Το αρχοντικό του στιλ, η φαντασία αλλά και η τεχνική κατάρτιση που διέθετε ώθησε τον δημοσιογράφο της La Stampa Φούλβιο Κίντιτου να του δώσει το προσωνύμιο "βαρώνος" . Σε ένα ιταλικό ποδόσφαιρο που διακρινόταν για τους σπουδαίους μεσοεπιθετικούς που διέθετε ο Φράνκο Καούζιο ήταν ένας από αυτούς που πανηγύρισαν την κατάκτηση του Παγκοσμίου Κυπέλλου στα γήπεδα της Ισπανίας το 1982.
Γεννήθηκε την 1η Φεβρουαρίου του 1949 στην πόλη Λέτσε και στους "λύκους" έκανε τα πρώτα του επαγγελματικά βήματα σε ηλικία 16 ετών την περίοδο 1964-65 στην SERIE C έχοντας τρεις συμμετοχές. Την αμέσως επόμενη χρονιά μετακόμισε στην Sambenedettese πάλι στην SERIE C με 13 παρουσίες και οι εμφανίσεις του κέντρισαν το ενδιαφέρον της Γιουβέντους και το καλοκαίρι του 1966 τον έφερε στο Ντελε Άλπι".
Τα πράγματα όμως δεν ήταν εύκολα για τον 17χρονο Φράνκο στην "Γηραιά Κυρία" έχοντας μέχρι το 1968 μόνο μία συμμετοχή το ντεμπούτο του στην SERIE A, στις 21 Ιανουαρίου του 1968 στο εκτός έδρας παιχνίδι με την Μάντοβα.
Προκειμένου να βρει χρόνο συμμετοχής τον δανείζει στην Ρετζίνα ομάδα της SERIE B με την οποία έχει 30 συμμετοχές και 5 τέρματα, ενώ την επόμενη χρονιά με την φανέλα της Παλέρμο πραγματοποιεί την πρώτη του "γεμάτη" χρονιά στην μεγάλη κατηγορία με 25 συμμετοχές και 4 γκολ.
Προκειμένου να βρει χρόνο συμμετοχής τον δανείζει στην Ρετζίνα ομάδα της SERIE B με την οποία έχει 30 συμμετοχές και 5 τέρματα, ενώ την επόμενη χρονιά με την φανέλα της Παλέρμο πραγματοποιεί την πρώτη του "γεμάτη" χρονιά στην μεγάλη κατηγορία με 25 συμμετοχές και 4 γκολ.
Το καλοκαίρι του 1970 ο Καούζιο επιστρέφει στο Τορίνο για τα καλά και γίνεται μέλος ενός συνόλου που θα κατακτήσει πολλούς τίτλους κυρίως εγχώριους έχοντας 452 συμμετοχές και 72 γκολ. Μέχρι το 1981 πανηγυρίζει την κατάκτηση 6 Πρωταθλημάτων(1972,1973,1975,1977,1978,1981), το Κύπελλο το 1979 και το Κύπελλο ΟΥΕΦΑ το 1977 απέναντι στην Αθλέτικ Μπιλμπάο. Επίσης έλαβε μέρος και στον χαμένο τελικό του Κυπέλλου Πρωταθλητριών το 1973 που διεξήχθη στο Βελιγράδι απέναντι στον Άγιαξ.
Επόμενος σταθμός το Ούντινε όπου διατηρείται σε υψηλά επίπεδα απόδοσης, μάλιστα την σεζόν 1982-83 μαζί με τον Ζίκο που είχε αποκτηθεί από την Φλαμένγκο την οδηγεί στην 6η θέση την υψηλότερη μέχρι τότε στην ιστορία της.
Άλλωστε μέσα από τους "φριουλάνι" "κέρδισε" μια θέση στο ρόστερ του Έντσο Μπέαρζοτ στα γήπεδα της Ισπανίας το 1982. Το καλοκαίρι του 1984 "έκλεισε" τον κύκλο του στους "ασπρόμαυρους" με 101 συμμετοχές και 16 γκολ και παρότι κανείς δεν το περίμενε θα πάρει μετεγγραφή για την Ίντερ για να προσφέρει ποιοτικές λύσεις και προσωπικότητα στη μεσαία γραμμή, με 41 συμμετοχές και 3 γκολ
Άλλωστε μέσα από τους "φριουλάνι" "κέρδισε" μια θέση στο ρόστερ του Έντσο Μπέαρζοτ στα γήπεδα της Ισπανίας το 1982. Το καλοκαίρι του 1984 "έκλεισε" τον κύκλο του στους "ασπρόμαυρους" με 101 συμμετοχές και 16 γκολ και παρότι κανείς δεν το περίμενε θα πάρει μετεγγραφή για την Ίντερ για να προσφέρει ποιοτικές λύσεις και προσωπικότητα στη μεσαία γραμμή, με 41 συμμετοχές και 3 γκολ
Μετά τους "νερατζούρι" ακολούθησε ένας ακόμα χρόνος στην ομάδα της πόλης όπου γεννήθηκε με 33 συμμετοχές και 3 γκολ αλλά δεν μπόρεσε να την γλυτώσει απο τον υποβιβασμό απο την μεγάλη κατηγορία
Τελικά θα κλείσει την καριέρα του στην Τριεστίνα την διετία 1986-1988 σε ηλικία 40 ετών απέδειξε την τεράστια κλάση και την επαγγελματική του νοοτροπία, προσφέροντας πολύτιμες υπηρεσίες στον σύλλογο, πραγματοποιώντας 70 συμμετοχές και 5 τέρματα.
