www.goahits.blogspot.com

Διεθνές ποδόσφαιρο όπως δεν έχετε ξαναδιαβάσει!

8/8/26

Γκιόργκι Χάτζι Ο "Μαραντόνα των Βαλκανίων"

 



Ένας απο τους κορυφαίους ποδοσφαιριστές που ανέδειξε ποτέ η Βαλκανική χερσόνησος και αναμφίβολα ο κορυφαίος Ρουμάνος όλων των εποχών. Ο Γκιόργκι Χάτζι ο "Μαραντόνα των Βαλκανίων" όπως τον αποκαλούσαν διέθετε όλα εκείνα τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν τα μεγάλα "δεκάρια", τεχνική κατάρτιση, ικανότητα στην ντρίμπλα και στην πάσα αλλά και διορατικότητα.

Γεννήθηκε στις 5 Φεβρουαρίου 1965 στο Σακέλε της Ρουμανίας και ξεκίνησε να αγωνίζεται στα τμήματα υποδομής της Φαρούλ Κοστάντζα. Η ρουμανική ποδοσφαιρική ομοσπονδία τον επέλεξε για να παίξει στην Λουσεαφαρούλ που αποτελούταν απο τα καλύτερα ταλέντα της Ρουμανίας και στην οποία αγωνίστηκε για δύο χρόνια 

Θα επιστρέψει στην Φαρούλ στην οποία είχε 18 συμμετοχές και 7 γκολ, και το 1983 θα μετακομίσει στο Βουκουρέστι για την Σπορτούλ Στουντεντέσκ. Τέσσερα χρόνια θα περάσει εκεί με 124 συμμετοχές και 65 γκολ θα αναδειχθεί πρώτος σκόρερ δύο συνεχόμενες χρονιές το 1984 και το 1985 με 20 και 31 γκολ αντίστοιχα, θα την οδηγήσει σε τελικό Κυπέλλου και στην δεύτερη θέση πίσω απο την Στεάουα, που είναι η καλύτερη θέση στην ιστορία της Σπορτούλ.

Η Στεάουα η οποία νωρίτερα είχε προσεγγίσει τον Χατζι, μάλιστα  είχε υπογράψει συμβόλαιο μαζί της αλλά λόγω του ότι ήταν ανήλικος και με την μεσολάβηση των γονιών του η μετεγγραφή ακυρώθηκε. Μερικά χρόνια αργότερα επανήρθε και πάλι θέλοντας να τον υπογράψει ως δανεικό για το Ευρωπαϊκό Σούπερ Καπ κόντρα στην Ντινάμο Κιέβου τον Φεβρουάριο του 1987 εκμεταλεύομενη έναν νόμο του 1983.

Ο νόμος αυτός επέτρεπε σε μία ομάδα να πραγματοποιήσει μετεγγραφή ενός παίκτη από ομάδα που δεν συμμετείχε σε διεθνείς διοργανώσεις, αλλά με τη γραπτή συναίνεση του ποδοσφαιριστή. Ο ποδοσφαιριστής θα ανήκε στο σύλλογο από τον οποίο τον πήρε, ενώ η ομάδα που έκανε αυτή την κίνηση, θα έπρεπε να δώσει πίσω έναν παίκτη από τη δεύτερη ομάδα του

Ο δανεισμός πραγματοποιήθηκε αφού συμφώνησε και ο Νίκου Ταουσέσκου που ήταν υποστηρικτής της ομάδας και αναγκαστικά και η ομάδα. Ο Χάτζι έπαιξε κόντρα στους Ουκρανούς και μάλιστα ήταν αυτός που πέτυχε και το μοναδικό γκολ της αναμέτρησης.

