Όταν ήταν 14 ετών ο Ντιέγκο Σιμεόνε ο προπονητής του στους νέους Βικτόριο Σπινέτο του έδωσε το παρατσούκλι "Cholo" λόγω του τρόπου παιξίματος που του θύμιζε τον πρώην παίκτη της Μπόκα Τζούνιορς Καρμέλο Σιμεόνε που είχε και αυτός το ίδιο ψευδώνυμο. Ήταν ένας από τους σκληροτράχηλους αμυντικούς μέσους που ανέδειξε το αργεντίνικο ποδόσφαιρο που πραγματοποίησε μεγάλη καριέρα σε Ισπανία και Ιταλία.
Γεννήθηκε στις 28 Απριλίου του 1970 στο Μπουένος Άιρες όπου ξεκίνησε από τις ακαδημίες της Βελέζ Σάρσφιλντ, όπου στις 13 Σεπτεμβρίου του 1987 πραγματοποίησε το ντεμπούτο του στην πρώτη κατηγορία απέναντι στην Χιμνάσια Λα Πλάτα και με την "φορτίν" αγωνίστηκε για τρία χρόνια μέχρι το 1990 έχοντας 76 συμμετοχές και 14 γκολ.
Το καλοκαίρι του 1990 εμφανίστηκε η Πίζα η οποία πίεζε για μια μεταγραφή της τελευταίας στιγμής. Ο εκκεντρικός πρόεδρός της, Ρομέο Ανκονετάνι, έψαχνε ένα μεγάλο ταλέντο από τη Λατινική Αμερική. Όταν του έδειξαν μια λίστα με νεαρούς Αργεντινούς, είδε τη φωτογραφία του Σιμεόνε και είπε: «Αυτός μου αρέσει, έχει αποφασιστικό πρόσωπο».
Την εποχή εκείνη, η ιταλική Serie A ήταν το κορυφαίο, πιο λαμπερό και πλούσιο πρωτάθλημα στον κόσμο, ήταν το όνειρο κάθε νεαρού ποδοσφαιριστή, ειδικά από τη Νότια Αμερική. Οι Ιταλοί προσέφεραν το ποσό των 600 εκατομμυρίων ιταλικων λιρετών και έλλειψει άλλων προτάσεων, ήξερε ότι αν έχαναν το «τρένο» της ιταλικής Serie A, δύσκολα θα ξαναέβρισκαν παρόμοια πρόταση άμεσα, αλλά και για τον ίδιο η μετακίνηση σήμανε μια τεράστια οικονομική αλλαγή.
Ο μάνατζέρ του τον κλείδωσε στα γραφεία της Βέλεζ Σάρσφιλντ και του είπε ότι είχε μόλις 15 λεπτά για να αποφασίσει αν θα πει το «ναι» στην πρόταση της ιταλικής ομάδας. Καθώς το 1990 δεν υπήρχαν κινητά τηλέφωνα, δεν πρόλαβε καν να συμβουλευτεί τους γονείς του.
Σκέφτηκε τις φωτογραφίες που έβλεπε στις εφημερίδες με τους Αργεντινούς αστέρες να μεγαλουργούν στο Καμπιονάτο και δέχτηκε, χωρίς καν να ξέρει πού ακριβώς πέφτει η Πίσα. Το δέλεαρ ήταν και οικονομικό αφου στη Βέλεζ κέρδιζε περίπου 18 εκατομμύρια λιρέτες τον χρόνο, ενώ η Πίζα του πρόσφερε 90 εκατομμύρια, αλλάζοντας αμέσως το βιοτικό του επίπεδο.
Τα πράγματα δεν εξελίχθησαν καλά αφού η ομάδα υποβιβάστηκε στην SERIE B, ενώ την αμέσως επόμενη χρονιά δεν μπορεσε να ανέβει στην μεγάλη κταηγορία, έχοντας 62 συμμετοχές και 6 τέρματα. ήταν το ιδανικό «σχολείο».
