Είναι ο γηραιότερος σκόρερ σε τελική φάση Παγκοσμίου Κυπέλλου, Ο Ροζέ Μιλά έγινε ευρύτερα γνωστός στο ευρύ κοινό με τα κατορθώματα του στο Παγκόσμιο Κύπελλο της Ιταλίας και τον χορό του στο σημαιάκι του κόρνερ όταν σκόραρε.
Γεννήθηκε στις 20 Μάϊου του 1952 στην Γιαουντέ, αλλά λόγω της δουλειάς του πατέρα του (ο οποίος ήταν σιδηροδρομικός υπάλληλος) η οικογένεια μετακόμισε στην πόλη Ντουάλα, η οποία έγινε το ποδοσφαιρικό του λίκνο.
Στην εφηβεία του ξεχώριζε και στον στίβο, μάλιστα, στα 17 του ανακηρύχθηκε πρωταθλητής σχολείων του Καμερούν στο άλμα εις ύψος. Σε ηλικία 13 ετών εντάχθηκε στην Εκλέρ Ντε Ντουάλα, ξεκίνησε από τα τμήματα υποδομής, αλλά το ταλέντο του ήταν τόσο εμφανές που σε ηλικία 15-16 ετών έκανε το επίσημο ντεμπούτο του με την πρώτη ομάδα στη Β' Κατηγορία του Καμερούν και μέχρι το 1970 είχε 57 εμφανίσεις και 6 γκολ.
Η Λέοπαρντ ήταν μια από τις παραδοσιακές και πιο λαοφιλείς δυνάμεις της πόλης, η διοίκησή της κινήθηκε αποφασιστικά το καλοκαίρι του 1970 για να αποκτήσει τον νεαρό επιθετικό, προσφέροντάς του την ευκαιρία να αγωνιστεί στην πρώτη τη τάξει κατηγορία.
Η μεταγραφή αποδείχθηκε «χρυσάφι», ο Μιλά οδήγησε άμεσα τη Λέοπαρντ στην κατάκτηση 2 Πρωταθλημάτων Καμερούν το 1972 και το 1973 και πέτυχε το εξωπραγματικό νούμερο των 89 γκολ σε 116 εμφανίσεις μέσα σε τέσσερα χρόνια
Όπως ήταν φυσικό με τα επιτεύγματα του αποτέλεσε το "μήλο της έριδας" για τις ομάδες της χώρας. Οι τοπικές δυνάμεις της Ντουάλα, όπως η προηγούμενη ομάδα του η Λέοπαρντ αλλά και η Ορυξά, προσπάθησαν να τον πείσουν να μην αφήσει την πόλη, αλλά η επιθυμία του Μιλά ήταν να αγωνιστεί στην πρωτεύουσα και να βρεθεί στο επίκεντρο των αποφάσεων για την Εθνική ομάδα.
Απο την άλλη οι ομάδες της Γιαουντέ, Κανόν και Τονέρ πίεσαν και αυτές απο την πλευρά τους τον πάικτη, η Κάνον ήταν η απόλυτη κυρίαρχος των τίτλων εκείνη την εποχή και απο την άλλη η Τονέρ που ήταν και η εκλεκτή διότι του εγγυήθηκε τον απόλυτο ηγετικό ρόλο στην επίθεση, κάτι που δικαιώθηκε άμεσα.
Κατέκτησε το Κύπελλο Καμερούν το 1974, και το Αφρικανικό Κύπελλο Κυπελλούχων το 1975, επικρατώντας στον τελικό της Στέλλα Κλουμπ από την Ακτή Ελεφαντοστού.
Χάρη στα εντυπωσιακά του επιτεύγματα και τα δεκάδες γκολ του, σημείωσε 69 γκολ σε 87 εμφανίσεις με την Τονέρ, κέρδισε για πρώτη φορά στην καριέρα του τη Χρυσή Μπάλα της Αφρικής το 1976.
Πολλές γαλλικές ομάδες της πρώτης κατηγορίας, άρχισαν να εξετάζουν την περίπτωσή του. Η Μονπελιέ και η Στρασμπούρ είχαν δείξει ενδιαφέρον, αλλά οι περισσότεροι μεγάλοι σύλλογοι δίσταζαν να επενδύσουν σε έναν 25χρονο Αφρικανό ποδοσφαιριστή, καθώς το ποδόσφαιρο στην ήπειρό του θεωρούνταν ακόμη εντελώς ερασιτεχνικό και «ακατέργαστο».
