Είχε πάρα πολλά παρατσούκλια τόσο στην ποδοσφαιρική όσο και στην προπονητική του καριέρα. Ο Έρνστ Χάπελ η ο "σιωπηλός" λόγω του ότι ήταν λιγομίλητος, η η αντισυμβατική ιδιοφυία, θεωρείται ένας απο τους κορυφαίους προπονητές όλων των εποχών.
Γεννήθηκε στις 29 Νοεμβρίου του 1925 στην Βιέννη με το όνομα Έρνστ Νετσίντα που ήταν το πατρικό όνομα της μητέρας του. Ένα χρόνο μετά την γέννηση του η μητέρα του παντρεύτηκε τον αρσιβαρίστα Φράντς Χάπελ, με τον Χάπελ να μην γνωρίζει ποτέ τον βιολογικό του πατέρα.
Απο πολύ μικρή ηλικία 4 ετών μεγάλωσε με την γιαγιά του με την οποία είχε έναν ιδιαίτερο δεσμό. Απο την ηλικία των 13 ετών άρχισε να ασχολείται με το ποδόσφαιρο στα τμήματα υποδομής της Ραπίντ Βιέννης.
Το 1942 εντάχθηκε στην πρώτη ομάδα και επειδή η Αυστρία ήταν υπό γερμανική κατοχή αμέσως εντάχθηκε στην χιτλερική νεολαία, όμως σύμφωνα με μαρτυρίες ποτέ δεν του άρεσε να τραγουδάει τα συγκεκριμένα τραγούδια με αποτέλεσμα να τον διώξουν απο τις συγκεντρώσεις τους.
Όταν έγινε 18 ετών λόγω του Β' παγκοσμίου Πολέμου, στρατολογήθηκε και στάλθηκε στο Ανατολικό μέτωπο στην Λευκορωσία. Το 1945 συνελήφθη απο τους Αμερικάνους, όμως απέδρασε ενώ βρισκόταν στο Μόναχο και στην συνέχεια εισήρθε λαθραία στην υπό σοβιετική κατοχή περιοχή της Γερμανίας και κατάφερε να φτάσει τελικά στην Βιέννη μετά απο αρκετούς μήνες.
Μετά την ολοκλήρωση του πολέμου έγινε βασικό μέλος των "πράσινων" της Βιέννης κερδίζοντας τους πρώτους του τίτλους όπως το Πρωτάθλημα και το Κύπελλο του 1946. Ήταν απο τους αγαπημένους του κοινού αφού εντυπωσίαζε με την κυριαρχικότητα που τον διέκρινε στην θέση του στόπερ, τον τρόπο με τον οποίο χειριζόταν την μπάλα και την τακτική ωριμότητα που τον διέκρινε.
Οι οπαδοί και οι συμπαίκτες του του είχαν βγάλει δύο παρατσούκλια "Ασχίλ" λόγω της ομοιότητας που είχε με έναν Τούρκο ηθοποιό της εποχής και "μάγο" για την ποδοσφαιρική ποιότητα που τον διέκρινε. Δεν έμενε όμως εκεί αφού συνεχώς βελτιωνόταν ειδικά μετά απο μια περιοδεία στην Βραζιλία το 1949.
Στο πρώτο του πέρασμα μέχρι το 1954 θα κατακτήσει τέσσερα ακόμα Πρωταθλήματα το 1948, το 1951, το 1952 και το 1954 με 177 συμμετοχές και 8 γκολ. Το 1954 θα φύγει απο την Αυστρία όπου υπήρχε παρασκήνιο, αφού είχε στοχοποιηθεί από τον Τύπο της Αυστρίας μαζί με τον τερματοφύλακα Ζέμαν, μετά την ήττα της εθνικής του από τη Γερμανία με 6-1 στον ημιτελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου 1954.
Θα αγωνιστεί στην RC Paris για μία χρονιά την περίοδο 1955-1956 όπου είχε 42 συμμετοχές και 9 γκολ, όμως ήθελε να επιστρέψει στην πατρίδα του. Το 1956 θα επιστρέψει στην Ραπίντ όπου και θα κλείσει την καριέρα του μέχρι το 1959 πανηγυρίζοντας ένα ακόμα Πρωτάθλημα το 1957, με 63 συμμετοχές και 17 γκολ
Μάλιστα κόντρα στην Ρεάλ Μαδρίτης στην ρεβάνς του 4-2 στο "Σαντιάγκο Μπερναμπέου", πέτυχε και τα τρία γκολ της ομάδας του, αλλά μιας και δεν υπήρχε ο κανονισμός του εκτός έδρας γκολ, οδηγήθηκαν και σε τρίτο παιχνίδι όπου οι "μερένγκες" πήραν την πρόκριση. Με τους "πράσινους" της Βιέννης ειχε συνολικά 269 εμφάνίσεις και πέτυχε 32 τέρματα.