Για τον ίδιο όμως ηατν ολύ σημαντικό αυτό το πέρασμα, αφού εκεί διαμόρφωσε τον χαρακτήρα του, έμαθε την ιταλική τακτική πειθαρχία, σκλήρυνε το παιχνίδι του και τράβηξε το ενδιαφέρον μεγάλων ευρωπαϊκών συλλόγων.
Η Σεβίλλη ήταν η ομάδα που κινήθηκε πιο επίσημα και αποφασιστικά, με τον Κάρλος Μπιλάρδο που είχε αναλάβει τον ισπανικό σύλλογο και ήθελε να χτίσει μια ομάδα με έντονο αργεντίνικο χαρακτήρα. Είχε ζητήσει επίμονα δύο παίκτες, τον Ντιέγκο Μαραντόνα που μόλις είχε τελειώσει την τιμωρία του από τη Νάπολι και τον Ντιέγκο Σιμεόνε, τον οποίο θεωρούσε τον μελλοντικό ηγέτη του κέντρου της Αργεντινής.
Κατέθεσε μια εξαιρετική πρόταση ύψους περίπου 160 εκατομμυρίων πεσετών, η οποία ικανοποίησε πλήρως την Πίζα. Εκείνο το καλοκαίρι, είχε «κυκλοφορήσει» έντονα στα μπλοκάκια των σκάουτερ της Ρεάλ Μαδρίτης. Η «Βασίλισσα» αναζητούσε έναν δυναμικό μέσο και εξέταζε την περίπτωσή του, ωστόσο δεν προχώρησε σε επίσημη, γραπτή πρόταση που να ανταγωνιστεί τα χρήματα της Σεβίλλης.
Η διστακτικότητα της Ρεάλ, σε συνδυασμό με την παρουσία του Μπιλάρδο και την προοπτική να παίξει πλάι στον Μαραντόνα), έκαναν την επιλογή της Σεβίλλης μονόδρομο για τον Σιμεόνε. Στο "Σάντσεθ Πιθχουάν" όπου θα έχει για ένα μικρό διάστημα συμπαίκτη τον Ντιέγκο Μαραντόνα, αγωνίστηκε μέχρι το 1994 σε 84 παιχνίδια πετυχαίνοντας και 16 γκολ.
Πλέον το στάτους του είχε ανέβει σε σχ΄ση με δύο χρονια νωρίτερα, η «Βασίλισσα» είχε δείξει ξανά ενδιαφέρον για εκείνον, και ο ίδιος έβλεπε την προοπτική να μετακομίσει στην πρωτεύουσα για λογαριασμό της Ρεάλ ως το απόλυτο βήμα στην καριέρα του. Ωστόσο, η Ρεάλ Μαδρίτης δεν κινήθηκε με την απαραίτητη ταχύτητα και οικονομική αποφασιστικότητα εκείνο το καλοκαίρι, αφήνοντας χώρο στους ανταγωνιστές της.
Το όνομά του είχε συνδεθεί έντονα και με το μπλοκάκι της Μπαρτσελόνα, αναζητούσε παίκτες με τρεξίματα και προσωπικότητα για να φρεσκάρει τη μεσαία της γραμμή, και ο Αργεντινός αποτελούσε μια από τις περιπτώσεις που εξετάζονταν σοβαρά, χωρίς όμως να μετουσιωθεί σε επίσημη γραπτή πρόταση που θα κάλυπτε τις απαιτήσεις των "ροχιμλπάνκος".
Ενώ οι δύο μεγάλοι του ισπανικού ποδοσφαίρου αμφιταλαντεύονταν, ο πρόεδρος της Ατλέτικο Μαδρίτης, Χεσούς Χιλ, έκανε μια άκρως επιθετική κίνηση. Παρουσιάστηκε στην ομάδα της Ανδαλουσίας με 450 εκατομμύρια πεσέτες στο χέρι, και άλλα 15 εκατομμύρια για κάποια έκτακτα έξοδα, φόρους και προμήθειες προκειμένου να ολοκληρωθεί άμεσα η συμφωνία και να καμφθούν οι τελικές αντιστάσεις της Σεβίλλης.
