www.goahits.blogspot.com

Διεθνές ποδόσφαιρο όπως δεν έχετε ξαναδιαβάσει!

16/8/26

Νέστορ Σενσίνι "Boquita"

Πρόκειται για έναν από τους πιο αξιόπιστους αμυντικούς που ανέδειξε το αργεντίνικο ποδόσφαιρο την τελευταία εικοσιπενταετία. Ο Ρομπέρτο Νέστορ Σενσίνι που τα τελευταία χρόνια ασχολείται με την προπονητική ήταν βασικό και αναντικατάστατο μέλος της "αλμπισελέστε", πέρασε όλη σχεδόν την καριέρα του στα γήπεδα της Ιταλίας κατακτώντας εγχώριους και διεθνείς τίτλους.

Γεννήθηκε στις 12 Οκτωβρίου του 1966 στην πόλη Αρόγιο Σέκο στην επαρχία της Σάντα Φε και η πρώτη του ομάδα ήταν η Νιούελς Όλντ Μπόις από το 1986 έως το 1989 με 89 συμμετοχές και 2 γκολ, φτάνοντας στην κατάκτηση του Πρωταθλήματος το 1988, ενώ την ίδια χρονιά έφτασε και στον τελικό του Copa Libertadores

Οι εμφανίσεις του με την "λέπρα" του έδωσαν την ευκαιρία να διαβεί και την πόρτα της εθνικής ομάδας για να ακολουθήσει η μετεγγραφή στην Ιταλία. Μια μετεγγραφή που θα αποδεικνυόταν η ιστορία μιας ζωής αφού ο Σενσίνι θα περάσει ούτε λίγο ούτε πολύ δεκαεφτά ολόκληρα χρόνια στην Ιταλία. 

Πρώτος του σταθμός η Ουντινέζε, η ιταλική ομάδα είχε ξεχωρίσει από το πρωτάθλημα Αργεντινής τόσο τον Σενσίνι όσο και τον επιθετικό Άμπελ Μπάλμπο, oι δύο παίκτες πήγαν μαζί στο Ούντινε, γεγονός που διευκόλυνε την προσαρμογή τους. 

Αν και το όνομά του είχε αρχίσει να συζητιέται στα μπλοκάκια αρκετών ευρωπαίων σκάουτερ λόγω των συμμετοχών του στην Εθνική Ανδρών, η Ουντινέζε δεν άφησε περιθώρια για πλειστηριασμό, κλείνοντας τη συμφωνία με συνοπτικές διαδικασίες.

Θα παίξει στο "Φρίουλι" την τετραετία 1989-1993 που εκείνη την περίοδο αγωνιζόταν στην SERIE B και την βοήθησε να ανέβει στην πρώτη τη τάξει κατηγορία έχοντας 162 παρουσίες πετυχαίνοντας και 9 γκολ.

Οι σκάουτερ των μεγάλων ομάδων του Μιλάνου και της Ρώμης παρακολουθούσαν στενά την πορεία του, ειδικά μετά το ματς σωτηρίας της Ουντινέζε κόντρα στην Μπρέσια, όπου ο Σενσίνι «έσβησε» αγωνιστικά τον σπουδαίο Γκεόργκι Χάτζι.

Η διοίκηση της Ουντινέζε προτιμούσε να κρατήσει τον παίκτη μέχρι το καλοκαίρι, ωστόσο, η οικονομική προσφορά της Πάρμα, η οποία προσέφερε το ποσό των 7 δισεκατομυριών λιρετών συν τον Φαούστο Πίτσι για να αντικαταστήσει τον τραυματία Ζόρζ Γκρούν μέσα στο φθινόπωρο ήταν τόσο υψηλή που έγινε αμέσως αποδεκτή.

Το φθινόπωρο του 1993 μετακόμισε στο  "Ένιο Ταρντίνι", όπου και γνώρισε τις πρώτες του επιτυχίες. Κατέκτησε το Ευρωπαϊκού Σούπερ Καπ το 1993, 2 Κύπελλα ΟΥΕΦΑ το 1995 κόντρα στην Γιουβέντους σε διπλούς τελικούς και το 1999 κόντρα στην Μαρσέιγ στο "Λουζνίκι" της Μόσχας, και το Κύπελλο Ιταλίας το 1999, έχοντας 225 συμμετοχές και 16 τέρματα.

