www.goahits.blogspot.com

Διεθνές ποδόσφαιρο όπως δεν έχετε ξαναδιαβάσει!

30/7/26

Τζιοβάνι Τραπατόνι Ο προπονητής των τίτλων

Είναι μέλος ενός κλειστού κλαμπ που αποτελείται από 5 μόνο άτομα που έχουν καταφέρει να κατακτήσουν το πρωτάθλημα σε τέσσερις διαφορετικές χώρες. Κατέχει την τέταρτη θέση παγκοσμίως και την δεύτερη θέση στην Ευρώπη με τους περισσότερους διεθνείς τίτλους, μαζί με τον Γερμανό Ούντο Λάτεκ είναι οι μόνοι που έχουν κατακτήσει και τις τρεις ευρωπαϊκές διοργανώσεις, ενώ είναι ένας απο τους εφτά που έχουν κατακτήσει το Πρωταθλητριών τόσο ως παίκτης αλλά και ως προπονητής. Αυτά είναι μερικά από τα κατορθώματα του Τζιοβάνι Τραπατόνι που δίκαια μπορεί να χαρακτηριστεί ως ως ο προπονητής των τίτλων.

Γεννημένος στις 17 Μαρτίου του 1939 στην περιοχή Cusano Milanino κοντά στο Μιλάνο και τα πρώτα του ποδοσφαιρικά βήματα τα έκανε στην ομάδα της περιοχής του. Το 1956 η ομάδα του αντιμετώπισε την ομάδα νέων της Μίλαν όπου τον εντόπισε ο Μάριο Μαλατέστα προπονητής των ακαδημιών και εισηγήθηκε την απόκτηση του.

Στις 29 Ιουνίου του 1958 ο Λουίτζι Μπονατσόνι θα του δώσει το βάπτισμα του πυρός στην πρώτη ομάδα απέναντι στην Κόμο. Η έλευση του Νερέο Ρόκο θα τον κάνει βασικό στέλεχος των "ροσονέρι" στην θέση του αμυντικού μέσου και θα κατακτήσει 2 Πρωταθλήματα(1962,1968),1 Κύπελλο(1967), 2 Κύπελλα Πρωταθλητριών το 1963 κόντρα στην Μπενφίκα στην Βιέννη και το 1969 κόντρα στον Άγιαξ στην Μαδρίτη στο "Σαντιάγκο Μπερναμπέου", το Κύπελλο Κυπελλούχων του 1968 κόντρα στο Αμβούργο στο Ρότερνταμ και το Διηπειρωτικό του 1969 κόντρα στην Εστουντιάντες.

Το 1971 ύστερα απο 351 παιχνίδια και 6 γκολ θα αποχωρήσει απο το Μιλάνο και θα ολοκληρώσει την ποδοσφαιρική του καριέρα το 1972 με την φανέλα της Βαρέζε παίζοντας όμως μόνο 13 παιχνίδια χωρίς να πετύχει κάποιο γκολ. 

Επίσης φόρεσε την φανέλα της Εθνικής Ιταλίας 17 φορές πετυχαίνοντας ένα γκολ σε φιλικό παιχνίδι στις 9 Ιουνίου του 1963 στην Βιέννη κόντρα στην Αυστρία, ενώ έκανε ντεμπούτο επίσης απέναντι  στην Αυστρία στις 10 Δεκεμβρίου 1960 κόντρα στην Αυστρία στην Νάπολη σε φιλικό παιχνίδι, αγωνιζόμενος κυρίως ως κεντρικός αμυντικός

Ήταν μέλος της 23αδας των "ατζούρι" στην τελική φάση του Παγκοσμίου Κυπέλλου το 1962 στην Χιλή όπου όμως δεν αγωνίστηκε ούτε λεπτό στην διοργάνωση και η τελευταία του εμφάνιση πραγματοποιήθηκε στις 5 Δεκεμβρίου του 1964 σε φιλικό παιχνίδι κόντρα στην Δανία στην Μπολόνια.