Στην Εθνική ομάδα της Ιταλίας έκανε ντεμπούτο στις 29 Απριλίου του 1972 στο Μιλάνο απέναντι στο Βέλγιο στο πλαίσιο των προκριματικών για το Κύπελλο Εθνών του 1972. Πήρε μέρος με τους "ατζούρι" στην τελική φάση του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1974 στην Δυτική Γερμανία όπου αγωνίστηκε απέναντι σε Αργεντινή και Πολωνία.
Αντίστοιχα έλαβε μέρος στην τελική φάση του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1978 στην Αργεντινή όπου αγωνίστηκε σε όλα τα παιχνίδια ενώ πέτυχε και ένα γκολ απέναντι στην Βραζιλία στον μικρό τελικό.
Ήταν στην αποστολή για το Κύπελλο Εθνών του 1980 στην Ιταλία, αναμφίβολα όμως η κορυφαία στιγμή στην καριέρα του δεν ήταν άλλη από την κατάκτηση του Παγκοσμίου Κυπέλλου στα γήπεδα της Ισπανίας το 1982.
Αγωνίστηκε σε δύο παιχνίδια το ένα από τα οποία ήταν ο τελικός απέναντι στην Δυτική Γερμανία όπου μπήκε ως αλλαγή στο 89ο λεπτό στην θέση του Αλτομπέλι. Τελευταία του εμφάνιση ήταν στις 22 Μάιου του 1983 στην Λεμεσό απέναντι στην Κύπρο για τα προκριματικά του Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος του 1984, έχοντας συνολικά 63 συμμετοχές και 6 γκολ.
Αγωνίστηκε σε δύο παιχνίδια το ένα από τα οποία ήταν ο τελικός απέναντι στην Δυτική Γερμανία όπου μπήκε ως αλλαγή στο 89ο λεπτό στην θέση του Αλτομπέλι. Τελευταία του εμφάνιση ήταν στις 22 Μάιου του 1983 στην Λεμεσό απέναντι στην Κύπρο για τα προκριματικά του Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος του 1984, έχοντας συνολικά 63 συμμετοχές και 6 γκολ.
Μετά την απόσυρσή του από τους αγωνιστικούς χώρους επέστρεψε στο Ούντινε και ανέλαβε τον ρόλο του team manager και συμβούλου της Ουντινέζε, προσφέροντας την τεράστια εμπειρία του στη διαχείριση των αποδυτηρίων.
Εκτός από την Ουντινέζε, ο Καούζιο πρόσφερε τις υπηρεσίες του ως αθλητικός διευθυντής ή ειδικός σύμβουλος διοίκησης σε μικρότερες ομάδες, κυρίως των χαμηλότερων κατηγοριών, λόγω της μόνιμης διαμονής του στα βόρεια, βοήθησε στην οργάνωση ποδοσφαιρικών τμημάτων και τοπικών συλλόγων.
Θέλοντας να μεταδώσει τις γνώσεις του στις επόμενες γενιές, ίδρυσε μια πρότυπη ακαδημία ποδοσφαίρου στο Ούντινε. Το φιλόδοξο αυτό εγχείρημα γεννήθηκε μέσω της στενής συνεργασίας του «Βαρώνου» με την ερασιτεχνική ομάδα A.S.D. Ancona Calcio στο Ούντινε τo 2018, ενώ από τον Οκτώβριο του 2020 λειτουργεί σε συνεργασία με τη Γιουβέντους.
Η ακαδημία ονομάζεται CF7 Academy (από τα αρχικά του και το εμβληματικό νούμερο 7 που φορούσε), θυμίζοντας χιουμοριστικά το brand "CR7" του Κριστιάνο Ρονάλντο. Το 2021 η Ancona Calcio συγχωνεύτηκε με τη Lumignacco, δίνοντας ακόμη μεγαλύτερη οργανωτική ώθηση στο πρόγραμμα, διατηρώντας πάντα τον Καούζιο ως διευθυντή και κεντρικό καθοδηγητή.
Εργάστηκε ως σχολιαστής αγώνων και ειδικός αναλυτής σε εκπομπές που κάλυπταν τους αγώνες της Serie A και Champions League στο Sky Sport Italia για περίπου 15 χρόνια, από τις αρχές της δεκαετίας του 2000 έως το 2018-2019.
Πριν και παράλληλα με το Sky Sport, ο Καούζιο φιλοξενήθηκε συχνά ως προσκεκλημένος σχολιαστής στην RAI καθώς και σε μεγάλα περιφερειακά κανάλια, ειδικά σε εκπομπές που κάλυπταν την επικαιρότητα των ομάδων που υπηρέτησε την Γιουβέντους και την Ουντινέζε.
