Είναι ένας απο τους κορυφαίους γκολκίπερ όλων των εποχών και παράλληλα είναι ο πρώτος σε συμμετοχές στην εθνική Ιταλίας. Ο Τζιανλουίτζι Μπουφόν είναι απο τους λίγους ποδοσφαιριστές που έχει το προνόμιο να έχει αγωνιστεί σε παραπάνω απο 1.100 αγώνες σε όλες τις βαθμίδες.
Γεννήθηκε στις 28 Ιανουαρίου του 1978 στην πόλη Καράρα στην περιοχή της Τοσκάνης απο μια αθλητική οικογένεια, Η μητέρα του Μαρία Στέλα Μασόκο ήταν πρωταθλήτρια σε σφαιροβολία και δισκοβολία, ο θείος του Ντάντε Μασόκο μπασκετμπολίστας, τα μεγαλύτερα αδέρφια του ασχολήθηκαν με το βόλει ενώ και ο πατέρας του είχε ασχοληθεί με την σφαιροβολία.
Εκείνος όμως αποφάσισε να ακολουθήσει το ποδόσφαιρο ίσως επηρεασμένος απο τον παλιό τερματοφύλακα Λορέντσο Μπουφόν που ήταν ξάδερφός του παππού του και είχε αγωνιστεί σε Μίλαν, Τζένοα, Φιορεντίνα αλλά και στην εθνική Ιταλίας.
Μπολόνια και Μίλαν ενδιαφέρθηκαν να τον εντάξουν στο δυναμικό αλλά ο προπονητής των ακαδημιών της Πάρμα εντυπωσιάστηκε περισσότερο από τα σωματικά του προσόντα και κέρδισε την υπογραφή του το 1991 σε ηλικία 13 ετών. Μάλιστα ξεκίνησε να παίζει ως μέσος μέχρι να καταλήξει σε αυτή του τερματοφύλακα εντυπωσιασμένος απο την παρουσία του Τομας Ν'Κονό στο Παγκόσμιο Κύπελλο της Ιταλίας το 1990.
Έτσι όταν οι βασικοί τερματοφύλακες της μικρής ομάδας της Πάρμα τραυματίστηκαν, το ύψος και τα φυσικά προσόντα έπαιξαν ρόλο για να πάρει την θέση του τερματοφύλακα. Το καλοκαίρι του 1994 πήρε μέρος στην προετοιμασία της πρώτης ομάδας υπο τον Νέβιο Σκάλα και το 1995 προωθήθηκε στην πρώτη ομάδα για να κάνει ντεμπούτο στις 19 Νοεμβρίου του ίδιου χρόνου κόντρα στην Μίλαν.
Θα πραγματοποίησει 9 εμφανίσεις στην πρώτη του σεζόν και την αμέσως επόμενη θα είναι ο βασικός γκολκίπερ μέχρι και το καλοκαίρι του 2001, με 220 συμμετοχές στην Εμιλία Ρομάνα, πανηγυρίζοντας την κατάκτηση του Κυπέλλου Ιταλίας και του Κυπέλλου ΟΥΕΦΑ στο Λουζνίκι της Μόσχας κόντρα στην Μαρσέιγ και το Σούπερ Καπ Ιταλίας το 1999.
Η Μπαρτσελόνα είχε καταθέσει επίσημη πρόταση και είχε έρθει σε συμφωνία με την Πάρμα για το κόστος της μεταγραφής, αλλά ο πατέρας του Μπουφόν τον συμβούλευσε να επιλέξει τη Γιουβέντους.
Η Ρόμα (που μόλις είχε κατακτήσει το πρωτάθλημα Ιταλίας) έφτασε μια ανάσα από την υπογραφή του, είχε συμφωνήσει προφορικά με την Πάρμα. Όταν όμως ο πρόεδρός της, Φράνκο Σένσι, συνειδητοποίησε το τεράστιο οικονομικό βάρος, προτίμησε να αποκτήσει τον φθηνότερο Ιβάν Πελισόλι.
Στο Τορίνο θα αγωνιστεί για 17 χρονιά μέχρι και το 2018, 656 συμμετοχές με 9 Πρωταθλήματα το 2002 και το 2003 και απο το 2012 εώς το 2018, 4 Κύπελλα Ιταλίας απο το 2015 έως το 2018 και 5 Σούπερ Καπ το 2002, το 2003, το 2012, το 2013 και το 2015.
Ακόμα και όταν η Γιουβέντους την σεζόν 2006-2007, έπεσε στην δεύτερη κατηγορία λόγω του calciopolis ήταν απο τους λίγους που παρέμεινε στον σύλλογο. Δεν μπόρεσε να πανηγυρίσει ένα ευρωπαϊκό τρόπαιο αφού τρείς φορές έφτασε στον τελικό το 2003 στο Μάντσεστερ κόντρα στην Μίλαν, το 2015 στο Βερολίνο κόντρα στην Μπαρτσελόνα και το 2017 στο Κάρντιφ κόντρα στην Ρεάλ Μαδρίτης αλλά και τις τρείς ήταν στους ηττημένους.