Το καλοκαίρι του 1999 η Πάρμα του είχε προτείνει να εξαντλήσει το συμβόλαιό του, αλλά η προοπτική της Λάτσιο, που εκείνη τη στιγμή φάνταζε ως το απόλυτο φαβορί για τον τίτλο, τον έπεισε να μετακομίσει στη Ρώμη.


Η Ίντερ του Μαρτσέλο Λίπι έψαχνε αμυντική ενίσχυση και εξέτασε την περίπτωσή του, ωστόσο στράφηκε σε άλλες λύσεις καθώς η Λάτσιο κινήθηκε πιο γρήγορα, ενώ υπήρξε φιλολογικό ενδιαφέρον από ισπανικούς συλλόγους που ήθελαν να εκμεταλλευτούν την τεράστια εμπειρία του από τα Μουντιάλ, όμως ο Σενσίνι προτιμούσε ξεκάθαρα να παραμείνει στην Ιταλία, όπου η οικογένειά του είχε προσαρμοστεί πλήρως.

Με τον ερχομό του Αλμπέρτο Μαλεζάνι είχε ήδη χάσει την θέση του στο βασικό σχήμα, και την Λάτσιο να καταθέτει μια εξαιρετική οικονομική πρόταση ύψους 10 δισεκατομμυρίων λιρετών (περίπου 5,2 εκατομμύρια ευρώ), την οποία η διοίκηση των "παρμεντζάνι" αποφάσισε να αποδεχθεί, καθώς ο παίκτης ήταν ήδη 32 ετών.

Μια Πάρμα, παρά τις μεγάλες επιτυχίες της (είχε μόλις κατακτήσει το Κύπελλο UEFA και το Κύπελλο Ιταλίας το 1999), άρχιζε να παραχωρεί παίκτες όταν οι προτάσεις ήταν πολύ συμφέρουσες οικονομικά. Ο προπονητής της Λάτσιο, Σβεν-Γκόραν Έρικσον, πίεζε έντονα για την απόκτησή του, καθώς έψαχνε έναν έμπειρο, πολυσύνθετο αμυντικό-ηγέτη για να κατακτήσει το πρωτάθλημα. 

Ήθελε έναν παίκτη «εγγύηση» που θα μπορούσε να παίξει με την ίδια άνεση τόσο ως στόπερ δίπλα στον Αλεσάντρο Νέστα όσο και ως αμυντικός μέσος. Την πρώτη χρονιά την βοήθησε να κατακτήσει το ντάμπλ, έχοντας 32 συμμετοχές και 1 γκολ, αλλά την επόμενη χρονιά 2000-2001 έπαιξε μόνο σε 7 παιχνίδια πετυχαίνοντας 1 γκολ, έχοντας συνολικά 38 συμμετοχές και 2 τέρματα. 

Τον Οκτώβριο του 2000 Πάρμα και Λάτσιο θα έρθουν σε συμφωνία για να υπάρξει ανταλλαγή ανάμεσα σε Ντίνο Μπάτζιο και Ρομπέρτο Σενσίνι. Θα κατακτήσει ένα ακόμα Κύπελλο Ιταλίας το 2002 
έχοντας 49 συμμετοχές και 3 τέρματα, συμπληρώνοντας με τους "τζιαλομπλού" 271 συμμετοχές και 18 γκολ. συνολικά. 

Μάλιστα είναι δεύτερος σε συμμετοχές σε ευρωπαϊκές διοργανώσεις με τα 47 παιχνίδια και βρίσκεται πίσω μόνο από τον Αντόνιο Μπεναρίβο που έχει 58. Το καλοκαίρι του 2002 επέστρεψε στην Ουντινέζε με την οποία έκανε ντεμπούτο στα ιταλικά γήπεδα.

Εκεί θα κλείσει την ποδοσφαιρική του καριέρα σε ηλικία 39 ετών αντιμετωπίζοντας προβλήματα τραυματισμών στον ώμο και στον αστράγαλο, στο μέσο της σεζόν 2005-2006, έχοντας 101 συμμετοχές και 7 τέρματα και συνολικά 269 συμμετοχές και 16 γκολ με τις "ζέβρες".

Ο Κάρλος Μπιλάρδο ήταν αυτός που τον κάλεσε για πρώτη φορά στην Εθνική Αργεντινής στις 16 Δεκεμβρίου του 1987 για το φιλικό παιχνίδι απέναντι στην Δυτική Γερμανία στο Μπουένος Άιρες. Πήρε μέρος στο Copa America του 1989, και στα γήπεδα της Ιταλίας το 1990 πήρε μέρος σε δύο παιχνίδια της τελικής φάσης στην πρεμιέρα απέναντι στο Καμερούν και στον τελικό κόντρα στην Γερμανία.