Άν και η συμφωνία ήταν δανεισμός μόνο για το συγκεκριμένο παιχνίδι η Στεάουα αποφασίζει να τον κρατήσει. Ο Νίκου Τσαουσέσκου για να μην έρθει σε κόντρα με τον αδερφό του Βαλεντίν που είχε ρόλο στην Στεάουα και αφού ο Χάτζι ήθελε να παίξει στην Στεάουα έδωσε την συγκατάθεσή του 

Η Σπορτούλ κινήθηκε δικαστικά, δικαιώθηκε όμως πολύ αργότερα το 1996 όταν και κέρδισε 450.000 δολλάρια απο την μετεγγαρφή του Χάτζι στην Ρεάλ, ενώ 250.000 δολλάρια και τρείς ποδοσφαιριστές κέρδισε η Φαρούλ.  

Θα κατακτήσει 3 Πρωταθλήματα το 1987, το 1988, το 1989, 2 Κύπελλα το 1987 και το 1989 ενώ θα είναι φιναλίστ του Κυπέλλου Πρωταθλητριών το 1989 κόντρα στην Μίλαν στο "Σαντιάγκο Μπερναμπέου" της Μαδρίτης  έχοντας 128 συμμετοχές και 93 γκολ.

Οι εμφανίσεις του θα προκαλέσουν το ενδιαφέρον ομάδων όπως η Μίλαν και η Μπάγερν, όμως η πολιτική κατάσταση στην Ρουμανία δεν άφηνε πολλά περιθώρια συζητήσεων. Η πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης το 1989, επηρέασε όλους τους τομείς φυσικό επακόλουθο να παρασύρει και το ποδόσφαιρο. 

Τον Μάϊο του 1990, ο ίδιος ο εμβληματικός πρόεδρος της Ρεάλ Μαδρίτης, Ραμόν Μεντόζα, ταξίδεψε προσωπικά στη Ρουμανία. Η κίνηση αυτή έδειξε στον Χάτζι πόσο πολύ τον ήθελε ο σύλλογος, γεγονός που ο ίδιος έχει δηλώσει ότι τον τιμούσε ιδιαίτερα. 

Ο Μεντόζα συναντήθηκε με τον ποδοσφαιριστή και του ξεκαθάρισε από τα πρώτα λεπτά ότι η Ρεάλ ήταν έτοιμη να κάνει τα πάντα για να τον αποκτήσει. Οι συζητήσεις μεταξύ τους δεν κράτησαν πολύ, καθώς ο Χάτζι πείστηκε αμέσως από το όραμα του συλλόγου.

Την ίδια περίοδο, η Μίλαν του Αρίγκο Σάκι πίεζε έντονα, ο Μεντόζα όμως κινήθηκε πιο γρήγορα, προσφέροντας στη Στεάουα Βουκουρεστίου ένα μυθικό ποσό, κλείνοντας ουσιαστικά τη συμφωνία στα μέσα Μαΐου, προτού ο παίκτης πατήσει το πόδι του στα γήπεδα της Ιταλίας για το Παγκόσμιο Κύπελλο.

Παρά το γεγονός ότι η μεταγραφή είχε «κλειδώσει» από τον Μάιο, η Ρεάλ Μαδρίτης περίμενε την ολοκλήρωση των υποχρεώσεων του Χάτζι στο Μουντιάλ, όπου έκανε εκπληκτικό τουρνουά για να τον παρουσιάσει επίσημα στις 27 Ιουνίου 1990.

Η Ρεάλ θα προσφέρει το ποσό των 575 εκατομμυρίων πεσετών για να τον φέρει στην Μαδρίτη, αλλά θα πέσει σε μεταβατική περίοδο, μόνο την πρώτη σεζόν τρείς προπονητές πέρασαν απο τον πάγκο της, Τζον Τόσακ, Αλφρέντο Ντι Στέφανο και Ράντομιρ Άντιτς. 

Με τον Σέρβο και αργότερα με τον Λίο Μπενάκερ θα μπορέσει να βρει έναν ρυθμό, όμως αυτό δεν κράτησε πολύ και η σχέση με τους "μερένγκες" όδευε προς το τέλος έχοντας 84 συμμετοχές και 20 γκολ κατακτώντας το Ισπανικό Σούπερ Καπ.