Με την εθνική ομάδα της χώρας του έκανε ντεμπούτο στις 14 Σεπτεμβρίου του 1947 σε φιλικό παιχνίδι στην Βιέννη κόντρα στην Ουγγαρία. Θα πάρει μέρος στο Παγκόσμιο Κύπελλο της Ελβετίας το 1954 όπου θα φτάσει μέχρι τα ημιτελικά παίζοντας σε όλα τα παιχνίδια της διοργάνωσης.
Θα πάρει μέρος σε μία ακόμα διοργάνωση Παγκοσμίου Κυπέλλου το 1958 στην Σουηδία όπου θα παίξει σε δύο παιχνίδια κόντρα σε Βραζιλία και Αγγλία. Τελευταία και 51η εμφάνιση στις 14 Σεπτεμβρίου του 1958 σε φιλικό παιχνίδι στην Βιέννη κόντρα στην Γιουγκοσλαβία έχοντας πετύχει και 5 τέρματα.
Με την ολοκλήρωση της ποδοσφαιρικής του καριέρας την 1η Ιοουλίου 1959, ανέλαβε πόστο διευθυντή στην αγαπημένη του Ραπίντ την οποία είδε να κατακτάει το Πρωτάθλημα του 1960 και το Κύπελλο του 1961 και έφτασε στα ημιτελικά του Κυπέλλου Πρωταθλητριών αλλά αποκλείστηκε απο την Μπενφίκα και παρέμεινε σε αυτό το πόστο μέχρι τις 30 Ιουνίου του 1961.
Η πρώτη του προπονητική απόπειρα ήταν στην Ολλανδία στην ADO Den Haag την 1η Ιουλίου του 1962, όπου εκεί θα δείξει τα πρώτα δείγματα του ταλέντου του και μία ομάδα που πάλευε για την παραμονή έφτασε σε τέσσερις τελικούς Κυπέλλου, τον οποίον αυτόν του 1968 κατάφερε να τον κατακτήσει κόντρα στον Άγιαξ.
Στις 13 Μαρτίου του 1969 θα έρθει σε κόντρα με τον πρόεδρο ύστερα απο μια ήττα στο Κύπελλο απο την Ναϊμέχεν και παρότι υπήρχε συμβόλαιο μέχρι το 1971, η συνεργασία τους θα τερματιστεί άδοξα ύστερα απο 257 παιχνίδια στα οποία είχε 120 νίκες, 71 ισοπαλίες και 66 ήττες
Δεν θα φύγει απο την χώρα αφού η Φέγενορντ θα αρπάξει την ευκαιρία την 1η Ιουλίου του 1969 και θα τον φέρει στο Ρότερνταμ. Θα παραμείνει στο "Ντε Κάιπ" και θα κατακτήσει το Πρωτάθλημα του 1971, το πρώτο Κύπελλο Πρωταθλητριών ολλανδικής ομάδας το 1970 κόντρα στην Σέλτικ στο "Σαν Σίρο" του Μιλάνο και θα ακολουθήσει το Διηπειρωτικό κόντρα στην Εστουντιάντες, έχοντας σε 186 παιχνίδια 130 νίκες, 34 ισοπαλίες και 22 ήττες.
Το καλοκαίρι του 1973 η Φέγενοορντ ήταν για δύο χρόνια χωρίς τίτλο και πλέον ήξερε ότι η ομάδα είχε πιάσει ταβάνι και χρειαζόταν μια νέα πρόκληση. Αυτή ήταν η Σεβίλλη παρότι αγωνιζόταν στην δεύτερη κατηγορία του προσέφερε ένα πολύ καλό συμβόλαιο και του ίδιου του άρεσε να χτίζει ομάδες απο το μηδέν και να αναλαμβάνει δύσκολα "πρότζεκτ".
Όμως δεν θα μακροημερεύσει, λίγο ο ιδιόρρυθμος χαρακτήρας του, λίγο η δυσκολία στην γλώσσα και τα αρνητικά αποτελέσματα και στις 17 Δεκεμβρίου 1973 θα απολυθεί και θα φύγει απο την Ανδαλουσία, ύστερα απο 15 παιχνίδια, όπου είχε 6 νίκες, 4 ισοπαλίες και 5 ήττες.