Την προπονητική του καριέρα την ξεκίνησε εκεί όπου έκανε όνομα ως ποδοσφαιριστής στην Μίλαν, ως προπονητής της ομάδας νέων. Στις 20 Μάϊου του 1973 λόγω της αποβολής του Νερέο Ρόκο και της αρρώστιας του Τσέζαρε Μαλντίνι ανέλαβε αυτός την Μίλαν απέναντι στην Βερόνα. 

Στις 8 Απριλίου του 1974 σε μια ταραγμένη σεζόν η παραίτηση των Ρόκο και Μαλντίνι του ανατέθηκε η τεχνική ηγεσία φτάνοντας στον τελικό του Κυπελλούχων όπου γνώρισε την ήττα απο το Μαγδεμβούργο ε΄χοντας σε 10 παιχνίδια, 2 νίκες, 4 ισοπαλίες και 4 ήττες.

Άν και περίμενε να του δοθεί η δυνατότητα να αναλάβει μόνιμα την θέση, εντούτοις όμως οι ιθύνοντες της Μίλαν είχαν άλλη άποψη. Για τρίτη φορά στις 2 Οκτωβρίου του 1975 του ζητήθηκε να βγάλει τα κάστανα απο την φωτιά έχοντας σε 47 παιχνίδια 21 νίκες, 13 ισοπαλίες και 13 ήττες μέχρι και τις 30 Μαϊου του 1976.

Ούτε και τότε πήρε το πολυπόθητο "πράσινο φως" για να αναλάβει πρώτος προπονητής σε σταθερή βάση. Αντίθετα την 1η Ιουνίου του 1976 θα κάνει την έκπληξη η Γιουβέντους διαμέσου του Τζιαμπιερο Μπονιπέρτι  θα τον καλέσει να αναλάβει την τεχνική της ηγεσία.     

Στην δεκαετία που έκατσε στο Τορίνο κατέκτησε τους πάντες και τα πάντα κάνοντας μάλιστα και ευρωπαϊκό ρεκόρ. Με μια πλειάδα σπουδαίων Ιταλών και ξένων ποδοσφαιριστών(Τζόφ, Τακόνι, Σιρέα, Ταρντέλι, Καμπρίνι, Καούζιο, Πλατινί, Μπόνιεκ, Μπρέιντι, Ρόσι, Μπέτεγκα) που είχε στην διάθεση του έφερε στο "Ντελέ Άλπι" 13 τίτλους.
 
6 Πρωταθλήματα(1977,1978,1981,1982,1984,1986),2 Κύπελλα(1979,1983), το Κύπελλο Πρωταθλητριών το 1985 στο "Χέιζελ" κόντρα στην Λίβερπουλ, το Κύπελλο Κυπελλούχων το 1984 στην Βασιλεία κόντρα στην Πόρτο, το Κύπελλο ΟΥΕΦΑ το 1977 κόντρα στην Αθλέτικ Μπιλμπάο, το Ευρωπαϊκό Σούπερ Καπ το 1984 κόντρα στην Λίβερπουλ και το Διηπειρωτικό το 1985 κόντρα στην Αρχεντίνος Τζούνιορς.

Συνολικά έκατσε στον πάγκο της σε 458 παιχνίδια έχοντας 246 νίκες, 139 ισοπαλίες και 73 ήττες, και το καλοκαίρι του 1986 ανακοίνωσε την αποχώρηση του απο το Τορίνο, μια απόφαση που την είχε πάρει αρκετούς μήνες πριν την λήξη της σεζόν. 

Ο πρόεδρος της Ίντερ, Ερνέστο Πελεγκρίνι, είχε κινηθεί αστραπιαία και με άκρα μυστικότητα, του προσέφερε ένα ισχυρό τριετές συμβόλαιο, εξασφαλίζοντας τελικά την υπογραφή του προτού άλλες ομάδες προλάβουν να καταθέσουν προτάσεις.

Άν και τα δύο πρώτα χρόνια δεν συνοδεύτηκαν απο επιτυχίες το 1989 θα τους οδηγήσει στο Πρωτάθλημα ύστερα απο 9 χρόνια, πραγματοποιώντας ρεκόρ πόντων 58, με το σύστημα 2-1-0. Θα έρθει ακόμα το Σούπερ Καπ κόντρα στην Σαμπντόρια το 1989 και το  Κύπελλο ΟΥΕΦΑ το 1991 κόντρα στην Ρόμα, έχοντας σε 233 παιχνίδια, 124 νίκες, 65 ισοπαλίες και 44 ήττες.