Το καλοκαίρι του 1992 είχε στα χέρια του πολύ πιο ελκυστικές προτάσεις από πλευράς γοήτρου και ιστορίας, όπως της Παρί Σεν Ζερμέν, οι Γάλλοι τον πίεσαν έντονα και του προσέφεραν ένα εξαιρετικό συμβόλαιο, προσπαθώντας να χτίσουν μια ομάδα που θα πρωταγωνιστούσε στην Ευρώπη.

Η Ατλέτικο Μαδρίτης και ο ιδιόρρυθμος πρόεδρος της Ατλέτικο, Χεσούς Χιλ, ήθελε να τον κρατήσει στην Ισπανία και να κάνει το «κόλπο γκρόσο» παίρνοντάς τον από τη μισητή αντίπαλο Ρεάλ.  Μεγαλύτερες ιταλικές ομάδες εξέτασαν την περίπτωσή του, αλλά καμία δεν κινήθηκε με την ταχύτητα και την αποφασιστικότητα της Μπρέσια, η οποία εκμεταλλεύτηκε τον «παράγοντα Λουτσέσκου».

Ο Λουτσέσκου που βρισκόταν στον πάγκο της Μπρέσια, τον έπεισε ότι θα ήταν ο απόλυτος ηγέτης σε ένα πρωτάθλημα που τότε θεωρούνταν το κορυφαίο στον κόσμο. Οι Λομβαρδοί θα προσφέρουν το ποσό των 2 εκατομμυρίων λιρών. Την πρώτη χρονιά γνώρισε τον υποβιβασμό στην SERIE B, αλλά την επόμενη με αυτόν να παίζει ζωτικό ρόλο επέστρεψε γρήγορα στην μεγάλη κατηγορία.

Θα έρθει σε κόντρα με τον Λουτσέσκου ειδικά μετά το Παγκόσμιο Κύπελλο των Ηνωμένων Πολιτειών, ο ίδιος ο Λουτσέσκου είχε αναφέρει χαρακτηριστικά: " Θα μπορούσε να είναι ο καλύτερος παίκτης του κόσμου μετά τον Μαραντόνα, εάν άλλαζε τον τρόπο σκέψης του". 

Ύστερα απο 68 παιχνίδια και 15 γκολ, το καλοκαίρι του 1994, τον βρήκε και πάλι στο ψάξιμο. Η Ατλέτικο Μαδρίτης, έκανε ξανά προσπάθεια να τον φέρει στη Μαδρίτη, προσφέροντάς του ηγετικό ρόλο.

Τότεναμ και Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ προσέφεραν τεράστια συμβόλαια για να εκμεταλλευτούν την παγκόσμια λάμψη του. ενώ Λάτσιο και Νάπολι εξέτασαν την περίπτωσή του, θέλοντας να τον κρατήσουν στο ιταλικό πρωτάθλημα.

Ήταν ο ίδιος ο Γιόχαν Κρόιφ πυ κάλεσε τον Χάτζι στο τηλέφωνο. Του είπε ότι τον θεωρούσε το καλύτερο «δεκάρι» στην Ευρώπη και τον ήθελε για να αντικαταστήσει τον Μίκαελ Λάουντρουπ, ο οποίος είχε αποχωρήσει για τη Ρεάλ Μαδρίτης.

Ο Χάτζι είχε ως παιδικό ίδωλο τον Κρόιφ και όταν του δόθηκε η ευκαιρία να δουλέψει μαζί του και να μάθει το «ολοκληρωτικό ποδόσφαιρο», δεν μπορούσε να αρνηθεί. Έτσι η Μπαρτσελόνα πλήρωσε στην Μπρέσια 3,2 εκατομμύρια δολάρια για να τον αποκτήσει.

Ούτε και εκεί όμως θα αποδώσει αφού λόγω του ροτέισον και κάποιων μικροτραυματισμών, ο Χάτζι δεν βρήκε ποτέ αγωνιστικό ρυθμό. Δεν ένιωσε ποτέ την απόλυτη εμπιστοσύνη που χρειαζόταν για να αποδώσει, θα χάσει αρκετά παιχνίδια συνολικά θα παίξει σε 51 παιχνίδια πετυχαίνοντας 11 γκολ κατακτώντας το Ισπανικό Σούπερ Καπ, ενώ θα έρθει σε κόντρα με τον Γιόχαν Κρόιφ.

