www.goahits.blogspot.com

Διεθνές ποδόσφαιρο όπως δεν έχετε ξαναδιαβάσει!

15/8/26

Τζιανλουίτζι Μπουφόν Ο "Σούπερμαν" του ιταλικού ποδοσφαίρου

Είναι ένας απο τους κορυφαίους γκολκίπερ όλων των εποχών και παράλληλα είναι ο πρώτος σε συμμετοχές στην εθνική Ιταλίας. Ο Τζιανλουίτζι Μπουφόν είναι απο τους λίγους ποδοσφαιριστές που έχει το προνόμιο να έχει αγωνιστεί σε παραπάνω απο 1.100 αγώνες σε όλες τις βαθμίδες.

Γεννήθηκε στις 28 Ιανουαρίου του 1978 στην πόλη Καράρα στην περιοχή της Τοσκάνης απο μια αθλητική οικογένεια, Η μητέρα του Μαρία Στέλα Μασόκο ήταν πρωταθλήτρια σε σφαιροβολία και δισκοβολία, ο θείος του Ντάντε Μασόκο μπασκετμπολίστας, τα μεγαλύτερα αδέρφια του ασχολήθηκαν με το βόλει ενώ και ο πατέρας του είχε ασχοληθεί με την σφαιροβολία.

Εκείνος όμως αποφάσισε να ακολουθήσει το ποδόσφαιρο ίσως επηρεασμένος απο τον παλιό τερματοφύλακα Λορέντσο Μπουφόν που ήταν ξάδερφός του παππού του και είχε αγωνιστεί σε Μίλαν, Τζένοα, Φιορεντίνα αλλά και στην εθνική Ιταλίας.

Μπολόνια και Μίλαν ενδιαφέρθηκαν να τον εντάξουν στο δυναμικό αλλά ο προπονητής των ακαδημιών της Πάρμα εντυπωσιάστηκε περισσότερο από τα σωματικά του προσόντα και κέρδισε την υπογραφή του το 1991 σε ηλικία 13 ετών. Μάλιστα ξεκίνησε να παίζει ως μέσος μέχρι να καταλήξει σε αυτή του τερματοφύλακα εντυπωσιασμένος απο την παρουσία του Τομας Ν'Κονό στο Παγκόσμιο Κύπελλο της Ιταλίας το 1990.

Έτσι όταν οι βασικοί τερματοφύλακες της μικρής ομάδας της Πάρμα τραυματίστηκαν, το ύψος και τα φυσικά προσόντα έπαιξαν ρόλο για να πάρει την θέση του τερματοφύλακα. Το καλοκαίρι του 1994 πήρε μέρος στην προετοιμασία της πρώτης ομάδας υπο τον Νέβιο Σκάλα και το 1995 προωθήθηκε στην πρώτη ομάδα για να κάνει ντεμπούτο στις 19 Νοεμβρίου του ίδιου χρόνου κόντρα στην Μίλαν.

Θα πραγματοποίησει 9 εμφανίσεις στην πρώτη του σεζόν και την αμέσως επόμενη θα είναι ο βασικός γκολκίπερ μέχρι και το καλοκαίρι του 2001, με 220 συμμετοχές στην Εμιλία Ρομάνα, πανηγυρίζοντας την κατάκτηση του Κυπέλλου Ιταλίας και του Κυπέλλου ΟΥΕΦΑ στο Λουζνίκι της Μόσχας κόντρα στην Μαρσέιγ και το Σούπερ Καπ Ιταλίας το 1999. 

Η Μπαρτσελόνα είχε καταθέσει επίσημη πρόταση και είχε έρθει σε συμφωνία με την Πάρμα για το κόστος της μεταγραφής, αλλά ο πατέρας του Μπουφόν τον συμβούλευσε να επιλέξει τη Γιουβέντους. 

