Άν και αρχικά ασχολήθηκε ως γυμναστής φυσικής αγωγής ο Juan Lopez Fontana είχε την τύχη να βρει στον δρόμο του τον Αλμπέρτο Σουπίτσι αποτελώντας τον "μέντορα" του στην προπονητική και έμελλε να είναι ο προπονητής της εθνικής Ουρουγουάης στο "σημαδιακό" Παγκόσμιο Κύπελλο του 1950 και στην κατάκτηση του δεύτερου Παγκοσμίου Κυπέλλου της ιστορίας της
Γεννήθηκε στις 15 Μαρτίου του 1908 στο Μοντεβίδεο και όπως αναφέραμε η αρχική του ενασχόληση με το ποδόσφαιρο ήταν ως γυμναστής φυσικής αγωγής στην ομάδα Central Espanol Futbol Club προπονητής της οποίας ήταν ο Αλμπέρτο Σουπίτσι. Χάρις στον Σουπίτσι ο οποίος του δίδαξε τα μυστικά της προπονητικής.
Στις 2 Δεκεμβρίου 1947 αναλαμβάνει για πρώτη φορά την τεχνική ηγεσία της εθνικής ομάδας της Ουρουγουάης, στην νίκη της με 2-0 επί της Κολομβίας για το Πρωτάθλημα Νοτίου Αμερικής στο Εκουαδόρ.
Το 1950 θα την οδηγήσει στην κατάκτηση του δεύτερου Παγκοσμίου Κυπέλλου στα γήπεδα της Βραζιλίας. Στον περίφημο αγώνα του Μαρακανά που έμεινε στην ιστορία ως "Maracanazzo" με τους οικοδεσπότες να θέλουν ένα βαθμό να προηγούνται αλλά οι Σκιαφίνο και Γκίγκια ήταν αυτοί που είπαν την τελευταία λέξη.
Λίγο πριν από τον τελικό, ο Λόπεζ άλλαξε τους ρόλους στην άμυνα, διέταξε τον δεξιό του αμυντικό, Σουμπία, να εγκαταλείψει τη ζώνη του και να παίξει προσωπική άμυνα πάνω στον αριστερό εξτρέμ της Βραζιλίας, Τσίκο.
Αυτή η κίνηση επέτρεψε στον αρχηγό Όμπντουλιο Βαρέλα να μείνει ελεύθερος στο κέντρο, να ελέγξει τον ρυθμό και να κόψει τις πάσες προς τον πρώτο σκόρερ του Μουντιάλ, Αντεμίρ, η Βραζιλία με αυτόν τον τρόπο «βραχυκύκλωσε» επιθετικά.
Πριν από τον τελικό, οι διοικούντες την Ομοσπονδία της Ουρουγουάης, φοβούμενοι μια συντριβή μέσα στο γεμάτο Μαρακανά, καθώς η Βραζιλία είχε βάλει 7 γκολ στη Σουηδία και 6 στην Ισπανία, μπήκαν στα αποδυτήρια και είπαν στους παίκτες: «Παίξτε αμυντικά, αν χάσουμε με λιγότερα από τέσσερα γκολ, η αποστολή είναι επιτυχημένη».
Ο Χουάν Λόπεζ, σε απόλυτη συνεννόηση με τον αρχηγό του, Όμπντουλιο Βαρέλα, ανέτρεψε πλήρως αυτή την εντολή μόλις έφυγαν οι διοικούντες. Αντί για παθητική άμυνα, εφάρμοσε ένα πλάνο στοχευμένων αντεπιθέσεων και ζήτησε από την ομάδα να αντέξει την πίεση στο πρώτο ημίχρονο.
Μετά να χτυπήσει στις πλάτες των Βραζιλιάνων αμυντικών χρησιμοποιώντας την ταχύτητα του Αλσίντες Γκίγκα, η τακτική αυτή λειτούργησε τέλεια στο δεύτερο ημίχρονο, οδηγώντας στην ανατροπή από 1-0 σε 1-2.
Το 1952 ανέλαβε την τεχνική ηγεσία της Πενιαρόλ μέχρι και το 1955 με την οποία κατέκτησε 2 Πρωταθλήματα το 1953 και το 1954, ενώ παράλληλα οδήγησε και πάλι την Ουρουγουάη σε τελική φάση Παγκοσμίου Κυπέλλου στην Ελβετία όπου και κατέλαβε την τέταρτη θέση, έχοντας σε 32 αγώνες, 16 νίκες, 5 ισοπαλίες και 11 ήττες.