Ο επόμενος σταθμός του το καλοκαίρι του 1996, θα αποδειχθεί η "Ιθάκη" του, η Γαλατασαράι με τον προπονητή της Φατίχ Τερίμ, να ψαχνει τον απόλυτο ηγέτη για να χτίσει μια ομάδα που θα κυριαρχούσε στην Ευρώπη. Πείστηκε ότι ο Χάτζι είχε ακόμη την απαραίτητη φλόγα και πίεσε τη διοίκηση να τον αποκτήσει από την Μπαρτσελόνα.

Η μεταγραφή κόστισε περίπου 3,7 εκατομμύρια δολάρια, ένα ποσό που θεωρήθηκε ρίσκο από τον τουρκικό τύπο λόγω της ηλικίας του, ενώ  κατά την άφιξή του, αρκετοί Τούρκοι δημοσιογράφοι τον χαρακτήρισαν υποτιμητικά «παλαίμαχο» και «γερασμένο», μια κριτική που ο Χάτζι χρησιμοποίησε ως το απόλυτο κίνητρο για να τους διαψεύσει στο γήπεδο.

Και όντως τους διέψευσε αφού θα κατακτήσει τίτλους, 4 Πρωταθλήματα Τουρκίας το 1997, το 1998, το 1999 και το 2000, 2 Κύπελλα το 1999 και το 2000 και 2 Σούπερ Καπ το 1996 και το 1997 

Κυρίως όμως το ΟΥΕΦΑ της περιόδου 1999-2000 στο "Πάρκεν" στην Κοπεγχάγη κόντρα στην Άρσεναλ, όπου μάλιστα αποβλήθηκε στην παράταση στο 94' χτυπώντας τον Τόνι Άνταμς και το Ευρωπαϊκό Σούπερ Καπ κόντρα στην Ρεάλ Μαδρίτης.

Θα αγαπηθεί απο τους οπαδούς της "τσιμπόμ" και εκεί το 2001 θα αποφασίσει να κρεμάσει τα ποδοσφαιρικά του παπούτσια. Με την εθνική ομάδα της χώρας του θα κάνει ντεμπούτο στις 10 Αυγούστου του 1983 στο Όσλο κόντρα στην Νορβηγία σε φιλικό παιχνίδι.

Θα είναι στην 23αδα για το EURO 1984 στα γήπεδα της Γαλλίας όπου θα αγωνιστεί κόντρα σε Ισπανία και Δυτική Γερμανία. Επόμενη μεγάλη διοργάνωση θα είναι το Παγκόσμιο Κύπελλο της Ιταλίας το 1990 όπου η θα αγωνιστεί σε τρία παιχνίδια και θα αποκλειστεί στην φάση των "16" απο την Ιρλανδία στην διαδικασία των πέναλντι.

Τέσσερα χρόνια αργότερα στις Ηνωμένες Πολιτείες θα είναι απο τους βασικούς συντελεστές για την πολύ καλή πορεία των Ρουμάνων που έφτασαν μέχρι τους "8" όταν και αποκλείστηκαν απο την Σουηδία και πάλι στην διαδικασία των πέναλντι, πετυχαίνοντας τρία γκολ κόντρα σε Κολομβία, Ελβετία και Αργεντινή στην φάση των "16".

Θα είναι παρών στο EURO 1996 στα γήπεδα της Αγγλίας, στο τρίτο Παγκόσμιο Κύπελλο της καριέρας του το 1998 στα γήπεδα της Γαλλίας  και στο EURO 2000 σε Ολλανδία και Βέλγιο αντίστοιχα. Το παιχνίδι κόντρα στην Ιταλία στις 24 Ιουνίου του 2000 στις Βρυξέλλες κόντρα στην Ιταλία στην φάση των "8" ήταν η 124η και τελευταία του παρουσία.

Με τις 124 παρουσίες είναι δεύτερος στην σχετική λίστα, πίσω μόνο απο τον Ντορινέλ Μουντεάνου,  έχοντας πετύχει και 35 γκολ και μαζί με τον Άντριαν Μούτου βρίσκεται στην πρώτη θέση της σχετικής λίστας.

