Είναι ο μοναδικός προπονητής που έχει καταφέρει να κατακτήσει δύο συνεχόμενα Παγκόσμια Κύπελλα. Ο λόγος για τον Βιτόριο Πότσο τον "μεγάλο μαέστρο" όπως τον ονόμαζαν ο οποίος γεννήθηκε στο Τορίνο στις 2 Μαρτίου του 1886.
Παράλληλα με το ποδόσφαιρο αγωνιζόμενος στην ελβετική Γκρασχόπερς την περίοδο 1905-1906, σπούδαζε στο Μάντσεστερ και ήρθε σε άμεση επαφή με το αγγλικό ποδόσφαιρο. Ήταν απο τους πιονέρους του συστήματος 2-3-2-3 το γνωστό και ως Metodo που ήταν παραλλαγή του 2-3-5, φέρνοντας τους δύο κυνηγούς στο κέντρο του γηπέδου εξασφαλίζοντας καλύτερη αμυντική λειτουργία.
Είναι απο τα ιδρυτικά μέλη της Τορίνο στην οποία αγωνίστηκε για πέντε χρόνια μέχρι το 1911, όπου και ολοκλήρωσε την ποδοσφαιρική του καριέρα, έχοντας 52 εμφανίσεις με 9 τέρματα. Έπαιζε ως μέσος, ήταν ένας παίκτης με εξαιρετική πειθαρχία, φυσική κατάσταση και μεγάλη τακτική αντίληψη, στοιχεία που είχε αποκομίσει μελετώντας τον τρόπο παιχνιδιού των αγγλικών ομάδων κατά τη διάρκεια των σπουδών του στο Μάντσεστερ.
Ανέλαβε αμέσως τον ρόλο του παίκτη-προπονητή, ενώ από το 1912 ανέλαβε επίσημα ως Τεχνικός Διευθυντής του συλλόγου, θέση στην οποία παρέμεινε για μία ολόκληρη δεκαετία έως το 1922. Το καλοκαίρι του 1912, η Ιταλία αποφάσισε να στείλει για πρώτη φορά ποδοσφαιρική ομάδα στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Στοκχόλμης.
Καθώς η ιταλική ομοσπονδία δεν είχε μόνιμο προπονητή, ο Πότσο προσφέρθηκε εθελοντικά να αναλάβει και να καθοδηγήσει την εθνική ομάδα χωρίς να λάβει καμία αποζημίωση. Εκεί έκανε το επίσημο διεθνές του ντεμπούτο στον πάγκο, αν και η Ιταλία αποκλείστηκε στον πρώτο γύρο χάνοντας με 3-2 από τη Φινλανδία στην παράταση.
Παράλληλα με το ποδόσφαιρο άρχιζε να δουλεύει ως διοικητικός στέλεχος στην εταιρία των ελαστικών Pirelli, ενώ κατά την διάρκεια του Α' Παγκοσμίου Πολέμου πήρε μέρος στο τάγμα των αλπινιστών.
Εκείνη την εποχή το ποδόσφαιρο δεν ήταν πλήρως επαγγελματικό και ο μισθός του στην Τορίνο δεν επαρκούσε. Εργαζόταν ταυτόχρονα ως διοικητικό στέλεχος διευθυντής στην εταιρεία ελαστικών Pirelli.
Το διπλό αυτό βάρος, σε συνδυασμό με τις συνεχείς μετακινήσεις, του προκαλούσε τεράστια σωματική και πνευματική κόπωση, αναγκάζοντάς τον να περιορίσει τις ποδοσφαιρικές του υποχρεώσεις. Επέστρεψε από το μέτωπο του Α' Παγκοσμίου Πολέμου όπου υπηρέτησε ως υπολοχαγός βαθιά επηρεασμένος, υποφέροντας από μετατραυματικό στρες.
Η προσπάθειά του να κοουτσάρει την Τορίνο αμέσως μετά, ενώ παράλληλα διαχειριζόταν τα ψυχολογικά του τραύματα και την εργασία του στην Pirelli, τον οδήγησε στην απόφαση να κάνει ένα βήμα πίσω από την καθημερινότητα των συλλόγων.
Η κατάσταση της υγείας της συζύγου του είχε αρχίσει να χειροτερεύει, έφυγε από τη ζωή λίγο αργότερα, το 1924. Ο Πότσο ήθελε να αφιερώσει περισσότερο χρόνο στην οικογένειά του, κάτι που τον ώθησε να μετακομίσει λίγο μετά στο Μιλάνο.
Ύστερα απο 113 παιχνίδια με 70 νίκες, 17 ισοπαλίες και 26 ήττες και απο την 1η Ιουλίου 1924 έως τις 29 Ιανουαρίου 1926 καθοδήγησε τη Μίλαν σε 35 επίσημους αγώνες πρωταθλήματος με 13 νίκες, 1 ισοπαλία και 19 ήττες.