Η διοίκηση της Βαλανσιέν, με επικεφαλής τον τότε προπονητή της Ζαν-Πιέρ Ντεστρουμέλ, αποφάσισε να πάρει το ρίσκο. Τον προσέγγισε με ένα πολύ συγκεκριμένο πλάνο που του εγγυόταν άμεση ένταξη στο ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο, πείθοντάς τον να υπογράψει.
Η αρχή του στην Ευρώπη ήταν οικονομικά και κοινωνικά δύσκολη, αφού λόγω γραφειοκρατικών κολλημάτων με την ομοσπονδία του Καμερούν, η μεταγραφή καθυστέρησε να επικυρωθεί. Αποτέλεσμα ο Μιλά να περάσει τους πρώτους μήνες του στη Γαλλία παίζοντας κυρίως στην ερασιτεχνική ομάδα (Division d'Honneur) και μένοντας σε ένα πολύ φτωχικό, πρόχειρο κατάλυμα κοντά στον σιδηροδρομικό σταθμό της πόλης.
31 συμμετοχές και 7 τέρματα όταν και ενσωματώθηκε κανονικά στην ομάδα και το καλοκαίρι του 1979 η Μονακό ενδιαφέρθηκε βλέποντας σε αυτόν έναν επιθετικό με τεράστια σωματικά προσόντα και εκρηκτικότητα, ο οποίος είχε αρχίσει να προσαρμόζεται στα δεδομένα του γαλλικού ποδοσφαίρου μετά τη δεύτερη γεμάτη σεζόν του στη Βαλανσιέν.
Η διοίκηση των Μονεγάσκων έψαχνε μια ποιοτική λύση για την επιθετική της γραμμή και πίστεψε ότι ο 27χρονος τότε Μιλά θα μπορούσε να κάνει το μεγάλο αγωνιστικό ξέσπασμα σε μια ομάδα που έκανε πρωταθλητισμό.
Λόγω των συνεχών μυϊκών τραυματισμών που αντιμετώπισε, ο Μιλά δεν κατάφερε να καθιερωθεί ως σταθερός βασικός, καθώς βρισκόταν συχνά στη σκιά του μεγάλου Αργεντινού σκόρερ της ομάδας, Ντέλιο Όνις, έχοντας 25 συμμετοχές και 5 γκολ, κατακτώντας το Κύπελλο Γαλλίας το 1980 που μπήκε ως αλλαγή στο 55' στον τελικό κόντρα στην Ορλεάν.
Λόγω των συνεχόμενων τραυματισμών του στο Πριγκιπάτο και της φήμης που τον ακολουθούσε ότι ήταν ένας παίκτης που ταξίδευε διαρκώς για το Καμερούν, καμία άλλη ομάδα της πρώτης κατηγορίας δεν κατέθεσε επίσημη πρόταση.
Η καριέρα του στην Ευρώπη βρισκόταν σε οριακό σημείο και η Μπαστιά, που παραδοσιακά έψαχνε υποτιμημένους παίκτες με κίνητρο, του πρόσφερε μονοετές συμβόλαιο. Η επιλογή αυτή αποδείχθηκε η κορυφαία της καριέρας του στη Γαλλία, καθώς στο ζεστό περιβάλλον της Κορσικής ο Μιλά αναγεννήθηκε πλήρως
133 αγώνες και 50 τέρματα μέχρι και το καλοκαίρι του 1984, 16 αγώνες και 12 γκολ στο Κύπελλο, ένα απο αυτά κόντρα στην Σεντ Ετιέν στον νικηφόρο τελικό του Κυπέλλου Γαλλίας το 1981. Η διοίκηση των Κορσικανών ήθελε να τον κρατήσει στο ρόστερ της, προσφέροντάς του ανανέωση συμβολαίου, ωστόσο, ο Μιλά ένιωθε ότι ο τετραετής κύκλος του εκεί είχε κλείσει και έψαχνε μια νέα πρόκληση.
Η Μονπελιέ, η οποία αγωνιζόταν επίσης στη Β' Κατηγορία και έχτιζε ένα φιλόδοξο πρότζεκτ, τον είχε προσεγγίσει ανεπίσημα, αλλά απέρριψε την προοπτική εκείνη τη στιγμή. Ορισμένοι σύλλογοι από το κάτω μισό της πρώτης κατηγορίας εξέτασαν την περίπτωσή του, αλλά καμία δεν του πρόσφερε τον εγγυημένο ηγετικό ρόλο και το συμβόλαιο που επιθυμούσε.