Θα παίξει σε δύο τελικούς ευρωπαϊκών Κυπέλλων το 1976 στο ΟΥΕΦΑ και το 1978 στο Πρωταθλητριών στο "Γουέμπλει" αλλά θα γνωρίσει την ήττα και στους δύο απο την Λίβερπουλ. Παράλληλα με την Κλάμπ Μπρίζ στις 31 Αυγούστου του 1977 θα αναλάβει την εθνική ομάδα της Ολλανδίας.
Εκείνο το καλοκαίρι ο πρόεδρος της Μπάγερν, Βίλχελμ Νόιντεκερ προσέγγισε επίσημα τον Χάπελ, ο οποίος εκείνη την περίοδο μεσουρανούσε στο Βέλγιο με την Κλαμπ Μπριζ. Του πρόσφερε «λευκή επιταγή» και τον απόλυτο έλεγχο των μεταγραφών για να μετακομίσει στο Μόναχο, όμως ο Χάπελ δεσμευόταν με ισχυρό συμβόλαιο με την Κλαμπ Μπριζ.
Η διοίκηση των Βέλγων αρνήθηκε κατηγορηματικά να τον αφήσει ελεύθερο, καθώς η ομάδα στόχευε στην κορυφή της Ευρώπης (όπως και έγινε, φτάνοντας μέχρι τον τελικό του Κυπέλλου Πρωταθλητριών το 1978).
Απο το καλοκαίρι του 1977, ο Χάπελ είχε αναλάβει την Εθνική Ολλανδίας ενόψει του Μουντιάλ του 1978, οπότε η διπλή υποχρέωση με Μπριζ και Ολλανδία, καθιστούσε αδύνατη τη μετακομίση του στη Γερμανία εκείνη τη στιγμή.
Τους "οράνιε" θα τους οδηγήσει στο Παγκόσμιο Κύπελλο της Αργεντινής και θα είναι φιναλίστ βρίσκοντας απέναντι της την οικοδέσποινα, έχοντας σε 12 παιχνίδια, 8 νίκες, 2 ισοπαλίες και 2 ήττες. Θα επιστρέψει στην Φλάνδρα για το ξεκίνημα της σεζόν 1978-1979 και κατά την προετοιμασία το καλοκαίρι του 1978 κατηγόρησε τους παίκτες του για έλλειψη προσπάθειας.
Μετά από δύο βαριές ήττες σε ένα φιλικό τουρνουά (4-1 από την Έβερτον και 6-0 από την Μπενφίκα), υποβίβασε τιμωρητικά 4 βασικούς ποδοσφαιριστές στη δεύτερη ομάδα. Η κίνηση αυτή προκάλεσε τεράστια ένταση στις σχέσεις του με το ρόστερ και τη διοίκηση, το κλίμα έγινε εξαιρετικά βαρύ και τοξικό.
Η ομάδα άρχισε να χάνει έδαφος στο πρωτάθλημα, με αποτέλεσμα ο Αυστριακός τεχνικός να υποβάλει την παραίτησή του στις 26 Νοεμβρίου, νιώθοντας ότι η κατάσταση δεν μπορούσε πλέον να διορθωθεί.
Ο Χάπελ είχε ήδη υπογράψει προσύμφωνο με τους Σαν Χοσέ Έρθκουεικς από τις ΗΠΑ, το οποίο όμως τον δεσμεύε να περιμένει μέχρι τις 15 Ιανουαρίου 1979. Επειδή δεν άντεχε να μένει άπραγος, δήλωσε χαρακτηριστικά: «Αν έπρεπε να κάθομαι χωρίς δουλειά για τέσσερις μήνες, θα είχα τρελαθεί τελείως».Ήταν ο πρώτος απο τους έξι προπονητές που έχουν κατακτήσει το Κύπελλο Πρωταθλητριών/Champions League με δύο διαφορετικές ομάδες. Το καλοκαίρι του 1987 ύστερα απο 259 παιχνίδια στα οποία μέτρησε 141 νίκες, 61 ισοπαλίες και 57 ήττες θα επιστρέψει στην πατρίδα του
Ο Χάπελ, ο οποίος ήταν μανιώδης καπνιστής, κάπνιζε έως και τρία πακέτα τσιγάρα την ημέρα, είχε ήδη αρχίσει να εμφανίζει τα πρώτα σοβαρά συμπτώματα της ασθένειας που αργότερα του κόστισε τη ζωή (καρκίνος του πνεύμονα). Η σκληρή καθημερινότητα και η πίεση της γερμανικής Μουντεσλίγκα επιβάρυναν την κατάστασή του, και χρειαζόταν ένα πιο ήρεμο περιβάλλον.