Η παραμονή του στο Μιλάνο συνέπεσε με μια δύσκολη περίοδο αναδιοργάνωσης για τον σύλλογο, με αποτέλεσμα να αποχωρήσει στις αρχές του 1926 και να αφοσιωθεί για λίγο στη δημοσιογραφία για την εφημερίδα La Stampa και τη δουλειά του στην εταιρεία Pirelli.
Η πρόταση στον Βιτόριο Πότσο να αναλάβει την Εθνική Ιταλίας το 1929 για την τρίτη και πιο ιστορική του θητεία προήλθε από την ανάγκη του φασιστικού καθεστώτος να βάλει τέλος στην οργανωτική αναρχία του ιταλικού ποδοσφαίρου και να δημιουργήσει μια ομάδα-σύμβολο εθνικής ισχύος.
Η πρόταση έγινε απευθείας από τον Λεάντρο Αρπινάτι, ο οποίος ήταν ο πανίσχυρος Πρόεδρος της Ιταλικής Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας και Υφυπουργός Εσωτερικών της κυβέρνησης Μουσολίνι. Ο Αρπινάτι ήθελε να καταργήσει το παλιό, αποτυχημένο σύστημα των «Τεχνικών Επιτροπών» όπου πολλοί παράγοντες μαζί επέλεγαν την ενδεκάδα και έψαχνε έναν μοναδικό, ισχυρό «Εκλέκτορα» με αδιαμφισβήτητη αυθεντία.
Κατέληξε στον Πότσο για τρεις βασικούς λόγους, είχε ήδη κοουτσάρει την Ιταλία στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1912 και του 1924, μιλούσε άπταιστα ξένες γλώσσες και είχε μελετήσει το ποδόσφαιρο στην Αγγλία. Ήταν ο πιο μορφωμένος και θεωρητικά καταρτισμένος άνθρωπος του ιταλικού ποδοσφαίρου.
Ως πρώην υπολοχαγός των Αλπινιστών στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο, είχε τη φήμη του σκληρού, πειθαρχημένου ηγέτη. Αυτό το στυλ ταίριαζε απόλυτα με τα πρότυπα πειθαρχίας που ήθελε να προβάλει το καθεστώς.
Αν και δεν ήταν εγγεγραμμένο μέλος του Φασιστικού Κόμματος παρέμενε ένας παραδοσιακός, συντηρητικός πατριώτης, η αφοσίωσή του στο εθνόσημο τον καθιστούσε ιδανικό και υπεράνω υποψίας για το κοινό.
Όταν ο Αρπινάτι του έκανε την επίσημη πρόταση το φθινόπωρο του 1929, ο Πότσο δέχτηκε να επιστρέψει, αλλά έθεσε έναν όρο που άφησε άναυδη την ομοσπονδία: ζήτησε να εργαστεί εντελώς δωρεάν, χωρίς να λάβει ούτε μία λίρα ως αμοιβή.
Ήθελε να διατηρήσει την πλήρη ανεξαρτησία του, να μην οφείλει τίποτα σε κανέναν πολιτικό ή παράγοντα και να μπορεί να διοικεί την ομάδα με τον δικό του, απόλυτο τρόπο. Η ομοσπονδία δέχτηκε τον όρο και την 1η Δεκεμβρίου 1929 ο Πότσο ξεκίνησε τη μυθική 19ετή θητεία του μέχρι τις 5 Αυγούστου 1948.
Πανηγύρισε την κατάκτηση 2 Παγκοσμίων Κυπέλλων το 1934 στην πατρίδα του και το 1938 στην Γαλλία, αλλά και το χρυσό ολυμπιακό μετάλλιο στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Βερολίνου το 1936.
Πέρα όμως απο τους νεωτερισμούς που επέβαλλε ο Πότσο η αλήθεια είναι ότι είχε και την υποστήριξη του φασιστικού καθεστώς του Μπενίτο Μουσολίνι. Η κυριότερη βοήθεια που του δόθηκε εκτός απο το ότι διέθετε ένα κορμό πολύ καλών Ιταλών ποδοσφαιριστών ήταν ότι είχε στην διάθεσή τους τους περίφημους "οριούντι" λατινοαμερικάνους ποοδσφαιριστές που "ιταλοποιήθηκαν" μέσα σε μια νύχτα όπως οι Μόντι, Γκουαίτα, Όρσι που του έδωσαν μεγάλη βοήθεια στο να φτάσει στην κατάκτηση των τίτλων.
Έκατσε στον πάγκο σε 97 αγώνες έχοντας 64 νίκες, 17 ισοπαλίες και 16 ήττες πρώτος στην σχετική λίστα και στην συνέχεια αποσύρθηκε από την προπονητική ακολουθώντας καριέρα δημοσιογράφου στην εφημερίδα "La Stampa" καθώς και για το περιοδικό Il Calcio Illustrato.