Απο την άλλη το καλοκαίρι του 1984 η Σεντ Ετιέν μόλις είχε υποστεί έναν σοκαριστικό υποβιβασμό στη Β' Κατηγορία και βρισκόταν σε δεινή οικονομική θέση λόγω ενός μεγάλου οικονομικού σκανδάλου (του περίφημου σκανδάλου των «μαύρων ταμείων»).
Μη έχοντας τη δυνατότητα να δαπανήσει χρήματα για αγορές παικτών, η διοίκηση των «Στεφανουά» στράφηκε σε έμπειρους ελεύθερους παίκτες. Ο Μιλά, στα 32 του χρόνια, θεωρήθηκε η ιδανική, οικονομική λύση για να ηγηθεί της επίθεσης και να βοηθήσει την ομάδα να επιστρέψει άμεσα στην πρώτη κατηγορία.
Έκανε καταπληκτικές εμφανίσεις, σκοράροντας 31 γκολ σε 59 επίσημους αγώνες κατά τη διετία 1984–1986, βοηθώντας την περίοδο 1985-1986 να ανέβει στην μεγάλη κατηγορία. Το καλοκαίρι του 1986 η διοίκηση της Σεντ Ετιέν του πρόσφερε νέο συμβόλαιο για να αγωνιστεί μαζί της στη μεγάλη κατηγορία, αλλά με αισθητά μειωμένες οικονομικές αποδοχές λόγω της ηλικίας του.
Εκεί εμφανίστηκε η Μονπελιέ που αγωνιζόταν στη Β' Κατηγορία, με τον φιλόδοξο και βαθύπλουτο πρόεδρός Λουί Νικολέν, να θέλει να φτιάξει μια ομάδα-μοντέλο και προσέφερε στον Μιλά ένα εξαιρετικό, πολυετές συμβόλαιο με πολύ υψηλότερες αποδοχές από αυτές της Σεντ Ετιέν.
Έτσι ότι δεν έγινε πέντε χρόνια νωρίτερα πραγματοποιήθηκε κείνο το καλοκαίρι και με 104 συμμετοχές και 41 τέρματα βοήθησε την Μονπελιέ να ανέβει κατηγορία την περίοδο 1986-1987 και την επόμενη 1987-1988 να τερματίζει στην τρίτη θέση του Πρωταθλήματος.
Το συμβόλαιο του ολοκληρώθηκε το καλοκαίρι του 1989 και σε ηλικία 37 ετών, ο Καμερουνέζος επιθετικός θεώρησε ότι η καριέρα του στο κορυφαίο επαγγελματικό επίπεδο είχε φτάσει στο τέλος της. Αποχαιρέτησε μάλιστα το γαλλικό κοινό με ένα μεγάλο εορταστικό φιλικό παιχνίδι που διοργανώθηκε προς τιμήν του τον Μάιο του 1989.
Αμέσως μετά τη Μονπελιέ, ο Μιλά αποφάσισε να αποσυρθεί σε ένα πιο ήρεμο περιβάλλον και μετακόμισε στο γαλλικό νησί Ρεουνιόν στον Ινδικό Ωκεανό. Εκεί υπέγραψε στην ερασιτεχνική ομάδα ΖΣ Σαιν-Πιερουάζ και την οδήγησε την ομάδα στην κατάκτηση του τοπικού πρωταθλήματος το 1989, σκοράροντας με χαρακτηριστική άνεση απέναντι σε ερασιτέχνες ποδοσφαιριστές έχοντας σε 23 συμμετοχές πετύχει 11 γκολ.
Ύστερα απο 13 χρόνια θα αποφασίσει να επιστρέψει στην πατρίδα του κια στο ενδεχόμενο αυτό όλες οι καλές ομάδες της χώρας ενδιαφέρθηκαν. Η Κανόν Γιαουντέ, η αιώνια αντίπαλος της Τονέρ στην πρωτεύουσα και παραδοσιακά η πιο επιτυχημένη ομάδα της χώρας, έκανε τα πάντα για να τον δελεάσει.
Η διοίκησή της ήθελε να εκμεταλλευτεί την τεράστια εμπορική και αγωνιστική του αξία μετά το Μουντιάλ, προσφέροντάς του ηγετικό ρόλο, όμως αρνήθηκε, καθώς είχε συναισθηματικό δέσιμο με την Τονέρ, με την οποία είχε αναδειχθεί κορυφαίος παίκτης της Αφρικής τη δεκαετία του '70.
Η Ντιαμάν Γιαουντέ προσπάθησε να κάνει την έκπληξη καταθέτοντας μια πολύ καλή οικονομική πρόταση (για τα δεδομένα του ημι-επαγγελματικού πρωταθλήματος του Καμερούν), ποντάροντας στο γεγονός ότι ο Μιλά ήθελε δεδομένα να ζήσει και να αγωνιστεί στο Γιαουντέ, κοντά στα κέντρα των αποφάσεων της χώρας.
