"Ο Ρούουντ Γκούλιτ είναι ένας εκπληκτικός παίκτης με μεγάλες ικανότητες. Δεν φοβάται να κάνει πράγματα με την μπάλα και δείχνει να απολαμβάνει κάθε δευτερόλεπτο με αυτήν. Για μένα αυτό τον κάνει ακόμα καλύτερο παίκτη και απο τον Μαραντόνα. Και οι δύο διαθέτουν την ποιότητα που βρίσκεται σε όλους τους μεγάλους ποδοσφαιριστές είναι η ισορροπία, δεν μπορείς να τους πάρεις εύκολα την μπάλα, είναι στο ίδιο επίπεδο με τον Πελέ, τον Μπεκενμπάουερ και τον Κρόιφ.
Αυτά δήλωνε ο Τζόρτζ Μπέστ το 1990 για τον μεγάλο Ολλανδό άσο που είχε την δυνατότητα να παίζει σε όλες τις θέσεις της επίθεσης, συνδυάζοντας την δύναμη, την ταχύτητα και την τεχνική, ενώ ήταν πολύ καλός και στο ψηλό παιχνίδι.
Γεννήθηκε την 1η Σεπτεμβρίου του 1962 στο Άμστερνταμ ως Ρούντι Ντίλ, μιας και ήταν αποτέλεσμα εξωσυζυγικής σχέσης του Τζόρτζ Γκούλιτ Σουριναμέζου καθηγητή λυκείου και της Ρία Ντίλ φύλακα στο Εθνικό μουσείο. Ξεκίνησε το ποδόσφαιρο αρχικά απο την ASV Meerboys και να ακολουθήσει η DWS όπου με τις εμφανίσεις του θα κερδίσει μια θέση στην U-17 της Ολλανδίας.
Σε εκείνο το χρονικό σημείο θα αρχίζει να χρησιμοποιεί το επώνυμο Γκούλιτ γιατί όπως έλεγε ότι παραπέμπει περισσότερο σε ποδοσφαιριστή, συνέχιζε όμως να διατηρεί και το επώνυμο της μητέρας του με το οποίο πολλές φορές υπέγραφε τα συμβόλαια.
Το 1978 η Χάαρλεμ θα του προσφέρει επαγγελματικό συμβόλαιο και σε ηλικία 16 ετών θα γίνει ο νεαρότερος ποδοσφαιριστής που θα αγωνιστεί στην Eredivisie. Την περίοδο 1981-1982 θα είναι απο τους βασικούς συντελεστές της εξόδου στην Ευρώπη, με τον προπονητή του Μπάρι Χιούζ να τον χαρακτηρίζει ως τον Ολλανδό Ντάνκαν Έντουαρντς.
Μετά απο 100 παιχνίδια και 36 τέρματα, το καλοκαίρι του 1982 θα προταθεί σε αγγλικές ομάδες όπως την Άρσεναλ και την Ίπσουιτς αλλά το ποσό που ζητάει η Χάαρλεμ θα κριθεί ασύμφορο και δεν υπήρξε συμφωνία.
Στο παιχνίδι θα μπει η Φέγενοορντ και θα τον κάνει κάτοικο Ρότερνταμ. Με τους ροτερντάμερς θα αγωνιστεί σε 103 παιχνίδια πετυχαίνοντας 41 τέρματα μέχρι το καλοκαίρι του 1985 και θα κατακτήσει το ντάμπλ της περιόδου 1983-1984 όπου και αναδείχθηκε κορυφαίος παίκτης της χρονιάς.
Ο Άγιαξ είχε εξετάσει σοβαρά την περίπτωσή του για να τον εντάξει στο δυναμικό του, όμως η PSV αποδείχθηκε πιο γρήγορη και αποφασιστική στις διαπραγματεύσεις. Μεγάλες ομάδες από την Αγγλία (όπως η Άρσεναλ και η Ίπσουιτς που τον είχαν απορρίψει παλαιότερα ως «άγουρο») και την Ιταλία άρχισαν να τον παρακολουθούν στενά, όμως ο Γκούλιτ προτίμησε να παραμείνει ακόμα δύο χρόνια στην Ολλανδία για να ωριμάσει ποδοσφαιρικά.
Εκείνο το καλοκαίρι η PSV θα δώσει 1.2 εκατομμύρια φιορίνια για να τον φέρει στο Αιντχόφεν. Με τους "ασπροκόκκινους" θα κατακτήσει την διετία 1985-1987 ισάριθμα Πρωταθλήματα, ενώ το 1986 θα ανακηρυχθεί ξανά ποδοσφαιριστής της χρονιάς.