Το καλοκαίρι του 1991 η Γιουβέντους προερχόταν απο μια χρονιά καταστροφική μένοντας εκτός Ευρώπης για πρώτη φορά μετά απο 28 χρόνια. Ο πρόεδρος Τζιανπιέρο Μπονιπέρτι στράφηκε στον πιο επιτυχημένο τεχνικό του συλλόγου για να επαναφέρει την πειθαρχία, τη σταθερότητα και τη νοοτροπία του νικητή.
Μπορεί το δεύτερο πέρασμα του από την "Γηραιά Κυρία" μπορεί να μην είχε την ποσότητα των τίτλων σε σχέση με την δεκαετία 1976-1986, κατέκτησε το Κύπελλο ΟΥΕΦΑ του 1993 κόντρα στην Μπορούσα Ντόρτμουντ συμπληρώνοντας στα δύο αυτά περάσματα έχοντας σε 142 παιχνίδια με 74 νίκες, 44 ισοπαλίες και 24 ήττες μέχρι τις 30 Ιουνίου του 1994.

Με τα δύο αυτά περάσματα απο την "Γηραιά Κυρία" έχοντας 596 παιχνίδια πρώτος όλων των εποχών στην λίστα έχοντας 319 νίκες, 181 ισοπαλίες και 96 ήττες και με τους 14 τίτλους είναι ο πολυνίκης προπονητής στην ιστορία της.

Την 1η Ιουλίου του 1994 η διοίκηση της Μπάγερν έψαχνε  τον άνθρωπο εκείνο που θα εκσυγχρόνιζε την ομάδα τακτικά και θα της έδινε ευρωπαϊκή ταυτότητα. Το ξεκίνημα δεν ήταν καθόλου καλό αποκλεισμός απο το Κύπελλο, ενώ δυσκολεύτηκε πολύ να επικοινωνήσει τις σύνθετες τακτικές του ιδέες στους Γερμανούς παίκτες λόγω της γλώσσας, κάτι που περιόρισε την αποτελεσματικότητα της ομάδας

Η απογοητευτική 6η θέση στο Πρωτάθλημα, η έντονη πίεση και η προσωπικής εξάντληση τον ώθησε στις 30 Ιουνίου του 1995 στην αποχώρηση ύστερα απο  46 παιχνίδια με 17 νίκες, 18 ισοπαλίες και 11 ήττες

Μετά από μια εξαντλητική και γεμάτη πίεση σεζόν στην Μπάγερν Μονάχου, ο Τραπατόνι ήθελε να επιστρέψει στη Serie A, αναζητώντας ένα περιβάλλον με λιγότερη καθημερινή πίεση από τα ΜΜΕ, ο δε ιδιόρρυθμος και φιλόδοξος πρόεδρος της Κάλιαρι, Μάσιμο Τσελίνο, ήθελε να κάνει το μεγάλο άλμα για τον σύλλογο. 

Πείθοντας τον κορυφαίο Ιταλό τεχνικό να υπογράψει, έστειλε ένα μήνυμα σε όλη την Ιταλία ότι η Κάλιαρι στόχευε πλέον στις ευρωπαϊκές θέσεις και την 1η Ιουλίου του 1995 ανακοινώθηκε η πρόσληψη του.

Όμως δεν πήγε καθόλου καλά και στις 13  Φεβρουαρίου 1996, μετά από μια βαριά ήττα με 4-1 από την πρώην ομάδα του, τη Γιουβέντους, ο Μάσιμο Τσελίνο αποφάσισε να τον απομακρύνει από την τεχνική ηγεσία, έχοντας σε 25 παιχνίδια, 10 νίκες, 3 ισοπαλίες και 12 ήττες.

Ο Μπερλουσκόνι θα θελήσει να τον φέρει στην Μίλαν όμως και η δεύτερη προσπάθεια του επέβη άκαρπη αφού η διοίκηση των Χένες, Ρουμενίγκε και Μπεκενμπάουερ πίστευε ότι ο Τραπατόνι είχε αφήσει «μισές δουλειές» το 1995 και του πρόσφερε μια δεύτερη ευκαιρία.