Ήταν ένα ποσό-ρεκόρ που καμία άλλη ομάδα δεν ήταν διατεθειμένη να πληρώσει εκείνη τη στιγμή, η αποφασιστικότητα της Ατλέτικο και το γεγονός ότι του πρόσφεραν ηγετικό ρόλο σε ένα νέο, φιλόδοξο πρότζεκτ, έπεισαν τον Σιμεόνε να επιλέξει τους «Ροχιμπλάνκος» της πρωτεύουσας, μια απόφαση που άλλαξε για πάντα την ιστορία του συλλόγου και του ίδιου
Στο "Βιθέντε Καλντερόν" ήταν αναπόσπαστο κομμάτι στην κατάκτηση του νταμπλ το 1996 έχοντας εκείνη την σεζόν 37 παιχνίδια με 12 γκολ τα περισσότερα γκολ που πέτυχε ποτέ σε μια χρονιά και συνολικά σε 124 συμμετοχές πέτυχε 27 γκολ.
Θα παραμείνει στην πρωτεύουσα της Ισπανίας μέχρι το καλοκαίρι του 1997, η Λάτσιο υπό την οικονομική επιφάνεια του Σέρτζιο Κρανιότι, έχτιζε μια ομάδα αστέρων. Ο Σβεν-Γκόραν Έρικσον είχε εισηγηθεί την απόκτηση του Σιμεόνε για τη μεσαία γραμμή, έκανε διερευνητικές επαφές, αλλά η Ίντερ του Μάσιμο Μοράτι «πρόλαβε» τους πάντες καταθέτοντας αμέσως τα 1,3 δισεκατομμύρια πεσέτες που ζητούσε η Ατλέτικο.
Το όνομά του είχε «ακουστεί» στα ρεπορτάζ της εποχής για κορυφαίες αγγλικές ομάδες, όπως η Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ που έψαχνε πάντα σκληροτράχηλους μέσους, καθώς το στυλ παιχνιδιού του Σιμεόνε θεωρούνταν ιδανικό για το αγγλικό ποδόσφαιρο. Ωστόσο, οι ομάδες της Premier League δεν μπορούσαν ακόμη να ανταγωνιστούν τα τρελά χρήματα και τη λάμψη του ιταλικού Καμπιονάτο.
Ο ιδιοκτήτης της Ίντερ, Μάσιμο Μοράτι, είχε αποφασίσει το καλοκαίρι του 1997 να τινάξει την μπάνκα στον αέρα. Η μεγαλύτερη κίνησή του ήταν η απόκτηση του Ρονάλντο (το «Φαινόμενο») από την Μπαρτσελόνα και για να πλαισιώσει όμως τον κορυφαίο επιθετικό του κόσμου, ο Μοράτι ήθελε πίσω του μια μεσαία γραμμή γεμάτη προσωπικότητα, δύναμη και τρεξίματα.
Έχοντας ηγηθεί στο Νταμπλ της Ατλέτικο το 1996, ήταν ο ιδανικός «στρατιώτης», την ίδια ώρα που η Ατλέτικο Μαδρίτης αντιμετώπιζε οικονομικά ζητήματα, εν μέρει λόγω των συνεχών ανοιγμάτων και των προστίμων του εκκεντρικού προέδρου της, Χεσούς Χιλ.
Όταν η Ίντερ χτύπησε την πόρτα των «Ροχιμπλάνκος» προσφέροντας το μυθικό ποσό των 1,3 δισεκατομμυρίων πεσετών, η διοίκηση της Ατλέτικο κατάλαβε ότι δεν μπορούσε να αρνηθεί. Για τον ίδιο τον Σιμεόνε, η προοπτική της Ίντερ ήταν ακαταμάχητη, ήθελε να επιστρέψει στην Ιταλία για να πάρει «εκδίκηση» για τον υποβιβασμό που είχε ζήσει με την Πίζα το 1991, αλλά αυτή τη φορά για λογαριασμό ενός κορυφαίου κλαμπ που διεκδικούσε τίτλους.
