στο πλαίσιο του Newton Cup. Κατέκτησε τέσσερα Πρωταθλήματα Νοτίου Αμερικής το 1917, το 1923, το 1924 και το 1926 και δύο ολυμπιακά χρυσά μετάλλια στις διοργανώσεις του 1924 στο Παρίσι και το 1928 στο Άμστερνταμ.

Για χάρη του άλλαξε ένας κανονισμός που ίσχυε μέχρι τότε, πιο συγκεκριμένα στους Ολυμπιακούς του 1924 στον τελικό με την Ελβετία, σκόραρε με απευθείας εκτέλεση κόρνερ αλλά το γκολ ακυρώθηκε, αφού κάτι τέτοιο δεν επιτρεπόταν τότε. Η FIFA σε λιγότερο από έναν μήνα άλλαξε αυτόν τον κανονισμό και πλέον μετρούσαν κανονικά.

Η μεγαλύτερη όμως επιτυχία ήρθε στο παρθενικό Παγκόσμιο Κύπελλο που διοργανώθηκε στην Ουρουγουάη και αγωνίστηκε σε τρία παιχνίδια, απέναντι στην Ρουμανία όπου σκόραρε, στον ημιτελικό απέναντι στην Γιουγκοσλαβία και στον τελικό απέναντι στην Αργεντινή πανηγυρίζοντας τον τίτλο του Παγκόσμιου Πρωταθλητή που ήταν και η τελευταία του παρουσία με την εθνική.

Ήταν πρώτος σκόρερ στις διοργανώσεις του Πρωταθλήματος Νότιας Αμερικής το 1917, το 1926 όπου μάλιστα απέναντι στην Βολιβία πέτυχε πέντε γκολ ο μοναδικός μέχρι σήμερα που το έχει καταφέρει και το 1927. Με τα 13 γκολ που πέτυχε στα Copa America κατέχει την 5η θέση στην λίστα των σκόρερ όλων των εποχών.

Συνολικά φόρεσε την φανέλα της σε 51 αναμετρήσεις πετυχαίνοντας 31 γκολ και κατέχει πλέον την τέταρτη θέση στην λίστα των σκόρερ όλων των εποχών. Πέρα απο το προσωνύμιο "μάγος", του δόθηκε και το προσωνύμιο "Γκαρντέλ του ποδοσφαίρου" με τον Κάρλος Γκαρντέλ να είναι ο μεγαλύτερος χορευτής τάγκο εκείνης της εποχής. 

Επίσης ο μυθικός Ισπανός τερματοφύλακας Ρικάρντο Θαμόρα τον χαρακτήρισε ως το σύμβολο του ποδοσφαίρου. Ο θάνατος του Έκτορ Σκαρόνε επήλθε το βράδυ της 4ης Απριλίου 1967 στο Μοντεβιδέο, σε ηλικία 68 ετών, λόγω καρδιακού επεισοδίου ανακοπής.

Το απόγευμα της 4ης Απριλίου πήγε στο Στάδιο Σεντενάριο, συνοδευόμενος από τον καλό του φίλο και παλιό συμπαίκτη, Πέδρο Σέα. Παρακολούθησαν μαζί την αναμέτρηση της Νασιονάλ εναντίον της Κλουμπ Γκουαρανί από την Παραγουάη για το Copa Libertadores στον οποίο η Νασιονάλ επικράτησε.

 Λίγες ώρες μετά τη λήξη του αγώνα, κατά τη διάρκεια της νύχτας, υπέστη την καρδιακή προσβολή που του στέρησε τη ζωή. Η κηδεία του μετατράπηκε σε λαϊκό προσκύνημα, η σορός του μεταφέρθηκε στην έδρα της Νασιονάλ και καλύφθηκε με τη σημαία του συλλόγου και της Ουρουγουάης.

Το πιο συγκλονιστικό στιγμιότυπο εκτυλίχθηκε πάνω από το φέρετρό του στο Κεντρικό Νεκροταφείο, όταν στον επικήδειο ο συμπαίκτης του Χοσέ Νασάτσι τον αποχαιρέτησε λέγοντας χαρακτηριστικά: «Ήμασταν νέοι, ήμασταν νικητές, ήμασταν ενωμένοι, πιστεύαμε ότι ήμασταν άφθαρτοι».

Η Βόρεια Κερκίδα του ιστορικού σταδίου Gran Parque Central της έδρας της Νασιονάλ φέρει επίσημα το όνομά του, κερκίδα «Héctor Scarone». Είναι η κερκίδα που παραδοσιακά φιλοξενεί τους πιο πιστούς οπαδούς του συλλόγου, κρατώντας τη μνήμη του ζωντανή σε κάθε εντός έδρας αγώνα.

Στο επίσημο μουσείο της ομάδας, η προτομή του, τα προσωπικά του αντικείμενα (όπως παλιά παπούτσια και φανέλες) και τα μετάλλιά του κατέχουν την κεντρικότερη θέση, αποτελώντας σύμβολο της «ρομαντικής πίστης» καθώς αρνήθηκε τα εκατομμύρια της Ευρώπης για να μείνει στην πατρίδα του.

Η Παγκόσμια Ομοσπονδία Ποδοσφαίρου τον έχει συμπεριλάβει επίσημα στη λίστα με τους «Κλασικούς Παίκτες»  της ιστορίας, αναγνωρίζοντάς τον ως τον κορυφαίο επιθετικό της δεκαετίας του 1920.

Στη μεγάλη ψηφοφορία της Διεθνούς Ομοσπονδίας Ιστορίας και Στατιστικής του Ποδοσφαίρου (IFFHS) για την ανάδειξη των κορυφαίων του 20ού αιώνα,  ψηφίστηκε ανάμεσα στους 20 καλύτερους ποδοσφαιριστές της Νότιας Αμερικής και ως ο 4ος κορυφαίος παίκτης στην ιστορία της Ουρουγουάης.

Σε μια αναδρομική, τιμητική μελέτη της γαλλικής εφημερίδας L'Équipe για το ποιοι θα είχαν κερδίσει τη Χρυσή Μπάλα αν ο θεσμός υπήρχε πριν από το 1956, υποδείχθηκε ως ο απόλυτος κυρίαρχος του κόσμου για το έτος 1928, μετά τον θρίαμβό του στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Άμστερνταμ.




   

   
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...