Ο Ιταλός τεχνικός αποδέχθηκε αμέσως την πρόκληση, έχοντας πλέον βελτιώσει σημαντικά τα γερμανικά του και γνωρίζοντας πολύ καλύτερα τις ιδιαιτερότητες του συλλόγου και των γερμανικών ΜΜΕ.
 
Το δεύτερο πέρασμα απο τους Βαύαρους ήταν και το πιο επιτυχημένο αφού κατέκτησε το Πρωτάθλημα το 1997, το Κύπελλο το 1998 και το Λίγκ Καπ το 1997, έχοντας σε 90 παιχνίδια με 54 νίκες, 22 ισοπαλίες και 14 ήττες και συνολικά σε 136 παιχνίδια, είχε 71 νίκες, 40 ισοπαλίες και 25 ήττες. 

Ο πληθωρικός και φιλόδοξος πρόεδρος της Φιορεντίνα, Βιτόριο Τσέκι Γκόρι, ήθελε να σπάσει την κυριαρχία των ομάδων του ιταλικού Βορρά (Γιουβέντους, Μίλαν, Ίντερ). Μετά την αποχώρηση του Αλμπέρτο Μαλεζάνι, έψαχνε έναν προπονητή με «ειδικό βάρος» και νοοτροπία νικητή, επιλέγοντας τον πιο πετυχημένο Ιταλό τεχνικό.

Απο την άλλη ο Τραπατόνι αναζητούσε μια νέα μεγάλη πρόκληση στη Serie A και η προοπτική να καθοδηγήσει μια ομάδα με τεράστια επιθετική ποιότητα τον γοήτευσε αμέσως. Έτσι την 1η Ιουλίου του 1998 θα αναλάβει την Φιορεντίνα όπου έκατσε μέχρι τις 30 Ιουνίου του 2000 οδηγώντας την στους ομίλους του Τσάμπιονς Λίγκ της περιόδου 1999-2000, έχοντας σε 100 παιχνίδια, 44 νίκες, 31 ισοπαλίες και 25 ήττες.

Μετά την παραίτηση του Ντίνο Τζόφ απο τον πάγκο της Εθνικής Ιταλίας μετά τον τελικό του EURO 2000, η ομοσπονδία ανέθεσε στον Τραπατόνι την τεχνική της ηγεσία με σκοπό την κατάκτηση ενός μεγάλου τίτλου.

Επί των ημερών του οδήγησε τους "μπλέ" στην τελική φάση του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 2002 σε Ιαπωνία και Νότιος Κορέα και δέχθηκε έντονη κριτική επειδή άφησε εκτός αποστολής τον Ρομπέρτο Μπάτζιο, ο οποίος είχε επιστρέψει εγκαίρως από σοβαρό τραυματισμό.

Έφτασε μέχρι τους "16" αλλά αποκλείστηκε από τους Νοτιοκορεάτες, σε έναν αγώνα ο οποίος  έμεινε στην ιστορία για τις εξόφθαλμα μεροληπτικές αποφάσεις του Ισημερινού διαιτητή Μπάιρον Μορένο, ο οποίος ακύρωσε κανονικό γκολ του Τομάζι, απέβαλε άδικα τον Τότι για «θέατρο» και αρνήθηκε καθαρά πέναλτι στους Ιταλούς. 

Η εικόνα του Τραπατόνι να χτυπάει με απόγνωση το πλέξιγκλας του πάγκου έγινε το σύμβολο της ιταλικής οργής. Στην τελική φάση του EURO 2004 στην Πορτογαλία στην πρεμιέρα κόντρα στη Δανία, ο ηγέτης της ομάδας Φραντσέσκο Τότι φτύνει τον Κρίστιαν Πόουλσεν, τιμωρείται με 3 αγωνιστικές και αφήνει την ομάδα χωρίς το μεγάλο της αστέρι.

Ωστόσο, αποκλείστηκε στη φάση των ομίλων με δύο ισοπαλίες και μία νίκη, λόγω της τριπλής ισοβαθμίας, καθώς η Σουηδία και η Δανία αναδείχθηκαν ισόπαλες με το «βολικό» 2-2 στο μεταξύ τους παιχνίδι, το μοναδικό σκορ που πετούσε εκτός τους Ιταλούς, προκαλώντας έντονες καταγγελίες για στημένο ματς.