Αναδείχτηκε Πρωταθλητής Νοτίου Αμερικής το 1991 και το 1993, και το 1994 στις Ηνωμένες Πολιτείες αγωνίστηκε στα τρία από τα τέσσερα παιχνίδια της διοργάνωσης. Κατέκτησε με την "αλμπισελέστε" το αργυρό ολυμπιακό μετάλλιο στην Ατλάντα το 1996, και πήρε μέρος σε μια τρίτη συνεχόμενη διοργάνωση Παγκοσμίου Κυπέλλου το 1998 στην Γαλλία όπου αγωνίστηκε σε τρία παιχνίδια.

Στις 3 Σεπτεμβρίου του 2000 στην Λίμα απέναντι στο Περού στο πλαίσιο της προκριματικής φάσης του Παγκοσμίου Κυπέλλου της Ιαπωνίας και της Νοτίου Κορέας το 2002 πραγματοποίησε την τελευταία του παρουσία φτάνοντας τις 59 συμμετοχές.

Αμέσως μόλις κρέμασε τα παπούτσια του στις 10 Φεβρουαρίου του 2006 ανέλαβε και την τεχνική της ηγεσία μαζί με τον Λόρις Ντομινισίνι, όμως δεν έκατσε πάρα μόνο ένα μήνα μέχρι τις 20 Μαρτίου αφού τα άσχημα αποτελέσματα την έφεραν προ του κινδύνου του υποβιβασμού σε 3 αγώνες είχε 1 νίκη και 2 ήττες.

O "Boquita" ύστερα από δεκαοχτώ χρόνια επέστρεψε στην Αργεντινή για λογαριασμό της Εστουντιάντες Λα Πλάτα απο την 1η Ιανουαρίου του 2008 έως τις 18 Σεπτεμβρίου του 2008 όπου σε 35 παιχνίδια είχε 17 νίκες, 10 ισοπαλίες και 8 ήττες .

Η Εστουντιάντες είχε ξεκινήσει τη σεζόν ως ένα από τα μεγάλα φαβορί για τον τίτλο, αλλά σε 6 αγώνες είχε καταφέρει να πάρει μόλις 1 νίκη (έχοντας ακόμα 2 ισοπαλίες και 3 ήττες). Η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι ήταν μια εντός έδρας ισοπαλία (1-1) απέναντι στη Σαν Μαρτίν ντε Τουκουμάν για την 6η αγωνιστική του τουρνουά Apertura, οι οπαδοί της ομάδας ξέσπασαν σε έντονες αποδοκιμασίες και σφυρίγματα λόγω της κακής εμφάνισης, γεγονός που επιβάρυνε το κλίμα.

Μετά το τέλος εκείνου του αγώνα, ο Σενσίνι ανακοίνωσε την απόφασή του στους δημοσιογράφους, δηλώνοντας χαρακτηριστικά: «Τα πράγματα δεν λειτούργησαν. Είναι δίκαιο να κάνω στην άκρη και να δώσω τη θέση μου σε κάποιον άλλον που θα καταφέρει να κάνει αυτό που εγώ δεν μπόρεσα»

Η ομάδα επηρεάστηκε σημαντικά από τον τραυματισμό του μεγάλου της αστεριού, Χουάν Σεμπαστιάν Βερόν. Παράλληλα, υπήρχαν φήμες στον αργεντίνικο τύπο για τριβές στα αποδυτήρια και για την υπερβολική επιρροή που είχε ο Βερόν στη λειτουργία του συλλόγου, κάτι που δημιούργησε έξτρα πίεση στον Σενσίνι.

Υπήρξαν διερευνητικές επαφές από συλλόγους της μεσαίας ταχύτητας του πρωταθλήματος Αργεντινής που αντιμετώπιζαν προβλήματα υποβιβασμού και αναζητούσαν έναν προπονητή με ευρωπαϊκή νοοτροπία, πειθαρχία και ισχυρή προσωπικότητα.