Στην πρώτη του χρονιά κατακτάει το Κύπελλο ΟΥΕΦΑ του 1998, στον τελικό του Παρισιού απέναντι στην Λάτσιο, θα διεκδικήσει μέχρι τέλους το καμπιονάτο από την Γιουβέντους, αλλά την επόμενη χρονιά(1998-1999) οι "νερατζούρι" έμειναν πολύ μακριά από τις πρώτες θέσεις.
Ο ιδιοκτήτης της Ίντερ, Μάσιμο Μοράτι, ήθελε απεγνωσμένα να δημιουργήσει την απόλυτη επιθετική γραμμή στον κόσμο, ενώνοντας τον Ιταλό γκολτζή Κριστιάν Βιέρι με τον Ρονάλντο (το «Φαινόμενο»). Η Λάτσιο, όμως, δεν ήταν μια τυχαία ομάδα· ήταν πανίσχυρη οικονομικά και διεκδικούσε το πρωτάθλημα, οπότε για να αφήσει τον Βιέρι να φύγει, ζήτησε ένα αδιανόητο ποσό.
Για να ολοκληρωθεί η μεταγραφή, η Ίντερ πλήρωσε στη Λάτσιο το ποσό-ρεκόρ των 90 δισεκατομμύριων ιταλικών λιρετών και ταυτόχρονα συμπεριέλαβε στα ανταλλάγματα τον Ντιέγκο Σιμεόνε, του οποίου η αξία αποτιμήθηκε τότε στα 11 εκατομμύρια ευρώ.
Ο προπονητής της Λάτσιο, Σβεν-Γκόραν Έρικσον, γνώριζε ότι χάνει έναν κορυφαίο επιθετικό, αλλά χρειαζόταν επειγόντως έναν «σκύλο» στη μεσαία γραμμή, έναν παίκτη με προσωπικότητα και ηγετικά χαρακτηριστικά. Άλλωστε ειχε δοκιμάσει να τον φέρει στην Ρώμη και δύο χρόνια νωρίτερα αλλά εκείνη η προσπάθεια δεν είχε ευοδωθεί.
Με την πρώτη κιόλας χρονιά κατακτάει Πρωτάθλημα, Κύπελλο και Ιταλικό Σούπερ Καπ το 2000, ενώ με το "καλημέρα" είχε ήδη σηκώσει το Ευρωπαϊκό Σούπερ Καπ το 1999. Θα παραμείνει στην "αιώνια πόλη" μέχρι το 2003 έχοντας 136 συμμετοχές και 18 τέρματα, ενώ τον Σεπτέμβριο του 2001, σε αγώνα του Champions League κόντρα στην Αϊντχόφεν, υπέστη ρήξη χιαστού συνδέσμου, μένοντας εκτός γηπέδων για πολλούς μήνες.
Επέστρεψε προς το τέλος της σεζόν και στις 5 Μαΐου 2002, η πρώην ομάδα του, η Ίντερ, χρειαζόταν νίκη στο «Ολίμπικο» κόντρα στη Λάτσιο για να πάρει το πρωτάθλημα. Η Λάτσιο επικράτησε με 4-2, με τον Σιμεόνε να σκοράρει το τρίτο γκολ της ομάδας του και από σεβασμό δεν πανηγύρισε, αλλά το γκολ του στέρησε το Σκουντέτο από την Ίντερ, με τον Ρονάλντο να κλαίει στον πάγκο.
Μετά την αποχώρηση πολλών αστέρων λόγω οικονομικών προβλημάτων του συλλόγου, ο Σιμεόνε υπό τις οδηγίες του Ρομπέρτο Μαντσίνι, βοήθησε τη Λάτσιο να τερματίσει στην 4η θέση και να εξασφαλίσει την έξοδο στο Champions League, έχοντας 6 γκολ σε 24 ματς πρωταθλήματος, κλείνοντας τον κύκλο του στη Ρώμη
Θα επιστρέψει στους "ροχιμπλάνκος" μέχρι το 2005 όπου θα αγωνιστεί σε 48 παιχνίδια πετυχαίνοντας 3 τέρματα. Βλέποντας ότι δεν είχε πλέον τον ενεργό ρόλο που επιθυμούσε στο γήπεδο, ο Σιμεόνε πήρε τη μεγάλη απόφαση τον Δεκέμβριο του 2004 να λύσει το συμβόλαιό του, προκειμένου να επιστρέψει στην πατρίδα του για να κλείσει την ποδοσφαιρική του καριέρα, έχοντας συνολικά 165 εμφανίσεις και 31 τέρματα.