Συνολικά έκατσε στον πάγκο σε 44 αγώνες έχοντας απολογισμό 25 νίκες,12 ισοπαλίες και 7 ήττες καταλαμβάνοντας την έβδομη θέση στην σχετική λίστα. Μετά τον επώδυνο και άδικο αποκλεισμό της Εθνικής Ιταλίας από τη φάση των ομίλων του Euro 2004 στην Πορτογαλία, ο Τραπατόνι ήθελε να επιστρέψει άμεσα στους πάγκους των συλλόγων για να αποδείξει την αξία του.

Απο την άλλη η Μπενφίκα βρισκόταν σε μια παρατεταμένη αγωνιστική κρίση, καθώς δεν είχε κατακτήσει το πρωτάθλημα από το 1994 και στις 5 Ιουλίου του 2004 θα δώσουν τα χέρια. Κατέκτησε το Πρωτάθλημα αλλά έχασε στον τελικό του Κυπέλλου Πορτογαλίας και σε 51 παιχνίδια είχε 29 νίκες, 10 ισοπαλίες και 12 ήττες.

Παρά την τεράστια επιτυχία και την επιθυμία της διοίκησης να ανανεώσει το συμβόλαιό του, ο Τραπατόνι ανακοίνωσε στις 31 Μαΐου του 2005 την αποχώρησή του από τον σύλλογο. Ο λόγος ήταν καθαρά προσωπικός, καθώς ήθελε να επιστρέψει στην Ιταλία για να βρίσκεται κοντά στην οικογένειά του και τη σύζυγό του, Ρομάνα.

Η Στουτγκάρδη είχε κλείσει τη σεζόν 2004-05 στην 5η θέση υπό τις οδηγίες του Ματίας Ζάμερ, με την  διοίκηση του συλλόγου να αναζητούσε έναν τεχνικό εγνωσμένης αξίας με διεθνή εμπειρία για να κάνει το βήμα παραπάνω στην Ευρώπη.

Έτσι στις 17 Ιουνίου 2005, ο Τραπατόνι υπέγραψε διετές συμβόλαιο με τη γερμανική ομάδα. Η επιστροφή του στη Γερμανία, όπου παρέμενε εξαιρετικά δημοφιλής από τη θητεία του στην Μπάγερν Μονάχου, χαιρετίστηκε από τα γερμανικά ΜΜΕ ως μια μεγάλη επιτυχία για τη Στουτγκάρδη.

Όμως τα πράγματα δεν πήγαν καθόλου καλά αφού ο ραπατόνι επέβαλε το παραδοσιακό, αυστηρά αμυντικό και ρεαλιστικό του στυλ, μια προσέγγιση που δυσαρέστησε τους παίκτες, οι οποίοι είχαν συνηθίσει σε ένα πιο επιθετικό και ελεύθερο ποδόσφαιρο.

Επίσης βασικά στελέχη της ομάδας, με επικεφαλής τους Γιον Νταλ Τόμασον και Μάριο Γκρένκβιστ, εξέφρασαν δημόσια τα παράπονά τους για τις αμυντικές τακτικές του προπονητή, υποστηρίζοντας ότι το στυλ του περιόριζε τις επιθετικές αρετές της ομάδας. 

Ο Τραπατόνι απάντησε στέλνοντάς τους στον πάγκο, γεγονός που βάρυνε το κλίμα στα αποδυτήρια. Με την ομάδα καθηλωμένη στην 7η θέση του βαθμολογικού πίνακα και μετά από μια σειρά στείρων αποτελεσμάτων, η διοίκηση αποφάσισε να δράσει.

Έτσι στις 9 Φεβρουαρίου του 2006, ο Τραπατόνι απολύθηκε, μόλις επτά μήνες μετά την ανάληψη των καθηκόντων του, ύστερα απο 31 παιχνίδια με 11 νίκες, 13 ισοπαλίες και 7 ήττες.