Ύστερα απο 75 παιχνίδια και 53 τέρματα θα έρθει η στιγμή που θα φύγει απο την Ολλανδία. Η «Βέκια Σινιόρα» αναζητούσε τον αντικαταστάτη του μεγάλου Μισέλ Πλατινί, ο οποίος αποσύρθηκε από την ενεργό δράση το 1987. Εξέτασε πολύ σοβαρά την περίπτωση του Γκούλιτ και έκανε κινήσεις για την απόκτησή του, όμως η πρόταση της Μίλαν ήταν οικονομικά και αγωνιστικά ανώτε
Μπαρτσελόνα και Ρεάλ Μαδρίτης, οι δύο ισπανικοί κολοσσοί είχαν δείξει ενδιαφέρον και παρακολουθούσαν την πορεία του. Ωστόσο, εκείνη την εποχή η ιταλική Serie A ήταν το πιο ισχυρό και πλούσιο πρωτάθλημα στον κόσμο, γεγονός που έκανε τον Γκούλιτ να δώσει αμέσως προτεραιότητα στις προτάσεις από την Ιταλία
Οι ιθύνοντες της Μίλαν είχαν εντυπωσιαστεί απο την παρουσία του στο Trofeo Gamper το καλοκαίρι του 1986 δεν θα αφήσουν την ευκαιρία να πάει χαμένη και ένα χρόνο αργότερα ο Μπερλουσκόνι θα προσφέρει το ποσό των 18 εκατομμυρίων φιορινιών για να τον φέρει στην Ιταλία.
Άν και στην αρχή θα δυσκολευτεί με την γλώσσα αλλά και το ότι για πρώτη φορά θα φύγει εκτός Ολλανδίας θα αποτελέσει θεμέλιο λίθο για την κυριαρχία της Μίλαν σε Ιταλία και Ευρώπη μαζί με τους άλλους δύο Ολλανδούς τον Μάρκο Φαν Μπάστεν και τον Φράνκ Ράϊκαρντ.
Τρία Πρωταθλήματα το 1988, το 1992 και το 1993, 2 Σούπερ Καπ Ιταλίας το 1993 και το 1994, 2 Κύπελλα Πρωταθλητριών το 1989 κόντρα στην Στεάουα στην Μαδρίτη και το 1990 κόντρα στην Μπενφίκα στην Βιέννη. Ακόμα 1 Ευρωπαϊκό Σούπερ Καπ το 1990 κόντρα στην Σαμπντόρια και το Διηπειρωτικό επίσης το 1990 κόντρα στην Ολίμπια Ασουνσιόν έχοντας συνολικά 171 παιχνίδια και 56 τέρματα.
Οι συχνοί τραυματισμοί την τελευταία τριετία και η κόντρα με τον Καπέλο που οδήγησε στην απουσία του απο τον χαμένο τελικό του Μονάχου απέναντι στην Μαρσέιγ, εξαιτίας του κανονισμού για την παρουσία τριών ξένων ποδοσφαιριστών στην αποστολή αποτέλεσε την αρχή του τέλους για την παρουσία του στο Μιλάνο.
Λόγω του τεράστιου ονόματός του, είχε ανεπίσημες κρούσεις από τα αναπτυσσόμενα τότε πρωταθλήματα της Ιαπωνίας και των ΗΠΑ, τις οποίες απέρριψε καθώς ήθελε να παραμείνει στο κορυφαίο επίπεδο
Επόμενος σταθμός η Σαμπντόρια που κινήθηκε αμέσως και του προσέφερε ηγετικό ρόλο και δαπάνησε το ποσό του 1 δισεκατομμυρίου ιταλικών λιρετών για να τον φέρει στην Γενοβα. Στο "Λουίτζι Φερράρις" θα κατακτήσει το Κύπελλο του 1994 και οι εμφανίσεις του θα πείσουν τον Μπερλουσκονι να τον ξαναφέρει πίσω στο "Τζιουζέπε Μεάτσα".
Όμως τα πράγματα δεν θα εξελιχθούν όπως το πρώτο πέρασμα του θα αγωνιστεί μόλις σε 14 παιχνίδια με 4 τέρματα και τον Νοέμβριο του 1994 θα φύγει για να ενταχθεί ξανά στους "μπλουτσερκιάτι" όπου θα πραγματοποιήσει συνολικά 63 συμμετοχές και 26 γκόλ.