Μετά την κατάκτηση του Μουντιάλ το 1950 και την εξαιρετική παρουσία (4η θέση) το 1954, η μεγάλη ομάδα της Ουρουγουάης άρχισε να κλείνει τον κύκλο της αφού κορυφαίοι παίκτες-κολώνες εκείνης της εποχής είχαν αρχίσει να αποσύρονται ή να περνούν το ζενίθ τους.
Κατά τη διάρκεια του 1955, η Ουρουγουάη είχε ορισμένα ανεπιτυχή αποτελέσματα (όπως στο Copa America του 1955, όπου τερμάτισε στην 4η θέση πίσω από Αργεντινή, Χιλή και Περού). Αυτό έφερε πίεση για αλλαγή προσώπων και φιλοσοφία και η ομοσπονδία αποφάσισε να προχωρήσει σε πλήρη αναδιοργάνωση ενόψει των προκριματικών του Μουντιάλ του 1958.
Τη θέση του πήρε αρχικά για λίγο ο Χουάν Κάρλος Κοράτσο, παππούς του Ντιέγκο Φορλάν και στη συνέχεια ο Ούγκο Μπανιούλο. Η αποχώρησή του έγινε σε απόλυτα φιλικό κλίμα και με βαθύ σεβασμό προς το πρόσωπό του, άλλωστε, η εκτίμηση της Ομοσπονδίας προς τον «Χουαντσίτο» ήταν μεγάλη.
Κατά την διάρκεια της παρουσίας του στην εθνική στις 23 Μαϊου ανέλαβε την Πενιαρόλ μέχρι και τις 23 Ιανουαρίου 1955, κατακτώντας δύο Πρωταθλήματα το 1953 και το 1954 και σε 167 αγώνες είχε 116 νίκες, 24 ισοπαλίες και 27 ήττες.
Κατά τη διάρκεια του 1953 και του 1954, ο Λόπεζ έκανε κάτι εξαιρετικά επίπονο, ήταν ταυτόχρονα πρώτος προπονητής στην Πενιαρόλ και στην Εθνική Ουρουγουάης. Η καθημερινή πίεση του πρωταθλητισμού, σε συνδυασμό με την απαιτητική προετοιμασία και το ταξίδι για το Μουντιάλ του 1954 στην Ελβετία, προκάλεσαν μεγάλη πνευματική και σωματική κόπωση.
Μετά την ολοκλήρωση του πρωταθλήματος του 1954, το οποίο τελείωσε εκτός ημερολογιακού έτους, τον Ιανουάριο του 1955, η Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία της Ουρουγουάης ζήτησε από τον Λόπεζ να αφοσιωθεί αποκλειστικά στην εθνική ομάδα, καθώς πλησίαζε το απαιτητικό Πρωτάθλημα Νοτίου Αμερικής του 1955 στη Χιλή.
Έχοντας κατακτήσει δύο συνεχόμενα πρωταθλήματα και έχοντας οδηγήσει την Πενιαρόλ στην κορυφή, ο Λόπεζ ένιωσε ότι έκλεισε ιδανικά ο κύκλος του στον σύλλογο.
Η συνέχεια ήταν δύσκολη, παρουσίασε κακό αγωνιστικό πρόσωπο και η πίεση κορυφώθηκε στο Copa America του 1957 (Μάρτιος-Απρίλιος) στο Περού. Παρά την 3η θέση, η ομάδα υπέστη βαριές και ταπεινωτικές ήττες (όπως το 4-0 από την Αργεντινή και το 3-2 από το Περού), γεγονός που οδήγησε στην απόλυση του Μπανιούλο.
Για πρώτη φορά στην ιστορία των Παγκοσμίων Κυπέλλων, η Ουρουγουάη ήταν υποχρεωμένη να παίξει προκριματικούς αγώνες για να προκριθεί στο Μουντιάλ του 1958 στη Σουηδία, στις προηγούμενες διοργανώσεις προκρινόταν είτε ως κάτοχος, είτε λόγω αποχωρήσεων άλλων ομάδων.
Η Ομοσπονδία πανικοβλήθηκε από το ενδεχόμενο ενός ιστορικού αποκλεισμού και μέσα σε αυτό το κλίμα αβεβαιότητας, στράφηκε στον άνθρωπο που ήξερε καλύτερα από τον καθένα τα αποδυτήρια, είχε την απόλυτη αποδοχή των παικτών και, κυρίως, το στάτους του Παγκόσμιου Πρωταθλητή.