Οι παλιές του αγάπες από την πόλη Ντουάλα Λέοπαρντ και Ορυξα, όπου έκανε τα πρώτα του επαγγελματικά βήματα, εξέφρασαν το ενδιαφέρον τους να τον φέρουν πίσω. Ωστόσο, η Ντουάλα είχε χάσει την ποδοσφαιρική της κυριαρχία από τις ομάδες της πρωτεύουσας, και ο Μιλά προτίμησε το Γιαουντέ για λόγους καθημερινότητας και κύρους.
Ο Μιλά τελικά επέλεξε την Τονέρ Γιαουντέ, διότι η διοίκηση του συλλόγου, σε συνεργασία με ισχυρούς πολιτικούς παράγοντες της χώρας που στήριζαν την ομάδα, του πρόσφερε τον απόλυτο έλεγχο του ποδοσφαιρικού τμήματος και την εγγύηση ότι η ομάδα θα χτιζόταν αποκλειστικά γύρω του, κάτι που αποδείχθηκε σοφή επιλογή.
116 συμμετοχές και 89 γκολ με την κατάκτηση του Κύπελλο του 1991 και το καλοκαίρι του 1994 θα αποχωρήσει και θα μεταβεί στην Ινδονησία όπου το 1994, η ποδοσφαιρική ομοσπονδία της χώρας ένωσε το ερασιτεχνικό και το ημι-επαγγελματικό της πρωτάθλημα, δημιουργώντας την πρώτη πλήρως επαγγελματική κατηγορία.
Μεγάλες εταιρείες και εύποροι ιδιοκτήτες της χώρας έριξαν εκατομμύρια δολάρια για να διαφημίσουν το νέο πρωτάθλημα. Αναζητούσαν παγκόσμια ονόματα για να προσελκύσουν τον κόσμο στα γήπεδα, ένα απο αυτά ήταν και ο Μιλά που είχε μόλις γράψει ιστορία στο Μουντιάλ των ΗΠΑ το 1994 ως ο γηραιότερος σκόρερ όλων των εποχών.
Αν και ήταν 42 ετών, η μετοχή του στο παγκόσμιο ποδοσφαιρικό χρηματιστήριο ήταν στα ύψη, η δε πρόταση που του έγινε ήταν οικονομικά αδύνατον να απορριφθεί για έναν παίκτη της ηλικίας του. Την περίοδο 1994-1995 θα παίξει στην Πελίτα Τζάγια με 23 αγώνες και 23 τέρματα και στην Πούτρα Σαμαρίντα την περίοδο 1995-1996 όπου σε 12 αγώνες είχε 18 τέρματα και θα κλείσει την καριέρα του.
Ντεμπούτο με την εθνική Καμερούν έκανε στις 4 Φεβρουαρίου του 1973 στην Ντουάλα κόντρα στο Ζαϊρ για τα προκριματικά του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1974. Συμμετείχε στο Κύπελλο Αφρικής του 1982 και την ίδια χρονιά στο Παγκόσμιο Κύπελλο της Ισπανίας όπου έπαιξε και στους τρείς αγώνες του ομίλου.
Το 1984 στην Ακτή Ελεφαντοστού κατέκτησε το τρόπαιο όπου και πέτυχε και ένα γκολ κόντρα στους οικοδεσπότες. Τρίτη διοργάνωση Κυπέλλου Αφρικής το 1986 όπου συμμετείχε και ανακηρύχθηκε κορυφαίος παίκτης του τουρνουά ενώ ήταν και πρώτος σκόρερ της διοργάνωσης, κάτι που επανέλαβε και δύο χρόνια αργότερα το 1988 στο Μαρόκο όταν και κατέκτησε τον τίτλο πετυχαίνοντας δύο τέρματα κόντρα σε Αίγυπτο και Νιγηρία αντίστοιχα.
Είχε αποφασίσει να αποσυρθεί απο την εθνική ομάδα, όμως η Εθνική Καμερούν εμφάνιζε κακό αγωνιστικό πρόσωπο στα φιλικά προετοιμασίας ενόψει του Μουντιάλ του 1990 και τότε, συνέβη το εξής απροσδόκητο.
Ο Πρόεδρος του Καμερούν, Πολ Μπιγιά, κάλεσε προσωπικά στο τηλέφωνο τον Μιλά και του ζήτησε να επιστρέψει στην ενεργό δράση για να βοηθήσει τη χώρα του στα γήπεδα της Ιταλίας. Δέχτηκε, ενσωματώθηκε στην αποστολή στα 38 του χρόνια και έγινε το απόλυτο είδωλο της διοργάνωσης.