Το καλοκαίρι του 2018 θα αποχωρήσει, μετά από 17 χρόνια στο Τορίνο και την κατάκτηση 9 πρωταθλημάτων Serie A, ένιωσε ότι χρειαζόταν ένα νέο κίνητρο εκτός Ιταλίας για να κρατήσει ζωντανή τη σπίθα του πρωταθλητισμού.
Τελικά επέλεξε την Παρί Σεν Ζερμέν, του πρόσφερε ένα εξαιρετικό οικονομικό συμβόλαιο, εγγυημένο χρόνο συμμετοχής (σε rotation με τον Αρεολά) και την υπόσχεση ενός πρωταγωνιστικού ρόλου στο Champions League.
Η προοπτική να αγωνιστεί σε μια φιλόδοξη ομάδα όπως η Παρί Σεν Ζερμέν, να γνωρίσει ένα νέο πρωτάθλημα και να διεκδικήσει εκ νέου το Champions League, του φάνηκε εξαιρετικά ελκυστική. Ο Μπουφόν ήθελε να αποχωρήσει ως βασικός και πρωταθλητής, χωρίς να αποτελέσει «βάρος» ή να περιοριστεί μόνιμα στον πάγκο.
Αρχικά, το πλάνο του ήταν να αποσυρθεί μετά το Μουντιάλ του 2018, όμως ο αποκλεισμός της Ιταλίας από την τελική φάση και η εξαιρετική σωματική του κατάσταση τον έκαναν να αναθεωρήσει και να συνεχίσει να παίζει.
Θα υπογράψει μονοετές συμβόλαιο στους Παριζιάνους με τους οποίους θα αγωνιστεί σε 25 παιχνίδια και θα κατακτήσει το Σούπερ Καπ και το Πρωτάθλημα. Το συμβόλαιο του δεν θα ανανεωθεί αφού η Παρί του πρότεινε ανανέωση συμβολαίου, αλλά του ξεκαθάρισε ότι τη νέα σεζόν θα ήταν ο δεύτερος κίπερ της ομάδας.
Στα 41 του χρόνια, ένιωθε σωματικά έτοιμος να αγωνίζεται τακτικά και δεν ήθελε να περάσει μια ολόκληρη χρονιά στον πάγκο. Η Παρί σκόπευε να του προσφέρει κλειστό διετές συμβόλαιο, όμως ο αποκλεισμός-σοκ από τη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ στη φάση των «16» (όπου ο Μπουφόν έκανε ένα σοβαρό λάθος) ανάγκασε τη διοίκηση να αναθεωρήσει και αποφάσισαν να δώσουν φανέλα βασικού στον Αλφόνς Αρεολά ή να επαναφέρουν τον Κέβιν Τραπ.
Βλέποντας ότι δεν θα είχε τον επιθυμητό χρόνο συμμετοχής στο Παρίσι, ο Μπουφόν προτίμησε να κλείσει τον κύκλο του στο εξωτερικό, αν και είχε προτάσεις. Η Πόρτο ήταν η ομάδα που τον πίεσε περισσότερο από κάθε άλλη, μιας και οι Πορτογάλοι έψαχναν επειγόντως έναν τερματοφύλακα παγκόσμιας κλάσης για να αντικαταστήσει τον Ίκερ Κασίγιας, ο οποίος είχε υποστεί καρδιακό επεισόδιο.
Η προοπτική να παίξει στο Champions League ως βασικός έκανε τον Μπουφόν να το σκεφτεί σοβαρά. Η Λιντς Γιουνάιτεντ (που τότε αγωνιζόταν στην Championship υπό τις οδηγίες του Μαρσέλο Μπιέλσα) του κατέθεσε επίσημη πρόταση.
Ο Μπουφόν έχει δηλώσει αργότερα πως η ιδέα να παίξει στην ιστορική Λιντς τον γοήτευε, αλλά ήθελε να επιστρέψει στην πατρίδα του. Η Φλουμινένσε έκανε επίσημη κρούση και πρόταση με τον σύλλογο να του προσφέρει την ευκαιρία να ζήσει την εμπειρία του λατινοαμερικάνικου ποδοσφαίρου, όμως ο Μπουφόν την απέρριψε λόγω της μεγάλης απόστασης από την οικογένειά του.
Η Αταλάντα που μόλις είχε εξασφαλίσει την ιστορική της έξοδο στο Champions League, του πρότεινε να αναλάβει τα γάντια του βασικού για να προσφέρει την πολύτιμη ευρωπαϊκή του εμπειρία. Η Πάρμα έκανε μια διερευνητική επαφή για να τον φέρει πίσω από για να τον φέρει πίσω από τότε.
Δεύτερος σε συμμετοχές 685 πίσω μόνο απο τον Ντελ Πιέρο, πρώτος σε συμμετοχές με τους "μπιανκονέρι" στην SERIE A αλλά και στο Κύπελλο Πρωταθλητριών/Champions League. Tον Ιούνιο του 2021 η Πάρμα μέσω του λογαριασμού της στο twitter ανακοίνωσε την επιστροφή του Μπουφόν στους "παρμέντζι".