Ο «Χουαντσίτο» θεωρήθηκε η μοναδική προσωπικότητα που μπορούσε να ενώσει την ομάδα και να φέρει άμεσα αποτελέσματα μέσα σε ελάχιστο χρόνο. Στις 23 Φεβρουαρίου του 1957 ανέλαβε επίσημα και καθοδήγησε την ομάδα στο Πρωτάθλημα Νότιας Αμερικής στο Περού. και το πρώτο του παιχνίδι σε αυτή τη θητεία ήταν η νίκη με 5-2 επί του Ισημερινού στις 7 Μαρτίου.
Κάθισε στον πάγκο για τα 4 κρίσιμα παιχνίδια των Προκριματικών του Παγκοσμίου Κυπέλλου. απο τις 16 Ιουνίου έως τις 28 Ιουλίου του 1957, η θητεία του ολοκληρώθηκε ουσιαστικά αμέσως μετά το τελευταίο ματς των προκριματικών και τη νίκη 2-0 επί της Παραγουάης στις 28 Ιουλίου.
Στις 31 Ιουλίου του 1957, έληξε και τυπικά το συμβόλαιό του με την Ομοσπονδία, μετά την αποτυχία της ομάδας να προκριθεί στα τελικά του Μουντιάλ του 1958 έχοντας σε 12 αγώνες, όπου είχε 6 νίκες, 3 ισοπαλίες και 3 ήττες.
Επανήρθε για τρίτη και τελευταία φορά στον πάγκο των "charruas" όταν η ποδοσφαιρική Ομοσπονδία της Ουρουγουάης, έκλεισε έναν πολύ σπουδαίο και εμπορικό φιλικό αγώνα στο Μοντεβιδέο εναντίον της ισχυρής Σοβιετικής Ένωσης για τις 4 Δεκεμβρίου 1965.
Για τη συγκεκριμένη αναμέτρηση, η Ομοσπονδία χρειαζόταν έναν άνθρωπο κοινής αποδοχής, που θα μπορούσε να διαχειριστεί την ομάδα και ταυτόχρονα να προσδώσει ιστορικό κύρος στον αγώνα. Δεν είχε απομακρυνθεί ποτέ ουσιαστικά από το ποδόσφαιρο της χώρας, εργαζόταν σταθερά ως σύμβουλος, μέλος τεχνικών επιτροπών της ομοσπονδίας και «στρατιώτης» της εθνικής ομάδας.
Όταν του ζητήθηκε να καθίσει ξανά στον πάγκο ως πρώτος προπονητής αποκλειστικά για αυτό το ματς, δέχθηκε αμέσως από σεβασμό. Η Ουρουγουάη, παρά το γκολ του σπουδαίου Πέδρο Ρότσα, ηττήθηκε με 1-3 από τους Σοβιετικούς και αμέσως μετά τη λήξη, ο Λόπεζ παρέδωσε ξανά τα ηνία, επιστρέφοντας στον ρόλο του συμβούλου, έχοντας σε 45 παιχνίδια, 22 νίκες, 8 ισοπαλίες και 15 ήττες και βρίσκεται στην πέμπτη θέση της λίστας.
Στις 3 Οκτωβρίου του 1959 ανέλαβε την εθνική Εκουαδόρ μέχρι και τις 18 Δεκεμβρίου του 1960 σε 7 αγώνες όπου είχε 1 νίκη, 1ισοπαλία και 5 ήττες, οδηγώντας την στο Πρωτάθλημα Νοτίου Αμερικής το 1959 και στα πρώτα παιχνίδια που έδωσε για την προκριματική φάση του Παγκοσμίου Κυπέλλου της Χιλής το 1962 κόντρα στην Αργεντινή.
Θεωρούσε τον εαυτό του «στρατιώτη» του ποδοσφαίρου της χώρας του και μετά την εμπειρία του στον Ισημερινό, αποφάσισε ότι δεν ήθελε πλέον να δουλέψει μακριά από το Μοντεβιδέο, ούτε να μπει στη διαδικασία της καθημερινής πίεσης ενός συλλόγου.
Στις αρχές της δεκαετίας του 1960, η Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία της Ουρουγουάης εισήγαγε ένα νέο σύστημα διοίκησης για την εθνική, καταργώντας τον έναν απόλυτο προπονητή και δημιουργώντας «τεχνικές επιτροπές» από κορυφαίες προσωπικότητες.