Λόγω του τεράστιου ονόματος που είχε χτίσει στη Serie A (ως παίκτης της Πάρμα, της Λάτσιο και της Ουντινέζε), υπήρχαν σενάρια που τον ήθελαν να επιστρέφει στην Ευρώπη για να αναλάβει κάποια ομάδα ως τεχνικός διευθυντής ή βοηθός, όμως ο ίδιος προτίμησε να παραμείνει στο προσκήνιο ως πρώτος προπονητής στην πατρίδα του.

Η διοίκηση της Νιούελς Ολντ Μπόις έψαχνε έναν άνθρωπο που θα άλλαζε το αγωνιστικό κλίμα και θα ένωνε ξανά τον κόσμο της ομάδας. Λίγους μήνες μετά την παραίτησή του από την Εστουντιάντες, η ομάδα του Ροσάριο τον προσέγγισε επίσημα, προσφέροντάς του τα κλειδιά του ποδοσφαιρικού τμήματος.

Aποδέχθηκε την πρόταση και ανέλαβε επίσημα την τεχνική ηγεσία την 1η Ιανουαρίου 2009, η επιστροφή του στον σύλλογο όπου ξεκίνησε την πορεία του θεωρήθηκε η ιδανική ευκαιρία για επανεκκίνηση.

Στις 10 Απριλίου 2011 παραιτήθηκε αφού η Νιούελς βρισκόταν σε ελεύθερη πτώση, έχοντας συγκεντρώσει μόλις 5 βαθμούς σε 9 αγώνες (1 νίκη, 2 ισοπαλίες, 6 ήττες) και βρισκόταν στην προτελευταία θέση της βαθμολογίας.

Λίγους μήνες νωρίτερα, στα τέλη του 2010, η ομάδα είχε αποκλειστεί στα προημιτελικά του Copa Sudamericana από την Λίγκα ντε Κίτο, αυτός ο αποκλεισμός κόστισε ψυχολογικά στο γκρουπ και ξεκίνησε μια περίοδο εσωστρέφειας.

Μετά από 2,5 χρόνια συνεχούς παρουσίας στον πάγκο (γεγονός σπάνιο για το ποδόσφαιρο της Αργεντινής), ο Σενσίνι ένιωσε ότι ο κύκλος του έκλεισε και ότι η ομάδα χρειαζόταν ένα «ηλεκτροσόκ» για να αντιδράσει, καθώς οι παίκτες δεν ανταποκρίνονταν πλέον στις οδηγίες του.

Παρά την κακή τελευταία σεζόν, η αποχώρησή του έγινε σε κλίμα απόλυτου σεβασμού, καθώς ο κόσμος και η διοίκηση δεν ξέχασαν ότι το 2009 είχε οδηγήσει την ομάδα μέχρι τη 2η θέση του πρωταθλήματος, χάνοντας τον τίτλο στις λεπτομέρειες και σε 93 παιχνίδια είχε 34 νίκες, 31 ισοπαλίες και 28 ήττες. 

Η πιο σημαντική συγκυρία εκείνης της περιόδου ήταν η αναζήτηση νέου ομοσπονδιακού τεχνικού για την Εθνική Αργεντινής μετά την απομάκρυνση του Σέρχιο Μπατίστα λόγω της αποτυχίας στο Copa America του 2011.

Έχοντας παίξει σε τρία Μουντιάλ και διατηρώντας εξαιρετικό όνομα για την πειθαρχία του, εξετάστηκε σοβαρά από την Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία της Αργεντινής ως μία από τις εναλλακτικές λύσεις, αλλά η ομοσπονδία στράφηκε τελικά στον Αλεχάντρο Σαμπέγια, ο οποίος και ανέλαβε τα ηνία.

Καθώς η φήμη του ως προπονητή που έχτιζε σταθερές ομάδες (όπως η Νιούελς του 2009) παρέμενε ισχυρή, δέχθηκε κρούσεις από εγχώριους συλλόγους, όπως της Μπάνφιλντ, όπου το όνομά του συζητήθηκε έντονα όταν η ομάδα έψαχνε προπονητή στα μέσα του 2011 για να σταθεροποιήσει την πορεία της στο πρωτάθλημα.

Υπήρξαν ανεπίσημες προσεγγίσεις από συλλόγους που αντιμετώπιζαν τον κίνδυνο του υποβιβασμού στην Αργεντινή, όμως προτίμησε να περιμένει ένα πρότζεκτ με μεγαλύτερη σταθερότητα και προοπτική.