Λίγους μήνες αφότου αποσύρθηκε απο την ενεργό δράση στις 23 Ιουνίου του 2001, θα του ζητηθεί να αναλάβει την τεχνική ηγεσία της εθνικής Ρουμανίας που διεκδικούσε την πρόκριση στην τελική φάση του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 2002 στην θέση του Λάζλο Μπολόνι.

Θα κάτσει σε τέσσερα παιχνίδια όπου θα πετύχει 1 νίκη, 2 ισοπαλίες και 1 ήττα αλλά δεν θα μπορέσει να πετύχει την πρόκριση και θα παραμείνει μέχρι τις 20 Ιανουαρίου του 2002. Ο αποκλεισμός στα μπαράζ από τη Σλοβενία τον Νοέμβριο του 2001 θεωρήθηκε εθνική τραγωδία για τη Ρουμανία, ήταν η πρώτη φορά μετά από 12 χρόνια που η χώρα έχανε το Παγκόσμιο Κύπελλο. 

Τα ρουμανικά ΜΜΕ και οι φίλαθλοι δεν του χαρίστηκαν. Από «Θεός» ως ποδοσφαιριστής, κατηγορήθηκε ως προπονητής για έλλειψη εμπειρίας, κακές τακτικές επιλογές και κακή διαχείριση των παικτών στα κρίσιμα ματς.

Ένιωσε ότι η ομοσπονδία, και συγκεκριμένα ο τότε πρόεδρος Μιρτσέα Σάντου, δεν τον στήριξε πραγματικά μετά τον αποκλεισμό. Αντίθετα, άρχισαν να γίνονται συζητήσεις πίσω από την πλάτη του για την αντικατάστασή του.

΄Οντας ένας άνθρωπος με τεράστιο εγωισμό και υπερηφάνεια, κατάλαβε ότι το κλίμα είχε γίνει υπερβολικά τοξικό για να συνεχίσει. Προτίμησε να παραιτηθεί οικειοθελώς τον Ιανουάριο του 2002, δηλώνοντας ότι «έδωσε τα πάντα, αλλά δεν υπήρχαν πλέον οι συνθήκες για να εργαστεί».

Θα ακολουθήσει η Μπούρσασπορ στις 25 Ιουνίου του 2003, έφτασε στην Προύσα ως απόλυτος σταρ, με χιλιάδες οπαδούς να τον υποδέχονται με ενθουσιασμό στο αεροδρόμιο. Κάθισε στον πάγκο της ομάδας για 12 επίσημα παιχνίδια στο τουρκικό πρωτάθλημα, έχοντας απολογισμό 2 νίκες, 4 ισοπαλίες και 6 ήττες.

Μετά από ένα πολύ κακό ξεκίνημα στη σεζόν και μια βαριά εντός έδρας ήττα με 3-0 από τη Γαλατασαράι, ο Χάτζι υπέβαλε την παραίτησή του στις 10  Νοεμβριου, η οποία έγινε δεκτή από τη διοίκηση της ομάδας.
Θα παραμείνει στην Τουρκία και θα αναλάβει την αγαπημένη του Γαλατασαράι στις 22 Μάϊου του 2004, με την οποία θα κατακτήσει το Κύπελλο επικρατώντας στον τελικό της Φενερμπαχτσέ με 5-1, αλλά θα χάσει το Πρωτάθλημα στο ιωβηλαίο της και θα παραιτηθεί στις 30 Μάϊου του 2005, έχοντας σε 47 παιχνίδια, 32 νίκες, 6 ισοπαλίες και 9 ήττες.

Επιστροφή στην Ρουμανία στις 7 Νοεμβρίου του 2005 θα αναλάβει την Πολιτέχνικα Τιμισοάρα σε 19 παιχνίδια είχε 6 νίκες, 4 ισοπαλίες και 9 ήττες και στις 20 Μάϊου του 2006 θα παραιτηθεί δύο αγωνιστικές πριν από το τέλος της σεζόν, ως αποτέλεσμα της  πλήρους ρήξης με τη διοίκηση.