Μετά από 6 γεμάτα χρόνια στη Γερμανία, ο Αυστριακός τεχνικός ένιωσε ότι ο κύκλος του είχε κλείσει οριστικά. Ήθελε να επιστρέψει στην Αυστρία για να βρίσκεται κοντά στην οικογένειά του, και όπως δήλωσε και ο ίδιος με το χαρακτηριστικό του στυλ: «Έξι χρόνια στο Αμβούργο είναι αρκετά! Δεν θέλω τα εγγόνια μου να μιλούν πάντα για τον παππού από το Αμβούργο.»
Αν και ο Χάπελ καταγόταν από τη Βιέννη, απέφυγε εσκεμμένα τις δύο μεγάλες ομάδες της πρωτεύουσας, δεν είχε ξεχάσει ποτέ τον πόλεμο που του είχε κάνει ο Τύπος της Βιέννης το 1954. Ήξερε ότι αν επέστρεφε στη Ραπίντ ή την Αούστρια, η πίεση των δημοσιογράφων και η καθημερινή τοξικότητα θα επιβάρυναν την ήδη κλονισμένη υγεία του.
Τότε εμφανίστηκε η Τιρόλ Ίνσμπρουκ που δεν ήταν ένας συνηθισμένος σύλλογος, αφού πίσω της βρισκόταν ο Γκέρνοτ Λάνγκες-Σβαρόφσκι, ο δισεκατομμυριούχος κληρονόμος της διάσημης αυτοκρατορίας κρυστάλλων.
Ο Σβαρόφσκι είχε ως όραμα να φέρει την ομάδα της επαρχίας του στην ευρωπαϊκή ελίτ, ήταν ο μόνος στην Αυστρία που μπορούσε να καλύψει τις τεράστιες οικονομικές απαιτήσεις του Χάπελ σε «καθαρά» χρήματα, προσφέροντάς του ένα μυθικό συμβόλαιο.
Γνώριζε ότι ο Χάπελ δεν θα πήγαινε ποτέ σε μια ομάδα που απλώς θα πάλευε για τη σωτηρία και είχε ε φροντίσει να δελεάσει τον Αυστριακό τεχνικό δείχνοντάς του ότι υπήρχε έτοιμο υλικό για τίτλους.
Ήδη από το 1985, η Τιρόλ είχε κάνει την παγκόσμια έκπληξη φέρνοντας στο Ίνσμπρουκ τον Γερμανό σούπερ σταρ και φιναλίστ Μουντιάλ, Χάνσι Μίλερ και μαζί με εγχώριους σταρ, όπως οι Μπρούνο Πέτσεϊ και ο Πέτερ Πάκουλτ, η ομάδα ήταν ένα έτοιμο αγωνιστικό «πυρηνικό όπλο» που χρειαζόταν απλώς τον κατάλληλο στρατηγό.
Τελευταίο αλλά πολύ σημαντικό, οι Άλπεις του προσέφεραν την απόλυτη απομόνωση που αναζητούσε. Εκεί μπορούσε να δουλέψει με απόλυτη ηρεμία, μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας, να κάνει τις ιατρικές του θεραπείες και να απολαμβάνει το τσιγάρο και το κονιάκ του χωρίς ενοχλητικές ερωτήσεις.
Το "κύκνειο άσμα" στους πάγκους θα έρθει με την εθνική Αυστρίας που θα την αναλάβει απο την 1η Ιανουαρίου εώς και τις 14 Νοεμβρίου του 1992, ένα "προξενιό" που άργησε να πραγματοποιηθεί αφού είχε γίνει προσπάθεια τρείς ακόμη φορές αλλά δεν υπήρχε αίσιο τέλος.
Η πρώτη το φθινόπωρο του 1975, μετά την απομάκρυνση του Λέοπολντ Στούσνι, η Αυστριακή Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία, έψαχνε απεγνωσμένα έναν τεχνικό παγκόσμιας κλάσης για να αναλάβει την εθνική ομάδα.
Ο Χάπελ ήταν ο απόλυτος εκλεκτός και του κατατέθηκε επίσημη πρόταση, όμως εκείνη την περίοδο ο Χάπελ μεσουρανούσε στο Βέλγιο με την Κλαμπ Μπριζ και απέρριψε την πρόταση.