Η Ρόμα (που μόλις είχε κατακτήσει το πρωτάθλημα Ιταλίας) έφτασε μια ανάσα από την υπογραφή του, είχε συμφωνήσει προφορικά με την Πάρμα. Όταν όμως ο πρόεδρός της, Φράνκο Σένσι, συνειδητοποίησε το τεράστιο οικονομικό βάρος, προτίμησε να αποκτήσει τον φθηνότερο Ιβάν Πελισόλι.

Η Γιουβέντους δεν είχε σχεδιάσει αρχικά να δαπανήσει ένα τόσο αστρονομικό ποσό για τερματοφύλακα. Όλα άλλαξαν όταν η Ρεάλ Μαδρίτης αγόρασε τον Ζινεντίν Ζιντάν έναντι του ποσού-ρεκόρ των 77,5 εκατομμυρίων ευρώ. 

Έχοντας ξαφνικά τεράστια οικονομική ρευστότητα, η διοίκηση της Γιουβέντους με επικεφαλής τον Λουτσιάνο Μότζι) αποφάσισε να αναδομήσει ριζικά την ομάδα, στοχεύοντας στην απόκτηση των κορυφαίων παικτών του ιταλικού πρωταθλήματος.

Μόλις η Ρόμα αποσύρθηκε από τη διεκδίκηση του Μπουφόν λόγω κόστους, η Γιουβέντους κινήθηκε αστραπιαία, ικανοποίησε τις οικονομικές απαιτήσεις της Πάρμα και έπεισε τον παίκτη ότι το Τορίνο ήταν ο ιδανικός προορισμός για την καριέρα του.

Το συνολικό κόστος της μεταγραφής άγγιξε τα 105 δισεκατομμύρια ιταλικές λιρέτες (περίπου 52,8 εκατομμύρια ευρώ). Το ποσό αυτό δεν καταβλήθηκε εξ ολοκλήρου σε μετρητά, αλλά δομήθηκε ως εξής: 75 δισεκατομμύρια λιρέτες (περίπου 38,7 εκατ. ευρώ) σε καθαρά μετρητά προς την Πάρμα, 30 δισεκατομμύρια λιρέτες (περίπου 14,1 εκατ. ευρώ) ως έμψυχο αντάλλαγμα, με τη μετακίνηση του μέσου Τζόναθαν Μπακίνι από τη Γιουβέντους στην Πάρμα.

Στο Τορίνο θα αγωνιστεί για 17 χρονιά μέχρι και το 2018, 656 συμμετοχές με 9 Πρωταθλήματα το 2002 και το 2003 και απο το 2012 εώς το 2018, 4 Κύπελλα Ιταλίας απο το 2015 έως το 2018 και 5 Σούπερ Καπ το 2002, το 2003, το 2012, το 2013 και το 2015.

Ακόμα και όταν η Γιουβέντους την σεζόν 2006-2007, έπεσε στην δεύτερη κατηγορία λόγω του calciopolis ήταν απο τους λίγους που παρέμεινε στον σύλλογο. Δεν μπόρεσε να πανηγυρίσει ένα ευρωπαϊκό τρόπαιο αφού τρείς φορές έφτασε στον τελικό το 2003 στο Μάντσεστερ κόντρα στην Μίλαν, το 2015 στο Βερολίνο κόντρα στην Μπαρτσελόνα και το 2017 στο Κάρντιφ κόντρα στην Ρεάλ Μαδρίτης αλλά και τις τρείς ήταν στους ηττημένους.

Το καλοκαίρι του 2018 θα αποχωρήσει, μετά από 17 χρόνια στο Τορίνο και την κατάκτηση 9 πρωταθλημάτων Serie A, ένιωσε ότι χρειαζόταν ένα νέο κίνητρο εκτός Ιταλίας για να κρατήσει ζωντανή τη σπίθα του πρωταθλητισμού.