Ο ιδιοκτήτης της ομάδας, Μαριάν Ιάνκου, άσκησε σκληρή δημόσια κριτική για τις τακτικές του επιλογές και τον αποκλεισμό στο Κύπελλο. Νιώθοντας ότι η διοίκηση δεν τον στήριξε στις μεταγραφές του Ιανουαρίου και δεν σεβάστηκε το έργο του, υπέβαλε την παραίτησή του δηλώνοντας ότι το κλίμα είχε γίνει τοξικό.
Παρέμεινε εκτός πάγκων για περίπου έναν χρόνο, αν και κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, το όνομά του συνδέθηκε με αρκετές προτάσεις, καθώς παρέμενε μια άκρως ελκυστική προσωπικότητα για το ευρωπαϊκό και το ασιατικό ποδόσφαιρο.

Δέχθηκε πολύ δελεαστικές οικονομικά κρούσεις από συλλόγους της Σαουδικής Αραβίας και των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων. Ωστόσο τις απέρριψε, καθώς προτεραιότητά του ήταν να παραμείνει στην Ευρώπη και να εργαστεί σε ομάδες με υψηλότερο αγωνιστικό κίνητρο.

Λόγω του τεράστιου ονόματος που είχε χτίσει στη χώρα, μικρομεσαίες ομάδες της Süper Lig εξέτασαν την περίπτωσή του, αλλά δεν ήθελε να αναλάβει ξανά ένα πρότζεκτ παρόμοιο με εκείνο της Μπούρσασπορ.

Ομάδες της πρώτης κατηγορίας της Ρουμανίας προσπάθησαν να τον πλησιάσουν, όμως η τραυματική εμπειρία με τη διοίκηση της Τιμισοάρα τον έκανε πολύ πιο προσεκτικό και επιλεκτικό.

Ο λόγος που απέρριψε τις περισσότερες προτάσεις εκείνη την περίοδο ήταν επειδή περίμενε το «μεγάλο κάλεσμα». Αυτό ήρθε το καλοκαίρι του 2007, όταν ο Τζίτζι Μπεκάλι του προσέφερε τη θέση του προπονητή στη Στεάουα Βουκουρεστίου, μια πρόταση που δεν μπορούσε να αρνηθεί λόγω του συναισθηματικού του δεσίματος με τον σύλλογο. 

Θα παραμείνει μέχρι τις 20 Σεπτεμβρίου 2007 και σε 11 παιχνίδια είχε 6 νίκες, 3 ισοπαλίες και 2 ήττες.  Το μεγαλύτερο επίτευγμα της σύντομης παρουσίας του ήταν η πρόκριση στους ομίλους του UEFA Champions League

Οδήγησε τη Στεάουα με απόλυτη επιτυχία μέσα από δύο προκριματικούς γύρους, αποκλείοντας διαδοχικά τη Ζαγκλέμπιε Λούμπιν από την Πολωνία (1-0 εκτός, 2-1 εντός) και την ΜΠΑΤΕ Μπορίσοφ από τη Λευκορωσία (1-0 εκτός, 2-0 εντός). 

Η αποχώρηση του Χάτζι από την ομάδα δεν είχε να κάνει με τα αγωνιστικά αποτελέσματα, αλλά με την ολοκληρωτική ρήξη του με τον εκκεντρικό και αυταρχικό ιδιοκτήτη της Στεάουα, Ο Μπεκάλι είχε τη συνήθεια να παρεμβαίνει ανοιχτά στο έργο των προπονητών, επιβάλλοντας ποιοι παίκτες θα αγωνίζονται, υπαγορεύοντας την τακτική και ασκώντας σκληρή δημόσια κριτική στην τηλεόραση. 
Στις 19 Σεπτεμβρίου 2007, η Στεάουα ηττήθηκε με 2-1 από τη Σλάβια Πράγας στην πρεμιέρα των ομίλων του Champions League. Ο Μπεκάλι του επιτέθηκε δημόσια για τις επιλογές του, απειλώντας τον με απόλυση αν δεν συμμορφωνόταν με τις υποδείξεις του. 