Ένιωθε ότι ήταν ακόμη πολύ νέος (50 ετών) για να «συνταξιοδοτηθεί» σε έναν πάγκο εθνικής ομάδας, προτιμώντας την καθημερινή τριβή και τη δράση των συλλόγων. Παράλληλα, οι τεταμένες σχέσεις του με το κατεστημένο και τον Τύπο της Βιέννης έπαιξαν τον ρόλο τους.
Η δεύτερη μετά την πρόκριση της Αυστρίας στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1982, οι ομοσπονδιακοί προπονητές Καρλ Στρατς και Γκέοργκ Σμιντ βρίσκονταν υπό έντονη αμφισβήτηση. Η Αυστριακή Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία ήθελε απεγνωσμένα έναν τεχνικό παγκόσμιας κλάσης για να καθοδηγήσει την ομάδα στα γήπεδα της Ισπανίας και προσέγγισε επίσημα τον Χάπελ, ο οποίος συμφώνησε να αναλάβει.
Βρισκόταν τότε στην πρώτη του σεζόν στο Αμβούργο και διεκδικούσε το πρωτάθλημα Γερμανίας, το οποίο και κατέκτησε. Ο πρόεδρος του γερμανικού συλλόγου, Δρ. Βόλφγκανγκ Κλάιν, και η Γερμανική Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία αντέδρασαν έντονα, αρνούμενοι να επιτρέψουν στον Αυστριακό να εκτελεί παράλληλα χρέη ομοσπονδιακού τεχνικού.
Τον Φεβρουάριο του 1982, μετά από έντονη κόντρα μεταξύ των δύο ομοσπονδιών, το Αμβούργο ανακοίνωσε επίσημα ότι το θέμα έκλεισε οριστικά και ο Χάπελ θα παρέμενε αποκλειστικά προσηλωμένος στις υποχρεώσεις του στη Μπουντεσλίγκα.
Η τρίτη μετά την αποχώρησή του από το Αμβούργο το 1987, η Ομοσπονδία τον πίεσε ξανά να αναλάβει το τιμόνι της εθνικής. Αρνήθηκε για ακόμη μια φορά, καθώς τα πρώτα προβλήματα υγείας και η ανάγκη του για απόλυτη ηρεμία τον οδήγησαν στην ασφάλεια και την απομόνωση του Ίνσμπρουκ και της Σβαρόφσκι Τιρόλ.
Θα προλάβει να την κοουτσάρει σε 9 παιχνίδια, έχοντας 2 νίκες, 3 ισοπαλίες και 4 ήττες, αφού στις 14 Νοεμβρίου του 1992 θα φύγει απο την ζωή σε ηλικία 66 ετών λόγω καρκίνου του πνεύμονα. Τέσσερις μέρες μετά τον θάνατό του στην Νυρεμβέργη διεξήχθη φιλικό ανάμεσα σε Αυστρία και Γερμανία, με μία μπλούζα με το όνομά του να βρισκόταν στον πάγκο της ομάδας.
Ήταν μανιώδης καπνιστής, ενώ του άρεσε το καζίνο και οι γυναίκες. Ήταν λάτρης του επιθετικού παιχνιδιού και του άρεσε το θέαμα, οι παίκτες του τον λάτρευαν παίρνοντας το μάξιμουμ από αυτούς.
Ήταν επίσης λάτρης της ζώνης στην άμυνα, του άρεσε να ανεβάζει την άμυνα ψηλά, να παίζει επιθετική άμυνα και να πρεσάρουν οι ομάδες του διαρκώς μην αφήνοντας χώρους στον αντίπαλο, ενώ τελειοποίησε την καινοτομία του τεχνητού οφσάιντ.
Είναι μέλος μιας μικρής λίστας μόλις έξι που έχουν καταφέρει να κατακτήσουν το Πρωτάθλημα σε τέσσερις διαφορετικές χώρες, το 1983 τιμήθηκε ως ο καλύτερος ευρωπαίος προπονητής της χρονιάς, ενώ τιμήθηκε ως ο κορυφαίος Αυστριακός προπονητής όλων των εποχών.
Το 2013 το World Soccer και το ESPN σε ψηφοφορίες τους τον κατέταξαν στην 9η και στην 14η θέση των κορυφαίων προπονητών όλων των εποχών αντίστοιχα, ενώ το 2019 σε αντίστοιχες ψηφοφορίες το France Football και το Sports Illustrated κατετάγη 9ος και 7ος.