Στις 23 Μάϊου του 2006 ο ιδιοκτήτης της Red Bull, Ντίτριχ Μάτεσιτς, ήθελε να μετατρέψει τη Σάλτσμπουργκ σε κυρίαρχη δύναμη. Μετά από μια μεταβατική σεζόν, πρόσφερε «λευκή επιταγή» στον 67χρονο τότε Τραπατόνι και προχώρησε σε μια πρωτότυπη κίνηση, ο Τραπατόνι ανέλαβε τον ρόλο του Προπονητή/Αθλητικού Διευθυντή έχοντας ως άμεσο βοηθό και δεξί του χέρι στον πάγκο τον Λόταρ Ματέους.

Την πρώτη χρονιά κατέκτησε το Πρωτάθλημα ενώ την δεύτερη χρονιά χωρίς τον Ματέους που είχε φύγει λόγω διαφωνιών με την διοίκηση κατέλαβε την δεύτερη θέση και σε  87 παιχνίδια είχε 48 νίκες, 19 ισοπαλίες και 20 ήττες.

Τον Φεβρουάριο του 2008 ο Τραπατόνι ανακοίνωσε ότι θα αποχωρήσει από τον σύλλογο στο τέλος της σεζόν για να αναλάβει την Εθνική Ιρλανδίας και την 1η Μαϊου ανέλαβε και επίσημα

Στους "πράσινους" παρέμεινε μέχρι και τις 11 Σεπτεμβρίου του 2013 με τις δύο πλευρές να αποφασίζουν από κοινού την λύση της συνεργασίας τους μετά την ήττα από την Αυστρία η οποία ουσιαστικά της ψαλίδισε τις όποιες ελπίδες είχε για να διεκδικήσει την πρόκριση για την τελική φάση του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 2014. Την οδήγησε στην τελική φάση του EURO 2012 σε Πολωνία και Ουκρανία όπου και αποκλείστηκε από την φάση των ομίλων.

Αξιοσημείωτη είναι επίσης η παρουσία του στους αγώνες μπαράζ για την πρόκριση στην τελική φάση του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 2010 στην Νότια Αφρική. Ένας αποκλεισμός που "στιγματίστηκε" από την περίφημη φάση όπου ο Ανρί χρησιμοποίησε το χέρι και ενώ ήταν σε θέση οφσάιντ πασάροντας στον Γκαλάς για να  πετύχει το νικητήριο γκολ που έδωσε την πρόκριση στους "τρικολόρ".

Συμπληρώνοντας  64 αγώνες ο Τραπατόνι καταλαμβάνει την δεύτερη θέση στην σχετική λίστα πίσω μόνο από  τον Μίκ Μακάρθι που έχει 68, έχοντας απολογισμό 26 νίκες, 22 ισοπαλίες και 16 ήττες. Ανέλαβε χρέη σχολιαστή για τους αγώνες του Champions League στην Mediaset Premium και στην RAI  στο πρόγραμμα Domenica Sportiva αλλά και ως σχολιαστής των αγώνων της εθνικής Ιταλίας μέχρι και το EURO 2016.

Το 2007 οι Times τον συμπεριέλαβαν στην λίστα με τους 50 καλύτερους προπονητές όλων των εποχών στην θέση 28, το 2013 το ESPN τον τοποθέτησε στην 12η θέση στην λίστα με τους καλύτερους προπονητές όλων των εποχών, ενώ την ίδια χρονιά το World Soccer σε αντίστοιχη ψηφοφορία τον τοποθέτησε στην 19η θέση. 

Μία ακόμα διάκριση ήρθε το 2019 όταν σε αντίστοιχη ψηφοφορία το  France Football πήρε την 12η θέση στους 50 κορυφαίους όλων των εποχών. Το 2012 εισήχθη στο ιταλικό Hall of Fame στην κατηγορία των προπονητών, όπως και στο Hall of Fame της Μίλαν. 

Το 2015 εκδόθηκε η αυτοβιογραφία του με τον τίτλο Non dire gatto, ενώ το καλοκαίρι του 2018 ανακηρύχθηκε επίτιμος πρόεδρος μιας ερασιτεχνικής ποδοσφαιρικής ομάδας στο Σαν Βενάντσο. 










  


Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...