Κάλυψε δημοσιογραφικά μεγάλες διοργανώσεις, όπως το Μουντιάλ του 1950 στη Βραζιλία, αναλύοντας τα παιχνίδια της Εθνικής Ιταλίας με την εμπειρία του δις Παγκόσμιου Πρωταθλητή. Μόλις έναν χρόνο μετά την αποχώρησή του από τους πάγκους, τον Μάιο του 1949, συνέβη η αεροπορική τραγωδία της Σουπέργκα, η οποία ξεκλήρισε τη μυθική ομάδα της Grande Torino.
Λόγω της τεράστιας επιρροής του και της βαθιάς του σχέσης με τον σύλλογο, ο Πότσο κλήθηκε να φέρει εις πέρας ένα εξαιρετικά επώδυνο έργο: ανέλαβε την επίσημη αναγνώριση των σορών των νεκρών ποδοσφαιριστών πολλούς από τους οποίους είχε προπονήσει ο ίδιος στην εθνική ομάδα..
Στις 27 Φεβρουαρίου του 1949 στην Γένοβα στο πλαίσιο των 50 χρόνων απο την ίδρυση της ιταλικής ομοσπονδίας ήταν ανάμεσα σε αυτούς που τιμήθηκαν και χαρακτηρίστηκαν ως οι πιονέροι του ιταλικού ποδοσφαίρου, ενώ ήταν απο αυτούς που πρωτοστάτησαν στην δημιουργία της περίφημης σχολής προπονητών του Κοβερτσιάνο.
Λίγο πριν από τους Ολυμπιακούς Αγώνες της Ρώμης, εξέδωσε το περίφημο αυτοβιογραφικό του βιβλίο με τίτλο "Quarant'anni di calcio italiano" (Σαράντα χρόνια ιταλικού ποδοσφαίρου). Στο βιβλίο αυτό κατέγραψε όλο το παρασκήνιο, τις τακτικές και τις αναμνήσεις του από τη γέννηση του σύγχρονου ιταλικού ποδοσφαίρου και τα χρυσά έπη της δεκαετίας του '30.
Πέθανε σε ηλικία 82 ετών στο Τορίνο στις 21 Δεκεμβρίου του 1968, η κηδεία του τελέστηκε μέσα σε κλίμα βαθιάς οδύνης και σεβασμού στο Τορίνο. Στην τελετή παραβρέθηκαν δεκάδες παλιοί Παγκόσμιοι Πρωταθλητές των δεκαετιών του '30 όπως ο Τζουζέπε Μεάτσα και ο Εράλντο Μοντζέλιο, εκπρόσωποι της Τορίνο και της Μίλαν, καθώς και σύσσωμη η ηγεσία της Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας της χώρας.
Μετά την τελετή, η σορός του μεταφέρθηκε και τάφηκε στον οικογενειακό τάφο στο κοιμητήριο του Ποντεράνο μιας κωμόπολης στην επαρχία της Μπιέλα, από όπου καταγόταν η οικογένειά του. Παρά το γεγονός ότι για κάποια χρόνια μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο το όνομά του είχε υποστεί μια σχετική πολιτική περιθωριοποίηση λόγω της αναγκαστικής σύνδεσης των επιτυχιών του με το φασιστικό καθεστώς της εποχής, η ιστορία τον δικαίωσε και οι τιμές που του αποδόθηκαν ήταν τεράστιες
Το ιστορικό δημοτικό στάδιο της πόλης το παλιό Stadio Comunale, το οποίο ανακατασκευάστηκε για τους Χειμερινούς Ολυμπιακούς Αγώνες του 2006, ονομάστηκε επίσημα Stadio Olimpico Grande Torino - Vittorio Pozzo. Το όνομά του δόθηκε στην κεντρική κερκίδα και στον περιβάλλοντα αθλητικό χώρο, τιμώντας τη διπλή του προσφορά στην Τορίνο και την Εθνική.
Το 2008 το όνομα του δόθηκε σε στάδιο στην πόλη Μπιέλα όπως και στο αντίστοιχο στην πόλη Μποσκορεάλε. Το 2011, η Ιταλική Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία ίδρυσε το επίσημο Hall of Fame και εισήχθη αμέσως στην πρώτη, εναρκτήρια τάξη των «Κορυφαίων Προπονητών» όλων των εποχών.
Στην Ποντεράνο όπου τάφηκε απο το 2016 υπάρχει μουσείο με το ονομά του όπου εκθέτονται διαφορά προσωπικά του αντικείμενα αλλά και οπτικοακουστικό υλικό. Εκεί εκτίθενται τα προσωπικά του αντικείμενα, τα σημειωματάριά του με τα τακτικά συστήματα, φωτογραφίες, καθώς και ιστορικά κειμήλια από τα Μουντιάλ του 1934 και 1938.