Πιστός στις αρχές του και αρνούμενος να γίνει «μαριονέτα», εμφάνισε την υπερηφάνεια που τον χαρακτήριζε πάντα. Την επόμενη κιόλας ημέρα, 20 Σεπτεμβρίου 2007, υπέβαλε την οριστική του παραίτηση. 

Στις 21 Οκτωβρίου του 2010 μετά την απόλυση του Φρανκ Ράικαρντ η "τσιμπόμ" θα στραφεί και πάλι προς το πρόσωπο του για να αναλάβει την τεχνική της ηγεσία και να κατευνάσει την οργή των οπαδών και να σώσει μια καταστροφική σεζόν 

Είχε ήδη ιδρύσει τη δική του ακαδημία στη Ρουμανία απο το 2009, αλλά η αγάπη του για τη Γαλατασαράι ήταν τόσο μεγάλη που δεν μπορούσε να αρνηθεί το κάλεσμα της αγαπημένης του ομάδας, παρά το γεγονός ότι το ρόστερ ήταν κακώς δομημένο

Δεν θα παραμείνει πολύ αφού στις 24 Μαρτίου του 2011 θα απολυθεί λόγω των κακών αποτελεσμάτων στο Πρωτάθλημα, έχοντας σε 24 παιχνίδια 8 νίκες, 6 ισοπαλίες και 10 ήττες.

Η Γαλατασαράι διένυε μία από τις χειρότερες διοικητικές και αγωνιστικές κρίσεις της ιστορίας της τερμάτισε τελικά 8η στο πρωτάθλημα. Το ρόστερ είχε σοβαρές ελλείψεις, οι ξένοι παίκτες που αποκτήθηκαν δεν απέδωσαν τα αναμενόμενα, ενώ ο Χάτζι ήρθε σε ρήξη με ορισμένα βασικά στελέχη της ομάδας, όπως ο συμπατριώτης του, Μπογκντάν Στάνκου, που αποκτήθηκε τον Ιανουάριο μετά από δική του εισήγηση, αλλά δεν βοήθησε άμεσα.

Τον  Απρίλιο του 2009 δημιούργησε τις δικές του ακαδημίες, ενώ λίγο αργότερα δημιούργησε την Βιτορούλ Κονστάντα και τον Σεπτέμβριο του 2014, όντας ιδιοκτήτης και πρόεδρος ανέλαβε και την τεχνική της ηγεσία.  

Την περίοδο 2015-2016 την οδήγησε στην τρίτη θέση και ανακηρύχθηκε κορυφαίος προπονητής της χρονιάς, το 2017 αναδείχθηκε Πρωταθλητής και για δεύτερη φορά κορυφαίος προπονητής της χρονιάς και το 2019 κατέκτησε το Κύπελλο και το Σούπερ Καπ, έχοντας μέχρι και την 1η Αυγούστου του 2020 όπου σε 306 παιχνίδια είχε 153 νίκες, 63 ισοπαλίες και 90 ήττες.

Στις 21 Ιουνίου του 2021 σε συνέντευξη τύπου με τον πρόεδρο του συλλόγου Γκιόργκε Ποπέσκου και τον ιδιοκτήτη της Φαρούλ Κονστάντσα ανακοινώνουν την συγχώνευση των δύο συλλόγων με τον ίδιο ως πρώτο προπονητή.

Κατέκτησε το Πρωτάθλημα την περίοδο 2022-23 και παρέμεινε στο πόστο αυτό μέχρι τις 2 Ιουνίου του 2025 έχοντας σε 183 παιχνίδια, 77  νίκες, 49 ισοπαλίες και 57 ήττες. Μετά τον θάνατο του Μιρτσέα Λουτσέσκου ο πάγκος της εθνικής Ρουμανίας έμεινε "ορφανός" και του ζητήθηκε να είναι αυτός που θα τον αναλάβει κάτι που έγινε δεκτό στις 20 Απριλίου του 2026.



    



 


















Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...