Η αναμονή του έληξε όταν η Κολόν ντε Σάντα Φε απέλυσε τον Μάριο Σιακούα, η πρόταση της ήταν ιδανική για τον Σενσίνι, αφού η ομάδα εδρεύει στην επαρχία Σάντα Φε, τον τόπο γέννησης και κατοικίας του, γεγονός που έκανε τη μετακόμιση εύκολη για την οικογένειά του.

Του προσφέρθηκε ένα συμβόλαιο με στόχο να βγάλει την ομάδα στις λατινοαμερικάνικες διοργανώσεις (Κόπα Σουνταμερικάνα), κάτι που τελικά κατάφερε μέσα σε λίγους μήνες. 
Ανέλαβε στις 21 Φεβρουαρίου  του 2012 και κατάφερε άμεσα να σταθεροποιήσει την άμυνα και να αλλάξει την ψυχολογία. Ολοκλήρωσε το πρωτάθλημα στη 2η θέση της ειδικής βαθμολογίας και υπό την καθοδήγησή του, η ομάδα εξασφάλισε το εισιτήριο για το Copa Sudamericana.

Στο Copa Sudamercana, η Κολόν έκανε εξαιρετική αρχή αποκλείοντας τη Ρασίνγκ Κλουμπ με δύο νίκες, όμως η πορεία της σταμάτησε στη φάση των «16» από την Σέρο Πορτένιο της Παραγουάης. Αυτός ο αποκλεισμός, σε συνδυασμό με την κόπωση από τα διπλά παιχνίδια, άρχισε να επηρεάζει την απόδοση της ομάδας στο εγχώριο πρωτάθλημα το οποίο ολοκλήρωσε στη 10η θέση.

Το ξεκίνημα του Final το 2013 ήταν καταστροφικό, η Κολόν συμπλήρωσε 6 συνεχόμενα παιχνίδια χωρίς νίκη (2 ισοπαλίες, 4 ήττες). Στις 16 Μαρτίου 2013, η Κολόν ηττήθηκε εντός έδρας με 1-0 από τη Σαν Λορένσο, και οι οπαδοί ξέσπασαν σε έντονες αποδοκιμασίες κατά της διοίκησης και του τεχνικού τιμ.

Αναγνωρίζοντας ότι η κατάσταση ήταν μη αναστρέψιμη, ο Σενσίνι υπέβαλε την παραίτησή του αμέσως μετά το ματς, δηλώνοντας ότι το έκανε για το καλό του συλλόγου, όπου σε 49 παιχνίδια είχε 15 νίκες, 17 ισοπαλίες και 16 ήττες.

Λόγω του σοβαρού και πειθαρχημένου προφίλ του, ομάδες από το εξωτερικό εξέτασαν την περίπτωσή του. Επειδή οι προπονητικές του θητείες στην Αργεντινή ολοκληρώνονταν συχνά με παραιτήσεις λόγω πίεσης, ο ίδιος άρχισε να εξετάζει προτάσεις για διοικητικά πόστα.

Στις 10 Ιουνίου του 2014 ανέλαβε την Ατλέτικο Ραφαέλα  με σκοπό να σταθεροποιήσει την ομάδα στην Primera DivisiónΣτο πρώτο του τουρνουά η ομάδα είχε μια αξιοπρεπή παρουσία, ενώ έφτασε μέχρι τα ημιτελικά του Κυπέλλου Αργεντινής, όπου αποκλείστηκε από τη μετέπειτα κάτοχο Ουρακάν.

Το ξεκίνημα του πρωταθλήματος το 2015 ήταν πολύ κακό. Μετά από ένα αρνητικό σερί 8 αγώνων χωρίς νίκη (προτελευταία θέση), ο Σενσίνι παραιτήθηκε στις 5 Απριλίου του 2015, έχοντας καθίσει στον πάγκο της σε 31 επίσημα ματς όπου είχε 10 νίκες, 8 ισοπαλίες και 13 ήττες.

Αμέσως μετά τη Ραφαέλα, η αγαπημένη του Νιούελς Ολντ Μπόις την 1η Ιουλίου του 2015 του πρότεινε τη θέση του Γενικού Διευθυντή Ποδοσφαίρου μια πρόταση που αποδέχθηκε με χαρά για να βοηθήσει τον σύλλογο της καρδιάς του από άλλη θέση

Η πρώτη του μεγάλη απόφαση ήταν η πρόσληψη του άλλοτε αρχηγού της ομάδας, Λούκας Μπερνάρντι, ως πρώτου προπονητή, θέλοντας να στηριχθεί σε ανθρώπους που γνώριζαν καλά το DNA του συλλόγου. Έριξε μεγάλο βάρος στη διασύνδεση των τμημάτων υποδομής με την πρώτη ομάδα, επιβλέποντας την ανάδειξη νέων ταλέντων, καθώς η Νιούελς παραδοσιακά στηρίζεται στην παραγωγή δικών της παικτών.