Σκόραρε 4 γκολ, οδήγησε το Καμερούν μέχρι τα προημιτελικά (την κορυφαία πορεία αφρικανικής ομάδας μέχρι τότε) και καθιέρωσε τον διάσημο χορό του στο σημαιάκι του κόρνερ. Επαιξε και στα πέντε παιχνίδια πετυχαίνοντας τέσσερα τέρματα απο 2 κόντρα σε Ρουμανία και Κολομβία και αναδείχτηκε δεύτερος σκόρερ της διοργάνωσης και συμπεριλήφθηκε στην κορυφαία ομάδα του τουρνουά.
Τέσσερα χρόνια αργότερα στις Ηνωμένες Πολιτείες θα δώσει το παρών σε τρίτη διοργάνωση όπου και θα γίνει ο γηραιότερος σκόρερ σε τελική φάση με το γκολ που πέτυχε κόντρα στην Ρωσία. 77η και τελευταία του εμφάνιση σε φιλικό παιχνίδι στο Γιοχάνεσμπουργκ κόντρα στην Νότια Αφρική στις 3 Δεκεμβρίου του 1994, έβδομος στην σχετική λίστα.
Επίσης με τα 43 γκολ είναι ο δεύτερος σκόρερ όλων των εποχών μετά τον Σαμιουέλ Ετό. Το 2007 ανακηρύχθηκε απο την Αφρικανική Ομοσπονδία ο κορυφαίος Αφρικάνος ποδοσφαιριστής των τελευταίων 50 ετών.
Το 2018 το περιοδικό World Soccer τον επέλεξε ανάμεσα στους 100 κορυφαίους ποδοσφαιριστές του 20ου αιώνα. Το 2014 τιμήθηκε στο Μονακό με το διεθνές βραβείο «Θρύλος του Ποδοσφαίρου» και άφησε το μόνιμο αποτύπωμα των ποδιών του στο διάσημο "Champions Promenade" του Μόντε Κάρλο.
Λόγω της τεράστιας δημοτικότητάς του, ο Πρόεδρος του Καμερούν, Πολ Μπιγιά, τον διόρισε επίσημα ως «Ύπατο Πρεσβευτή» της χώρας. Ο ρόλος αυτός, τον οποίο κατέχει για δεκαετίες, είναι κυρίως διπλωματικός και του επιτρέπει να εκπροσωπεί το Καμερούν σε διεθνή φόρουμ, αθλητικές διοργανώσεις και επίσημες κρατικές αποστολές σε όλο τον κόσμο.
Το 2005 ίδρυσε τον ανθρωπιστικό οργανισμό "Coeur d'Afrique". Το ίδρυμα επικεντρώνεται στη στήριξη των ορφανών και άπορων παιδιών στο Καμερούν, παρέχοντας πρόσβαση σε εκπαίδευση, υγειονομική περίθαλψη και αθλητικές υποδομές.
Μέσω του ιδρύματός του, ο Μιλά ξεκίνησε ένα μεγάλο περιβαλλοντικό πρόγραμμα που μαζεύει πλαστικά μπουκάλια από τους δρόμους των πόλεων και τα μετατρέπει σε οικολογικά τούβλα για την κατασκευή σχολείων και αθλητικών γηπέδων, προσφέροντας παράλληλα εργασία σε εκατοντάδες νέους.
Η Παγκόσμια Ομοσπονδία τον έχρισε επίσημο πρεσβευτή της, ενώ το 2004 ο Πελέ τον συμπεριέλαβε στη λίστα FIFA 100 με τους κορυφαίους ζωντανούς ποδοσφαιριστές του πλανήτη.
Ανέλαβε τιμητικό διοικητικό ρόλο στην ομοσπονδία της χώρας του και παρόλο που το 2012 ήρθε σε ρήξη με τη τότε διοίκηση λόγω της έντονης κριτικής που ασκούσε για τη διαφθορά στο ποδόσφαιρο του Καμερούν, η επιρροή του παρέμεινε τεράστια.
Έπαιξε καθοριστικό ρόλο ως πρεσβευτής για το Παγκόσμιο Κύπελλο του 2010 στην Νότια Αφρική, το πρώτο Μουντιάλ που διεξήχθη σε αφρικανικό έδαφος, αποτελώντας το κεντρικό πρόσωπο της καμπάνιας για την προώθηση του αφρικανικού ποδοσφαίρου.