Τον Ιανουάριο του 2005 υπέγραψε στη Ρασίνγκ Κλουμπ, την ομάδα που υποστήριζε από μικρό παιδί. Εκεί αγωνίστηκε για έναν χρόνο, μέχρι τον Φεβρουάριο του 2006, όταν κρέμασε οριστικά τα παπούτσια του, ύστερα απο 37 εμφανίσεις και 3 τέρματα.
Στις 14 Ιουλίου του 1988 στο Σίδνεϋ απέναντι στην Αυστραλία θα φορέσει για πρώτη φορά το εθνόσημο στο πλαίσιο του Bicentennial Tournament. Θα αναδειχθεί πρωταθλητής Νοτίου Αμερικής το 1991 και το 1993, κάτοχος του Confederations Cup του 1992 και το 1994 στα γήπεδα των Ηνωμένων Πολιτειών θα πάρει μέρος για πρώτη φορά σε τελική φάση Παγκοσμίου Κυπέλλου.
Θα αγωνιστεί και στα τέσσερα παιχνίδια όμως η Ρουμανία του Γκιόργκε Χάτζι στην φάση των "16" θα τους κόψει τον δρόμο για την συνέχεια. Πήρε μέρος στο Copa America του 1995, ενώ θα συμμετάσχει στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Ατλάντα το 1996 όπου και θα καταλάβει την δεύτερη θέση.
Δεύτερη συμμετοχή σε Παγκόσμιο Κύπελλο στα γήπεδα της Γαλλίας το 1998 όπου θα είναι βασικός και αρχηγός(μόνη εξαίρεση το παιχνίδι με την Τζαμάικα) στα πέντε παιχνίδια του τουρνουά. Μάλιστα στο παιχνίδι της φάσης των "16" απέναντι στην Αγγλία είναι αυτός που θα προκαλέσει την αποβολή του Ντέιβιντ Μπέκαμ κάτι που είχε παραδεχτεί και ο ίδιος στις δηλώσεις του.
Αγωνίστηκε στο τελευταίο Copa America το 1999 και θα πάρει μέρος στην τρίτη και τελευταία τελική φάση Παγκοσμίου Κυπέλλου το 2002 σε Ιαπωνία και Νότια Κορέα. Αγωνίζεται απέναντι σε Νιγηρία και Αγγλία όμως η "αλμπισελέστε" δεν θα καταφέρει να προκριθεί για την φάση των "16".
Το παιχνίδι απέναντι στους Άγγλους στο Σαπόρο στις 7 Ιουνίου θα αποτελέσει το "κύκνειο άσμα" με την εθνική ομάδα της χώρας του συμπληρώνοντας 106 συμμετοχές, έβδομος στην σχετική λίστα έχοντας βρει και 11 φορές τα δίχτυα.
Τον Φεβρουάριο του 2006 θα ξεκινήσει την προπονητική του καριέρα στην ομάδα με την οποία ολοκλήρωσε την ποδοσφαιρική την Ράσιγκ Κλάμπ, στην οποία θα παραμείνει μέχρι τον Μάιο του ίδιου έτους αφού η αλλαγή στην ιδιοκτησία θα φέρει και αλλαγές στο προπονητικό τιμ, όπου σε 14 παιχνίδια είχε 5 νίκες, 3 ισοπαλίες και 6 ήττες.