Έτσι ο δεύτερος κύκλος έκλεισε στην Πάρμα προσθέτοντας ακόμα 45 συμμετοχές φτάνοντας συνολικά τις 265 με τους "παρμέντσι". Λίγες ημέρες αργότερα ανακοινώθηκε η πρόσληψη του ως υπεύθυνος της εθνικής ομάδας σε μία θέση που είχε μείνει κενή μετά την αποχώρηση του Τζιανλούκα Βιάλι όταν είχε διαγνωσθεί με καρκίνο στο πάγκρεας.
Στα τέλη του 2023 πήρε το δίπλωμα του τεχνικού διευθυντή και απο τον Σεπτέμβριο του 2024 ανέλαβε έναν πιο εξελιγμένο ρόλο αναλαμβάνοντας χρέη συνδέσμου με την εθνική ομάδα, τα τμήματα υποδομής και τα κλάμπ της SERIE A.
H αποτυχία όμως της Ιταλίας να προκριθεί για τρίτη συνεχόμενη φορά σε τελική φάση Παγκοσμίου Κυπέλλου οδήγησε τον Μπουφόν στις 2 Απριλίου να ανακοινώσει την αποχώρηση του απο την ομοσπονδία.
Όταν ανέλαβε ο Πάολο Μαλντίνι επιθυμούσε διακαώς να κρατήσει τον Μπουφόν στο πρότζεκτ της επόμενης ημέρας. Του είχε προτείνει έναν κεντρικό ρόλο στο Club Italia, το σώμα που επιβλέπει τη λειτουργία όλων των εθνικών ομάδων (από τα τμήματα υποδομής έως την πρώτη ομάδα.
Στις 29 Οκτωβρίου του 1997 θα πραγματοποιήσει την πρώτη του εμφάνιση στην Μόσχα κόντρα στην Ρωσία όταν και θα αντικαταστήσει τον τραυματία Παλιούκα στον πρώτο αγώνα για τα πλει-οφ του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1998.
Θα είναι στην αποστολή για την τελική φάση όμως δεν θα αγωνιστεί ενώ θα χάσει το EURO 2000 λόγω τραυματισμού στο χέρι. Παρών σε όλα τα παιχνίδια στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 2002, του EURO 2004 αλλά και στο Παγκόσμιο Κύπελλο της Γερμανίας το 2006.
Εκεί όπου θα αναδειχθεί Παγκόσμιος Πρωταθλητής, θα πάρει το βραβείο του καλύτερου τερματοφύλακα της διοργάνωσης, θα είναι μέλος της καλύτερης ομάδας του τουρνουά ενώ θα είναι δεύτερος στην ψηφοφορία για την Χρυσή Μπάλα πίσω απο τον Φάμπιο Καναβάρο.
Παρών στο EURO 2008 όπου συμπεριλήφθηκε στην κορυφαία ομάδα του τουρνουά, ενώ στο Παγκόσμιο Κύπελλο της Νοτίου Αφρικής έπαιξε μόνο στο παιχνίδι κόντρα στην Παραγουάη αφού λόγω τραυματισμού.
Στο EURO 2012 ώς αρχηγός των "ατζούρι" θα αγωνιστεί στον τελικό της διοργάνωσης και για μία ακόμη φορά θα συμπεριληφθεί στην κορυφαία ομάδα του τουρνουά. Θα λάβει μέρος στο Confederations Cup του 2013 ενώ στο Παγκόσμιο Κύπελλο της Βραζιλίας το 2014 θα παίξει στα δύο απο τα τρία παιχνίδια του ομίλου.
Θα είναι παρών στο τέταρτο EURO της καριέρας του το 2016 στην Γαλλία, όπου θα ισοφαρίσει τον Ντελ Πιέρο και θα γίνει ο πρώτος σε συμμετοχές Ιταλός σε τελική φάση με 14. Μετά την αποτυχία πρόκρισης στο Παγκόσμιο Κύπελλο της Ρωσίας θα ανακοινώσει την απόφαση του να αποχωρήσει απο την "σκουάντρα ατζούρα".
Εντούτοις θα κληθεί στα φιλικά παιχνίδια κόντρα σε Αργεντινή και Αγγλία και στις 23 Μαρτίου στο Μάντσεστερ κόντρα στην "αλμπισελέστε" θα πραγματοποιήσει την 176η εμφάνιση πρώτος σε συμμετοχές και την 80η ως αρχηγός που και αυτό είναι ρεκόρ ξεπερνώντας τον Καναβάρο.
To καλοκαίρι του 2010 αγόρασε με ποσοστό 50% των μετοχών της Καραρέσε, το 2011 το ποσοστό του έφτασε στο 70% , ενώ το 2012 κατείχε το 100%. Τον Ιούλιο του 2015 θα πουλήσει το 70% των μετοχών του στον μεσίτη Ραφαέλε Ταρτάλια ενώ δύο χρόνια αργότερα το 2017 θα λανσάρει δικό του κρασί με το όνομα "Buffon#1".