Η Ρεάλ Μαδρίτης εξέταζε την περίπτωσή του για να φέρουν έναν τερματοφύλακα τεράστιας προσωπικότητας και εμπειρίας στα αποδυτήριά τους. Η Μπαρτσελόνα έκανε διερευνητική κρούση στον Μπουφόν προσφέροντάς του τον ρόλο του δεύτερου τερματοφύλακα. Αν και η προοπτική να αγωνιστεί στην ίδια ομάδα με τον Λιονέλ Μέσι του άρεσε, ο ίδιος προτίμησε την Παρί όπου θα είχε πιο ενεργό ρόλο στο rotation. 

Μάντσεστερ Σίτι και Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, προσέγγισαν την πλευρά του παίκτη, μάλιστα, ο Πεπ Γκουαρδιόλα είχε εκδηλώσει προσωπικό ενδιαφέρον για να τον εντάξει στο δυναμικό της Σίτι. 

Είχε δεχθεί επίσημη πρόταση από τη FIFA για να αναλάβει διοικητικό ρόλο, καθώς και πρόταση από την ιταλική ποδοσφαιρική ομοσπονδία για να ενταχθεί άμεσα στο τεχνικό τιμ της Εθνικής Ιταλίας.

Τελικά επέλεξε την Παρί Σεν Ζερμέν, του πρόσφερε ένα εξαιρετικό οικονομικό συμβόλαιο, εγγυημένο χρόνο συμμετοχής (σε rotation με τον Αρεολά) και την υπόσχεση ενός πρωταγωνιστικού ρόλου στο Champions League. 

Η προοπτική να αγωνιστεί σε μια φιλόδοξη ομάδα όπως η Παρί Σεν Ζερμέν, να γνωρίσει ένα νέο πρωτάθλημα και να διεκδικήσει εκ νέου το Champions League, του φάνηκε εξαιρετικά ελκυστική. Ο Μπουφόν ήθελε να αποχωρήσει ως βασικός και πρωταθλητής, χωρίς να αποτελέσει «βάρος» ή να περιοριστεί μόνιμα στον πάγκο. 

Αρχικά, το πλάνο του ήταν να αποσυρθεί μετά το Μουντιάλ του 2018, όμως ο αποκλεισμός της Ιταλίας από την τελική φάση και η εξαιρετική σωματική του κατάσταση τον έκαναν να αναθεωρήσει και να συνεχίσει να παίζει.

Θα υπογράψει μονοετές συμβόλαιο στους Παριζιάνους με τους οποίους θα αγωνιστεί σε 25 παιχνίδια και θα κατακτήσει το Σούπερ Καπ και το Πρωτάθλημα. Το συμβόλαιο του δεν θα ανανεωθεί αφού η Παρί του πρότεινε ανανέωση συμβολαίου, αλλά του ξεκαθάρισε ότι τη νέα σεζόν θα ήταν ο δεύτερος κίπερ της ομάδας.

Στα 41 του χρόνια, ένιωθε σωματικά έτοιμος να αγωνίζεται τακτικά και δεν ήθελε να περάσει μια ολόκληρη χρονιά στον πάγκο. Η Παρί σκόπευε να του προσφέρει κλειστό διετές συμβόλαιο, όμως  ο αποκλεισμός-σοκ από τη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ στη φάση των «16» (όπου ο Μπουφόν έκανε ένα σοβαρό λάθος) ανάγκασε τη διοίκηση να αναθεωρήσει και αποφάσισαν να δώσουν φανέλα βασικού στον Αλφόνς Αρεολά ή να επαναφέρουν τον Κέβιν Τραπ.

Βλέποντας ότι δεν θα είχε τον επιθυμητό χρόνο συμμετοχής στο Παρίσι, ο Μπουφόν προτίμησε να κλείσει τον κύκλο του στο εξωτερικό, αν και είχε προτάσεις. Η Πόρτο ήταν η ομάδα που τον πίεσε περισσότερο από κάθε άλλη, μιας και οι Πορτογάλοι έψαχναν επειγόντως έναν τερματοφύλακα παγκόσμιας κλάσης για να αντικαταστήσει τον Ίκερ Κασίγιας, ο οποίος είχε υποστεί καρδιακό επεισόδιο. 