Προσπάθησε να διαχειριστεί τις μεταγραφές με περιορισμένο μπάτζετ λόγω των οικονομικών δυσκολιών της τότε διοίκησης, αποχώρησε από το πόστο κατά τη διάρκεια του 2016, με το τέλος της θητείας της τότε προεδρίας.

Παρά το γεγονός ότι είχε μόλις ολοκληρώσει μια θητεία ως διοικητικό στέλεχος, η αγορά της Αργεντινής συνέχιζε να τον υπολογίζει πρωτίστως ως προπονητή, δέχθηκε ανεπίσημες κρούσεις από συλλόγους της μεγάλης κατηγορίας της Αργεντινής που αντιμετώπιζαν προβλήματα στο πρωτάθλημα και έψαχναν έναν έμπειρο τεχνικό με ευρωπαϊκή νοοτροπία για να συμμαζέψει την ανασταλτική τους λειτουργία.

Ο ίδιος επέλεξε να μην βιαστεί να επιστρέψει στους πάγκους της πατρίδας του, καθώς η προηγούμενη εμπειρία του από την έντονη πίεση των οπαδών και των διοικήσεων (σε Εστουντιάντες, Νιούελς και Ραφαέλα) τον είχε κάνει ιδιαίτερα επιλεκτικό.

Η διεθνής του εμπειρία ως ποδοσφαιριστής με τρία Μουντιάλ στο βιογραφικό του τον καθιστούσε ελκυστικό για ομοσπονδίες της CONCACAF και της CONMEBOL, η πιο ξεκάθαρη και επίσημη κίνηση έγινε το καλοκαίρι του 2018. 

Μετά το Μουντιάλ της Ρωσίας, η θέση του ομοσπονδιακού τεχνικού της Κόστα Ρίκα έμεινε κενή και ο Σενσίνι κατέθεσε επίσημα το ολοκληρωμένο ποδοσφαιρικό του πλάνο και το βιογραφικό του στην ομοσπονδία των «Τίκος», δηλώνοντας δημόσια το έντονο ενδιαφέρον του, αν και τελικά επιλέχθηκε άλλη λύση.

Το όνομά του βρισκόταν σταθερά στα μπλοκάκια μεγάλων μάνατζερ της Λατινικής Αμερικής, το όνομά του «έπαιξε» δυνατά στα ρεπορτάζ όταν η Ολίμπια Ασουνσιόν αναζητούσε προπονητή υψηλού προφίλ με προσωπικότητα για τις διοργανώσεις του Κόπα Λιμπερταδόρες

Στις 24 Δεκεμβρίου του 2020 θα αναλάβει την χιλιανή Έβερτον Ντε Βίνια Ντελ Μαρ, στα μέσα της σεζόν 2020 (η οποία είχε καθυστερήσει λόγω της πανδημίας), αντικαθιστώντας τον Χαβιέρ Τορέντε. Κατάφερε να απομακρύνει την Έβερτον από τις επικίνδυνες θέσεις του υποβιβασμού και να εξασφαλίσει μια άνετη παραμονή στην πρώτη κατηγορία.

Η σεζόν 2021 ήταν η πιο παραγωγική και επιτυχημένη της θητείας του, οδήγησε την Έβερτον μέχρι τον μεγάλο τελικό του Κυπέλλου Χιλής, όπου αν και η ομάδα του έχασε το τρόπαιο από την πανίσχυρη Κόλο-Κόλο (ήττα με 2-0), η πορεία αυτή θεωρήθηκε τεράστια επιτυχία.

Λόγω της συμμετοχής της στον τελικό του Κυπέλλου (και επειδή η Κόλο-Κόλο είχε ήδη εξασφαλίσει εισιτήριο μέσω πρωταθλήματος), η Έβερτον κέρδισε το δικαίωμα να αγωνιστεί στις προκριματικές φάσεις του Copa Libertadores 2022, επιστρέφοντας στην κορυφαία διασυλλογική διοργάνωση της Λατινικής Αμερικής μετά από 13 χρόνια.