Ύστερα απο οκτώ χρόνια το καλοκαίρι του 1995 θα αποχωριστεί την Ιταλία, η Μπάγερν Μονάχου εξέτασε σοβαρά την περίπτωσή του, καθώς έψαχναν έναν έμπειρο σταρ με προσωπικότητα για τη μεσαία τους γραμμή. Όμως οι συζητήσεις δεν προχώρησαν σε επίσημη γραπτή πρόταση που να τον ικανοποιεί.
Υπήρξαν φιλολογικές κρούσεις για να επιστρέψει στην πατρίδα του απο Φέγενοορντ και Αιντχόφεν και να κλείσει εκεί την καριέρα του, όμως ο ίδιος προτίμησε τη νέα εμπειρία της Αγγλίας. Ο προπονητής της Τσέλσι, Γκλεν Χοντλ, επικοινώνησε προσωπικά μαζί του και του παρουσίασε ένα πλάνο για να γίνει ο ηγέτης της ομάδας στο Λονδίνο και έτσι ο Γκούλιτ υπέγραψε στην Τσέλσι ως ελεύθερος,
Στο "Στάμφορντ Μπρίτζ" το καλοκαίρι του 1998 θα βάλει τέλος στην καριέρα του έχοντας 63 συμμετοχές και 7 τέρματα.
Με τους "οράνιε" θα κάνει ντεμπούτο την 1η Σεπτεμβρίου του 1981 στην Ζυρίχη στην φιλική ήττα απο την Ελβετία με 2-1. Άν και οι τρεις επόμενες διοργανώσεις θα βρουν την Ολλανδία εκτός των τελικών φάσεων θα έρθει το Euro του 1988 εκεί όπου οι Ολλανδοί θα αναδειχθούν Πρωταθλητές Ευρώπης.
Στα γήπεδα της Γερμανίας ο Γκούλιτ θα παίξει σε όλα τα παιχνίδια της διοργάνωσης και είναι αυτός που στον τελικό του Μονάχου κόντρα στην Σοβιετική Ένωση θα ανοίξει το σκόρ με κεφαλιά, ενώ θα συμπεριληφθεί και στην καλύτερη εντεκάδα της διοργάνωσης.
Θα λάβει μέρος στο Παγκόσμιο Κύπελλο της Ιταλίας το 1990 όπου θα αγωνιστεί και στα τέσσερα παιχνίδια της διοργάνωσης αλλά η Γερμανία στην φάση των "16" θα την αφήσει εκτός συνέχειας. Στα γήπεδα της Σουηδίας το 1992 θα αγωνιστεί σε όλα τα παιχνίδια του Euro όπου δεν θα μπορέσει να φτάσει στον τελικό αφού θα αποκλειστεί απο την Δανία στην διαδικασία των πέναλντι.
Θα έρθει σε κόντρα με τον Ντίκ Άντβοκαατ ύστερα απο το φιλικό παιχνίδι στο "Γουέμπλει" όπου η αλλαγή θέσης και το γεγονός ότι θα αντικατασταθεί απο τον Όφερμαρς θα φέρει την διαμάχη. Θα υπάρξει κατά κάποιον τρόπο μια ανακωχή, αφού θα αγωνιστεί στις 27 Μαΐου του 1994 στην Ουτρέχτη κόντρα στην Σκοτία.
Όμως κατά την διάρκεια της προετοιμασίας για το Παγκόσμιο Κύπελλο των ΗΠΑ θα αποχωρήσει απο το προπονητικό κέντρο και θα βάλει τίτλους τέλους μετά απο 66 συμμετοχές και 17 γκολ. Το 2013 οι δυο τους θα δώσουν το παρών στην τηλεοπτική εκπομπή Studio Voetbal όπου και οι δυο τους θα παραδεχθούν ότι έκαναν λάθος.
H αποχώρηση του Γκλεν Χόντλ το καλοκαίρι του 1996 για την Εθνική Αγγλίας άφησε ένα κενό στον πάγκο της Τσέλσι. Τότε ζητήθηκε απο τον Γκούλιτ να αναλάβει την τεχνική της ηγεσία και να είναι πάικτης-προπονητής.
Στην πρώτη του χρονιά θα κατακτήσει το Κύπελλο Αγγλίας, αλλά στις 12 Φεβρουαρίου του 1998 θα απολυθεί έχοντας σε 83 παιχνίδια 41 νίκες, 18 ισοπαλίες και 24 ήττες, ο επίσημος λόγος που επικαλέστηκε ο πρόεδρος Κεν Μπέιτς ήταν η αδυναμία επίτευξης συμφωνίας για την ανανέωση του συμβολαίου του
Υπήρξε μεγάλη διαφωνία στις οικονομικές του απαιτήσεις, καθώς και στο αν το ποσό που του προσφερόταν ήταν μικτό ή καθαρό. Η διοίκηση του πρόσφερε συμβόλαιο αποκλειστικά για τη θέση του προπονητή, όμως ο 35χρονος Γκούλιτ επέμενε να διατηρήσει τον ρόλο του παίκτη-προπονητή.