Η προοπτική να παίξει στο Champions League ως βασικός έκανε τον Μπουφόν να το σκεφτεί σοβαρά. Η Λιντς Γιουνάιτεντ (που τότε αγωνιζόταν στην Championship υπό τις οδηγίες του Μαρσέλο Μπιέλσα) του κατέθεσε επίσημη πρόταση. 

Ο Μπουφόν έχει δηλώσει αργότερα πως η ιδέα να παίξει στην ιστορική Λιντς τον γοήτευε, αλλά ήθελε να επιστρέψει στην πατρίδα του. Η Φλουμινένσε έκανε επίσημη κρούση και πρόταση με τον σύλλογο να του προσφέρει την ευκαιρία να ζήσει την εμπειρία του λατινοαμερικάνικου ποδοσφαίρου, όμως ο Μπουφόν την απέρριψε λόγω της μεγάλης απόστασης από την οικογένειά του.

Η Αταλάντα που μόλις είχε εξασφαλίσει την ιστορική της έξοδο στο Champions League, του πρότεινε να αναλάβει τα γάντια του βασικού για να προσφέρει την πολύτιμη ευρωπαϊκή του εμπειρία. Η Πάρμα έκανε μια διερευνητική επαφή για να τον φέρει πίσω από για να τον φέρει πίσω από τότε.

Όπως εξήγησε ο ίδιος, όταν εμφανίστηκε η προοπτική να επιστρέψει στο Τορίνο, όλα τα άλλα σενάρια υποχώρησαν. Παρότι ήξερε ότι στη Γιουβέντους θα ήταν ο δεύτερος τερματοφύλακα πίσω από τον Στσένσνι, αποδέχτηκε τον ρόλο μόνο και μόνο λόγω του βαθύτατου δεσμού του με τον σύλλογο και της επιθυμίας του να κλείσει την καριέρα του στο κορυφαίο επίπεδο στην Ιταλία.

Ο Μπουφόν χρειαζόταν ακριβώς 8 συμμετοχές στο πρωτάθλημα για να ξεπεράσει το ιστορικό ρεκόρ του Πάολο Μαλντίνι (647 εμφανίσεις) και να γίνει ο παίκτης με τις περισσότερες συμμετοχές στην ιστορία της Serie A. Η διοίκηση και ο τότε προπονητής, Μαουρίτσιο Σάρι, δεσμεύτηκαν γραπτώς να του τις δώσουν.

Πέρα από το εγχώριο πρωτάθλημα, το συμβόλαιο προέβλεπε ότι θα αγωνιζόταν σε τουλάχιστον δύο παιχνίδια της κορυφαίας ευρωπαϊκής διοργάνωσης κατά τη διάρκεια της φάσης των ομίλων. 

 Προκειμένου να διευκολύνει την επιστροφή του, ο Μπουφόν συμφώνησε σε ένα χαμηλό για την αξία του συμβόλαιο, ύψους 1,5 εκατομμυρίου ευρώ (συν μπόνους επίτευξης στόχων). Θα επιστρέψει στην Γιουβέντους όπου θα προσθέσει ακόμα 29 συμμετοχές και θα κατακτήσει το Πρωτάθλημα του 2019-2020, το Σούπερ Καπ του 2020 και το Κύπελλο Ιταλίας το 2021.

Δεύτερος σε συμμετοχές 685 πίσω μόνο απο τον Ντελ Πιέρο, πρώτος σε συμμετοχές με τους "μπιανκονέρι" στην SERIE A  αλλά και στο Κύπελλο Πρωταθλητριών/Champions League. Tον Ιούνιο του 2021 η Πάρμα μέσω του λογαριασμού της στο twitter  ανακοίνωσε την επιστροφή του Μπουφόν στους "παρμέντζι".