Η ομάδα τερμάτισε στη 12η θέση του πρωταθλήματος, έχοντας ωστόσο μια από τις πιο σκληροτράχηλες και πειθαρχημένες αμυντικές γραμμές της κατηγορίας, πιστή στο ιταλικό στυλ του Σενσίνι.

Με τη λήξη του πρωταθλήματος στις 31 Δεκεμβριου του 2021, ο Σενσίνι και η διοίκηση της Έβερτον αποφάσισαν από κοινού να μην ανανεώσουν τη συνεργασία τους. Η αποχώρησή του έγινε σε απόλυτα φιλικό κλίμα, με τον σύλλογο να τον ευχαριστεί δημόσια για την επαγγελματική του προσέγγιση και την επιστροφή της ομάδας στις διεθνείς διοργανώσεις, όπου σε 50 παιχνίδια είχε 17 νίκες, 16 ισοπαλίες και 17 ήττες.

Δύο από τις παραδοσιακές δυνάμεις του χιλιανού ποδοσφαίρου (εκτός των «μεγάλων» τριών) τον προσέγγισαν ανεπίσημα το 2022 και το 2023, προσφέροντάς του συμβόλαιο με αυξημένες αποδοχές, καθώς εκτιμούσαν την αμυντική προσήλωση και την πειθαρχία που εμφύσησε στην Έβερτον.

Ομάδες που μάχονταν για τη σταθερότητα ή την έξοδο στις διεθνείς διοργανώσεις στην πατρίδα του εξέτασαν σοβαρά την περίπτωσή του, ο ίδιος επέλεξε συνειδητά να μην αποδεχθεί καμία από αυτές τις προτάσεις για την τεχνική ηγεσία. 

Μετά από μια γεμάτη και εξαντλητική χρονιά στη Χιλή εν μέσω πανδημίας, προτίμησε να επιστρέψει στο Ροσάριο, να μείνει κοντά στην οικογένειά του και να αποστασιοποιηθεί για λίγο από την καθημερινή πίεση του πάγκου.

Η Νιούελς βρισκόταν σε μια παρατεταμένη διοικητική και αγωνιστική κρίση, στις εκλογές του συλλόγου, η παράταξη του Ιγνάσιο Μποέρο κέρδισε την προεδρία, με βασικό προεκλογικό χαρτί για να κερδίσει την εμπιστοσύνη των οπαδών ήταν η επιστροφή των «ιερών τεράτων» του συλλόγου σε θέσεις-κλειδιά.

Κατά τη διάρκεια του 2025, ο Μποέρο είχε συνεχείς επαφές με τον Σενσίνι, του παρουσίασε ένα πλάνο απόλυτης ελευθερίας κινήσεων στο ποδοσφαιρικό τμήμα, ζητώντας του να γίνει ο εγγυητής της «αθλητικής αναγέννησης» της ομάδας. 

Ο Σενσίνι προετοίμασε το έδαφος μήνες πριν αναλάβει επίσημα την 1η Ιανουαρίου του 2026, είχε ήδη έτοιμη τη λίστα με το προπονητικό δίδυμο των Σέρχιο Γκόμες και Φάβιο Όρσι, καθώς και ένα πλάνο για την αναδιοργάνωση των ακαδημιών και τη διαχείριση του δύσκολου ρόστερ.

Αν και η προετοιμασία ήταν ιδανική και η επιστροφή του ως Αθλητικός Διευθυντής γέμισε ελπίδα τον κόσμο, η σκληρή πραγματικότητα των αποτελεσμάτων (το καταστροφικό ξεκίνημα με 10 αγώνες χωρίς νίκη), 

Η βαριά αγωνιστική εικόνα προκάλεσε την οργή των φιλάθλων, οδηγώντας σε έντονες διαμαρτυρίες, αποδοκιμασίες προς τη διοίκηση και επεισόδια στα κεντρικά γραφεία του συλλόγου, όπου μάλιστα δέχθηκαν επίθεση και δημοσιογράφοι.

Βλέποντας το κλίμα να γίνεται εξαιρετικά τοξικό και μη αναστρέψιμο, ο Σενσίνι αποφάσισε στις 17 Μαρτίου να κάνει στην άκρη για να διευκολύνει την κατάσταση, ενώ μαζί του παραιτήθηκε και ο τεχνικός γραμματέας του συλλόγου, Φερνάντο Μπάτσι. 






   
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...