Ακολούθησε η Εστουντιάντες απο τις 18 Μαϊου του 2006 έως τις 31 Δεκεμβρίου 2007, την οποία οδήγησε στην κατάκτηση του Apertura του 2006 αλλά θα έρθει σε κόντρα με την διοίκηση του συλλόγου, έχοντας σε 61 αγώνες, 34 νίκες, 15 ισοπαλίες και 12 ήττες
Επόμενος σταθμός του η Ρίβερ Πλέιτ απο την 1η Ιανουαρίου 2008, με την οποία κατέκτησε το Clausura του 2008 αλλά στις 9 Νοεμβρίου του 2008 ύστερα απο τον αποκλεισμό απο τα προημιτελικά του Copa Sudamericana απο την Τσίβας Γουαδαλαχάρα και την κακή πορεία στο Apertura του 2008 ανακοίνωσε την αποχώρηση του απο τους "μιλιονάριος", ύστερα απο 45 αγώνες με 20 νίκες, 13 ισοπαλίες και 12 ήττες.
Από τις 21 Απριλίου 2009 έως τις 3 Απριλίου 2010 καθοδήγησε τη Σαν Λορέντζο σε 47 αγώνες με 21 νίκες, 9 ισοπαλίες και 17 ήττες. Παρά τις προσπάθειες να περάσει τη γνωστή αμυντική του πειθαρχία, παρουσίασε έντονα σκαμπανεβάσματα στην απόδοσή της και δεν κατάφερε να διεκδικήσει κάποιο πρωτάθλημα και τερμάτισε στην 7η θέση.
Στις αρχές του 2010, τα αρνητικά αποτελέσματα στο τουρνουά Clausura και η αυξανόμενη πίεση από τον κόσμο και τον τύπο έφεραν σε τέλμα τη σχέση του με τον σύλλογο. Στις 3 Απριλίου 2010, μετά από μια εντός έδρας ήττα με 1-0 από την Μπάνφιλντ, υπέβαλε την παραίτησή του προκειμένου να εκτονωθεί η κατάσταση.
Αναζητούσε ένα δυνατό «αγροτικό» βήμα στο ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο, την ίδια ώρα που ο ιταλικός σύλλογος έψαχνε έναν ισχυρό χαρακτήρα για να σώσει την κατηγορία. Μετά από μια γεμάτη πενταετία στους πάγκους της Αργεντινής, ένιωθε έτοιμος για το ευρωπαϊκό βήμα, η Ιταλία, όπου είχε μεγαλουργήσει ως παίκτης με τις Πίζα, Ίντερ και Λάτσιο, ήταν ο ιδανικός προορισμός.
Η Κατάνια εκείνη την εποχή είχε μια μοναδική ιδιαιτερότητα: διέθετε στο ρόστερ της πάνω από 10 Αργεντινούς ποδοσφαιριστές και ο διευθυντής της ομάδας, Πιέτρο Λο Μόνακο, ήθελε έναν προπονητή που να γνωρίζει άριστα τη νοοτροπία αυτών των παικτών και να μπορεί να τους επιβληθεί άμεσα.
Δεν τον απασχολούσε που πάλευε για τη σωτηρία· έβλεπε την πρόκληση ως την τέλεια ευκαιρία για να «φτιάξει» το όνομά του στους ευρωπαϊκούς πάγκους. Στις 18 Ιανουαρίου 2011όταν απέλυσε τον προπονητή της λόγω κακών αποτελεσμάτων που την είχαν φέρει οριακά πάνω από τη ζώνη του υποβιβασμού.
Η διοίκηση κινήθηκε αστραπιαία, καλώντας και τπροσφέροντας του συμβόλαιο μέχρι το τέλος της σεζόν. Ο «Τσόλο» δικαίωσε απόλυτα τις προσδοκίες, παρά το δύσκολο ξεκίνημα, πέρασε τη γνωστή του μαχητικότητα, πέτυχε σπουδαίες νίκες (όπως το 4-0 επί της Παλέρμο στο ντέρμπι της Σικελίας) και κράτησε με άνεση την Κατάνια στη Serie A, τερματίζοντας στη 13η θέση, στην υψηλότερη συγκομιδή βαθμών της ιστορίας της στη μεγάλη κατηγορία μέχρι τότε.