Ο Λόπεζ προτίμησε να ενταχθεί σε αυτές τις επιτροπές λόγω του τεράστιου κύρους του. Αντί να είναι ο πρώτος προπονητής που θα δεχόταν την κριτική των αποτελεσμάτων, επέλεξε τον παρασκήνιο ρόλο του συμβούλου.
Συμμετείχε στο τεχνικό τιμ της εθνικής, καθοδηγώντας την ομάδα μαζί με τον Χουάν Κάρλος Κοράτσο στο Παγκόσμιο Κυπελλο της Χιλής το 1962. Εργάστηκε ως τεχνικός σύμβουλος δίπλα στον προπονητή Ρομπέρτο Πόρτα, βοηθώντας την Ουρουγουάη να φτάσει ξανά μέχρι τα ημιτελικά του κόσμου και την 4η θέση στο Παγκόσμιο Κύπελο του 1970 στο Μεξικό.
Μαζί με τους εναπομείναντες παίκτες της χρυσής γενιάς του 1950, όπως ο Όμπντουλιο Βαρέλα και ο Αλσίντες Γκίγκια), συμμετείχε σε επίσημες εκδηλώσεις, επετείους και βραβεύσεις για το έπος του «Μαρακανάζο».
Λόγω των αρχικών του σπουδών ως καθηγητής φυσικής αγωγής, διατήρησε επαφή με τον σχολικό και ερασιτεχνικό αθλητισμό, προωθώντας τη σημασία της φυσικής κατάστασης στους νέους. Στα τελευταία χρόνια της ζωής του, επέλεξε να αποτραβηχτεί από τα ΜΜΕ και διατήρησε ένα χαμηλό προφίλ,
Απολάμβανε την καθολική αναγνώριση και τον σεβασμό ολόκληρου του ποδοσφαιρικού πλανήτη ως ο «αρχιτέκτονας» της μεγαλύτερης έκπληξης στην ιστορία των Παγκοσμίων Κυπέλλων.
Έφυγε από την ζωή σε ηλικία 75 ετών στις 4 Οκτωβρίου του 1983 στο Μοντεβίδεο από φυσικά αίτια. Η κηδεία του οργανώθηκε με μεγάλες τιμές και μετατράπηκε σε λαϊκό προσκύνημα, η σορός του εκτέθηκε σε λαϊκό προσκύνημα, όπου σύσσωμος ο αθλητικός και πολιτικός κόσμος της χώρας έσπευσε να τον αποχαιρετήσει.
Το φέρετρό του μετέφεραν, βαθιά συγκινημένοι, οι ίδιοι οι παίκτες που είχε καθοδηγήσει στο έπος του 1950, ανάμεσά τους ο αρχηγός Όμπντουλιο Βαρέλα και ο Αλσίντες Γκίγκια. Τάφηκε στο ιστορικό Κοιμητήριο του Μοντεβιδέο, σε οικογενειακό τάφο, με την Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία να αναλαμβάνει την κάλυψη των τιμών.
Μία από τις μεγαλύτερες τιμές προς το πρόσωπό του είναι η τοποθέτηση της προτομής του στο Μουσείο Ποδοσφαίρου, το οποίο στεγάζεται μέσα στο θρυλικό Στάδιο Σεντενάριο και βρίσκεται δίπλα στα αναμνηστικά της χρυσής ομάδας του 1950.
Το όνομά του έχει δοθεί σε δρόμο του Μοντεβιδέο, ως ελάχιστος φόρος τιμής για την κοινωνική και αθλητική του προσφορά στη χώρα. Κάθε χρόνο στις 4 Οκτωβρίου, ημέρα του θανάτου του και στις 16 Ιουλίου, επέτειος του Μαρακανάζο η Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία της Ουρουγουάης εκδίδει επίσημες ανακοινώσεις μνήμης, χαρακτηρίζοντάς τον σταθερά ως «Αιώνιο Μέντορα» και «Θρύλο» του παγκόσμιου ποδοσφαίρου.
Σε επίσημα αφιερώματα της FIFA για την ιστορία των Μουντιάλ, ο Χουάν Λόπεζ μνημονεύεται πάντα ως ένας από τους ελάχιστους προπονητές-στρατηγούς που κατάφεραν να κερδίσουν Παγκόσμιο Κύπελλο χωρίς να έχουν παίξει ποτέ επαγγελματικό ποδόσφαιρο.