Ο Μπουφόν ένιωθε ότι χρωστούσε μια τελευταία θητεία στην ομάδα που τον ανέδειξε και του έδωσε την ευκαιρία να γίνει αυτός που έγινε. Ήθελε να κλείσει τον κύκλο της ποδοσφαιρικής του ζωής εκεί που όλα ξεκίνησαν.

Ο νέος Αμερικανός ιδιοκτήτης της Πάρμα Κάιλ Κράουζε προσέγγισε προσωπικά τον Μπουφόν και παρότι η ομάδα είχε μόλις υποβιβαστεί στη Serie B, του παρουσίασε ένα πλάνο αναγέννησης του συλλόγου, ζητώντας του να γίνει ο ηγέτης αυτής της προσπάθειας για να επιστρέψει η ομάδα στην πρώτη κατηγορία.

Μετά από δύο χρόνια ως αναπληρωματικός στη Γιουβέντους, ο Μπουφόν, στα 43 του χρόνια, ήθελε ακόμα να ιδρώνει τη φανέλα κάθε Σαββατοκύριακο. Η Πάρμα του πρόσφερε τη φανέλα του βασικού στο σπίτι του.

Άν και φάνταζε απίθανο, ο Μπουφόν είχε στο πίσω μέρος του μυαλού του ότι αν έπαιζε βασικός και σταθερά σε υψηλό επίπεδο, ίσως κέρδιζε μια θέση στην αποστολή της Εθνικής Ιταλίας για το Παγκόσμιο Κύπελλο του 2022, ώστε να γίνει ο μοναδικός παίκτης στην ιστορία με συμμετοχή σε 6 Μουντιάλ (αν και η Ιταλία τελικά αποκλείστηκε).

Μάλιστα στις 28 Φεβρουαρίου του 2022 ανακοινώθηκε η επέκταση του συμβολαίου του μέχρι και το 2024. Την 1η  Αυγούστου του 2023 αποφάσισε να αποσυρθεί απο την ενεργό δράση και μία ημέρα αργότερα επισημοποίησε αυτή την κίνηση μέσω του επίσημου λογαριασμού του στο twitter.

Έτσι ο δεύτερος κύκλος έκλεισε στην Πάρμα προσθέτοντας ακόμα 45 συμμετοχές φτάνοντας συνολικά τις 265 με τους "παρμέντσι". Λίγες ημέρες αργότερα ανακοινώθηκε η πρόσληψη του ως υπεύθυνος της εθνικής ομάδας σε μία θέση που είχε μείνει κενή μετά την αποχώρηση του Τζιανλούκα Βιάλι όταν είχε διαγνωσθεί με καρκίνο στο πάγκρεας.

Στα τέλη του 2023 πήρε το δίπλωμα του τεχνικού διευθυντή και απο τον Σεπτέμβριο του 2024 ανέλαβε έναν πιο εξελιγμένο ρόλο αναλαμβάνοντας χρέη συνδέσμου με την εθνική ομάδα, τα τμήματα υποδομής και τα κλάμπ της SERIE A.

H αποτυχία όμως της Ιταλίας να προκριθεί για τρίτη συνεχόμενη φορά σε τελική φάση Παγκοσμίου Κυπέλλου οδήγησε τον Μπουφόν στις 2 Απριλίου να ανακοινώσει την αποχώρηση του απο την ομοσπονδία.

Όταν ανέλαβε ο Πάολο Μαλντίνι επιθυμούσε διακαώς να κρατήσει τον Μπουφόν στο πρότζεκτ της επόμενης ημέρας. Του είχε προτείνει έναν κεντρικό ρόλο στο Club Italia, το σώμα που επιβλέπει τη λειτουργία όλων των εθνικών ομάδων (από τα τμήματα υποδομής έως την πρώτη ομάδα.