Παρέμεινε μέχρι την 1η Ιυνίου 2011 και σε 18 αγώνες είχε 7 νίκες, 3 ισοπαλίες και 8 ήττες και έχοντας ολοκληρώσει την αποστολή του, έλυσε κοινή συναινέσει το συμβόλαιό του για να επιστρέψει προσωρινά στην Αργεντινή.
Στις 22 Ιουνίου του 2011 επέστρεψε στην "ακαδημία", όμως στις 19 Δεκεμβρίου θα παραιτηθεί λόγω διαφωνιών με την διοίκηση, ύστερα απο 20 αγώνες με 8 νίκες, 10 ισοπαλές και 2 ήττες. Εκείνη την περίοδο η Ατλέτικο Μαδρίτης ετοιμαζόταν να απολύσει τον Γκρεγκόριο Μανθάνο εξαιτίας των κακών αποτελεσμάτων.
Η διοίκηση των "καλτσονέρος" ήρθε σε επαφή με τον Σιμεόνε με τις δύο πλευρές να έρχονται σε συμφωνία η οποία ανακοινώθηκε στις 23 Δεκεμβρίου του 2011. Στο πρώτο αυτό διάστημα θα την οδηγήσει στον τελικό του Europa League το 2012, όπου στο Βουκουρέστι θα επικρατήσει της Αθλέτικ Μπιλμπάο με 3-0, ενώ τον Αύγουστο θα πάρει και το Ευρωπαϊκό Σούπερ Καπ απέναντι στην Τσέλσι.
Την περίοδο 2012-2013 η Ατλέτικο θα επιστρέψει στις εγχώριες επιτυχίες αφού θα κατακτήσει το Κύπελλο απέναντι στην συμπολίτισσα της Ρεάλ στο "Σαντιάγκο Μπερναμπέου". Την επόμενη χρονιά 2013-2014 κατέκτησε το Πρωτάθλημα ύστερα απο σκληρή μάχη με την Μπαρτσελόνα ενώ έφτασε μέχρι και τον τελικό του Champions League της Λισαβόνας.
Έφτασε μια ανάσα απο το να το κατακτήσει μιας και προηγήθηκε στο 36' με τον Γκοδίν, αλλά στις καθυστερήσεις στο 90+3' ο Σέρχιο Ράμος ισοφάρισε οδηγώντας το παιχνίδι στην παράταση όπου εκεί η Ρεάλ πέτυχε τρία ακόμα τέρματα και κατέκτησε το τρόπαιο.
Την χρονιά 2014-2015 θα κατακτήσει το Ισπανικό Σούπερ Καπ, ενώ την επόμενη χρονιά 2015-2016 θα φτάσει σε δεύτερο τελικό Champions League στο "Τζιουζέπε Μεάτσα" του Μιλάνου όπου και πάλι θα βρει απέναντι την Ρεάλ Μαδρίτης.
Ο αγώνας θα κριθεί στην διαδικασία των πέναλντι όπου οι "μερένγκες" με 5-3 θα φτάσουν σε ένα ακόμα τρόπαιο. Την περίοδο 2017-2018 θα φτάσει στην κατάκτηση του δεύτερου Europa League στο "Πάρκ Ολιμπίκ" της Λυών κόντρα στην Μαρσέιγ με 3-0, ενώ λίγους μήνες αργότερα θα κατακτήσει και το Ευρωπαϊκό Σούπερ Καπ.
Την περίοδο 2020-21 θα φτάσει στην κατάκτηση του δεύτερου Πρωταθλήματος στην καριέρα του την τελευταία αγωνιστική με την εκτός έδρας νίκη κόντρα στην Βαγιαδολίδ φτάνοντας τους 86 βαθμούς αφήνοντας στην δεύτερη θέση την Ρεάλ Μαδρίτης με 84 βαθμούς.
Μέχρι στιγμής έχει κοουτσάρει σε 808 παιχνίδια, έχοντας 475 νίκες, 1736 ισοπαλίες και 160 ήττες, ενώ με τους 8 τίτλους που έχει κατακτήσει, είναι ο μακροβιότερος και ο πιο επιτυχημένος τεχνικός στην ιστορία του συλλόγου.