Ο ίδιος ο Γκούλιτ δήλωσε αργότερα «εμβρόντητος» από την απόλυση, αναφέροντας ότι ένιωσε προδομένος από ανθρώπους του συλλόγου, οι οποίοι τον έστειλαν να παίξει γκολφ την ώρα που εκείνοι προετοίμαζαν την απομάκρυνσή του.
Η Νιούκαστλ είχε ξεκινήσει τη σεζόν 1998-1999 πολύ νωθρά με δύο συνεχόμενες ισοπαλίες, ο πρόεδρος της ομάδας, Φρέντι Σέπερντ, και ο αντιπρόεδρος, Ντάγκλας Χολ, έκριναν ότι το συντηρητικό και αμυντικό ποδόσφαιρο του Νταλγκλίς δεν ταίριαζε στην ομάδα, απολύοντάς τον αμέσως μετά τη δεύτερη αγωνιστική.
Η διοίκηση της Νιούκαστλ ήθελε να επαναφέρει τις ένδοξες, άκρως επιθετικές ημέρες του Κέβιν Κίγκαν. Ο Γκούλιτ αποτελούσε το ιδανικό όνομα, καθώς είχε οδηγήσει την Τσέλσι στην κατάκτηση του Κυπέλλου Αγγλίας το 1997 παίζοντας ελκυστικό ποδόσφαιρο και έχοντας εισαγάγει τον διάσημο όρο "sexy football" στην Αγγλία.
Από τη στιγμή που απολύθηκε ο Νταλγκλίς, η Νιούκαστλ κινήθηκε με απόλυτη μυστικότητα. Αντιπροσωπεία των διοικούντων του συλλόγου ταξίδεψε εσπευσμένα στο Άμστερνταμ για να συναντήσει τον Γκούλιτ, ο οποίος ήταν ελεύθερος μετά την απόλυσή του από την Τσέλσι.
Η προοπτική να αναλάβει ένας κάτοχος της Χρυσής Μπάλας και ένα από τα μεγαλύτερα brand names του παγκόσμιου ποδοσφαίρου ενθουσίασε τους διοικούντες, σε τέτοιο βαθμό που οι μετοχές της Νιούκαστλ στο χρηματιστήριο σημείωσαν κατακόρυφη άνοδο μόλις κυκλοφόρησαν οι πρώτες φήμες για τη συμφωνία.
Ο Γκούλιτ αποδέχτηκε αμέσως την πρόκληση, θεωρώντας τη Νιούκαστλ ως ένα κοιμώμενο γίγαντα, και ανακοινώθηκε επίσημα στις 27 Αυγούστου 1998. Θα φτάσει μέχρι τον τελικό του Κυπέλλου Αγγλίας το 1999 όπου θα ηττηθεί απο την Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ.
Η επόμενη σεζόν 1999-2000, δεν ξεκίνησε καθόλου καλά, ήρθε σε σύγκρουση με τα μεγάλα αστέρια της ομάδας, κυρίως με τον τοπικό ήρωα και πρώτο σκόρερ Άλαν Σίρερ και τον αρχηγό Ρομπ Λι. Το τελειωτικό χτύπημα ήταν η απόφασή του να αφήσει τον Σίρερ στον πάγκο σε ένα ντέρμπι με τη Σάντερλαντ, το οποίο η Νιούκαστλ έχασε με 2-1.
Τρεις ημέρες μετά στις 28 Αυγούστου του 1999 παραιτήθηκε, ύστερα απο 52 παιχνίδια με 18 νίκες, 14 ισοπαλίες και 20 ήττες. Η πρώτη επίσημη πρόταση που αποδέχτηκε μετά από 4 χρόνια αποχής ήρθε από την ποδοσφαιρική ομοσπονδία της πατρίδας του, αναλαμβάνοντας την Jong Oranje στις 4 Αυγούστου του 2003.