Απέρριψε επίσημα την πρόταση του Μαλντίνι, όπως εξήγησε ο ίδιος στα τέλη Ιουλίου, μετά από περισσότερα από 30 χρόνια συνεχούς παρουσίας στα γήπεδα χωρίς πραγματικό διάλειμμα, ένιωσε την ανάγκη να πάρει χρόνο για τον εαυτό του και να μείνει μακριά από την πίεση του ποδοσφαίρου.

Στις 29 Οκτωβρίου του 1997 θα πραγματοποιήσει την πρώτη του εμφάνιση στην Μόσχα κόντρα στην Ρωσία όταν και θα αντικαταστήσει τον τραυματία Παλιούκα στον πρώτο αγώνα για τα πλει-οφ του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1998.

Θα είναι στην αποστολή για την τελική φάση όμως δεν θα αγωνιστεί ενώ θα χάσει το EURO 2000 λόγω τραυματισμού στο χέρι. Παρών σε όλα τα παιχνίδια στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 2002, του EURO 2004 αλλά και στο Παγκόσμιο Κύπελλο της Γερμανίας το 2006.

Εκεί όπου θα αναδειχθεί Παγκόσμιος Πρωταθλητής, θα πάρει το βραβείο του καλύτερου τερματοφύλακα της διοργάνωσης, θα είναι μέλος της καλύτερης ομάδας του τουρνουά ενώ θα είναι δεύτερος στην ψηφοφορία για την Χρυσή Μπάλα πίσω απο τον Φάμπιο Καναβάρο.

Παρών στο EURO 2008 όπου συμπεριλήφθηκε στην κορυφαία ομάδα του τουρνουά, ενώ στο Παγκόσμιο Κύπελλο της Νοτίου Αφρικής έπαιξε μόνο στο παιχνίδι κόντρα στην Παραγουάη αφού λόγω τραυματισμού.

Στο EURO 2012 ώς αρχηγός των "ατζούρι" θα αγωνιστεί στον τελικό της διοργάνωσης και για μία ακόμη φορά θα συμπεριληφθεί στην κορυφαία ομάδα του τουρνουά. Θα λάβει μέρος στο Confederations Cup του 2013 ενώ στο Παγκόσμιο Κύπελλο της  Βραζιλίας το 2014 θα παίξει στα δύο απο τα τρία παιχνίδια του ομίλου.

Θα είναι παρών στο τέταρτο EURO της καριέρας του το 2016 στην Γαλλία, όπου θα ισοφαρίσει τον  Ντελ Πιέρο και θα γίνει ο πρώτος σε συμμετοχές Ιταλός σε τελική φάση με 14. Μετά την αποτυχία πρόκρισης στο Παγκόσμιο Κύπελλο της Ρωσίας θα ανακοινώσει την απόφαση του να αποχωρήσει απο την "σκουάντρα ατζούρα".

Εντούτοις θα κληθεί στα φιλικά παιχνίδια κόντρα σε Αργεντινή και Αγγλία και στις 23 Μαρτίου στο Μάντσεστερ κόντρα στην "αλμπισελέστε" θα πραγματοποιήσει την 176η εμφάνιση πρώτος σε συμμετοχές και την 80η ως αρχηγός που και αυτό είναι ρεκόρ ξεπερνώντας τον Καναβάρο.

To καλοκαίρι του 2010 αγόρασε με ποσοστό 50% των μετοχών της Καραρέσε, το 2011 το ποσοστό του έφτασε στο 70% , ενώ το 2012 κατείχε το 100%. Τον Ιούλιο του 2015 θα πουλήσει το 70% των μετοχών του στον μεσίτη Ραφαέλε Ταρτάλια ενώ δύο χρόνια αργότερα το 2017 θα λανσάρει δικό του κρασί με το όνομα "Buffon#1".


 





Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...