Στα τέλη του 2003, η Φέγενορντ βρισκόταν σε αγωνιστική ύφεση, ο πρόεδρος του συλλόγου, Γιοριέν φαν ντεν Χέρικ, είχε ήδη αποφασίσει ότι ο τότε τεχνικός, Μπερτ φαν Μάρβαϊκ, θα αποχωρούσε στο τέλος της σεζόν, ενώ παράλληλα απέλυσε και τον τεχνικό διευθυντή
Έψαχνε μια ισχυρή προσωπικότητα που να γνωρίζει άριστα την κουλτούρα του συλλόγου, καθώς ο Γκούλιτ είχε αγωνιστεί εκεί ως παίκτης και είχε κατακτήσει το πρωτάθλημα το 1984. Ο Γκούλιτ είχε μείνει εκτός συλλογικού επιπέδου για σχεδόν 5 χρόνια μετά τη Νιούκαστλ και εργαζόταν στην ομοσπονδία της χώρας του
Ο πρόεδρος της Νιούκαστλ, Φρέντι Σέπερντ, διατηρούσε μια πολύ στενή, προσωπική και φιλική σχέση με τον πρόεδρο της Φέγενορντ, Φαν ντεν Χέρικ. Παρά το γεγονός ότι ο Γκούλιτ είχε αποχωρήσει επεισοδιακά από τη Νιούκαστλ το 1999, ο Σέπερντ αναγνώριζε το μέγεθος και το χάρισμά του.
Σε μια προσωπική τους επικοινωνία, ο Σέπερντ προέτρεψε με επιμονή τον Ολλανδό ομόλογό του να εμπιστευτεί και να προσλάβει τον Γκούλιτ, εγγυώμενος για την αξία του. Η εισήγηση του Σέπερντ έπεισε τον πρόεδρο της Φέγενορντ να προχωρήσει και οι δύο πλευρές συναντήθηκαν κρυφά και έδωσαν τα χέρια
Η επίσημη ανακοίνωση έγινε εσπευσμένα στις 5 Ιανουαρίου 2004 6 μήνες πριν αναλάβει επίσημα, ώστε να ξεκινήσει ο σχεδιασμός της νέας σεζόν. Το μόνο που απέμενε ήταν να πάρει ο Γκούλιτ το ελεύθερο από την ολλανδική ομοσπονδία καθώς είχε συμβόλαιο με την εθνική ομάδα
Συμφωνήθηκε τελικά να παραμείνει ως βοηθός του Ντικ Άντβοκατ για το Euro 2004 και αμέσως μετά να πιάσει δουλειά στο Ρότερνταμ. Την 1η Ιουλίου του 2004 ανέλαβε και επίσημα, όμως δεν θα μπορέσει να κερδίσει κάποιον τίτλο, τερματίζοντας στην τέταρτη θέση όπου σε 45 παιχνίδια θα έχει 25 νίκες, 7 ισοπαλίες και 13 ήττες.
Στις 23 Μαΐου 2005, αμέσως μετά το τέλος του πρωταθλήματος, ο Γκούλιτ και ο βοηθός του, Ζέλικο Πέτροβιτς, υπέβαλαν την παραίτησή τους, η σχέση του Γκούλιτ με τη διοίκηση και τον πρόεδρο Φαν ντεν Χέρικ είχε διαρραγεί εντελώς,
Ο Γκούλιτ δήλωσε δημόσια ότι ένιωθε τελείως μόνος και απροστάτευτος στον σύλλογο, ενώ άσκησε έντονη κριτική στη διοίκηση επειδή αρνήθηκε να του παρέχει τις οικονομικές εγγυήσεις και το μπάτζετ που χρειαζόταν για να υλοποιήσει το μακροπρόθεσμο πλάνο του.
Ελλείψει μεγάλων ποδοσφαιρικών προτάσεων, στράφηκε στα μεγάλα τηλεοπτικά δίκτυα (όπως το BBC και το Sky Sports), όπου δέχτηκε κορυφαίες προτάσεις ως αναλυτής.
Η επόμενη επίσημη πρόταση για να επιστρέψει στους πάγκους ήρθε δύο χρόνια αργότερα το 2007, οι LA Galaxy του MLS του προσέφεραν ένα «χρυσό» συμβόλαιο για να αναλάβει την ομάδα του Ντέιβιντ Μπέκαμ, το οποίο και αποδέχτηκε.
Τον Νοέμβριο του 2007 θα αναλάβει τους LA Galaxy όντας ο καλύτερα αμειβόμενος προπονητής στο MLS . Όμως η παρουσία του στο Λος Άντζελες ήταν ιδιαίτερα επεισοδιακή αφενός δυσκολευόταν με τους κανονισμούς αφετέρου ήρθε σε κόντρα με τους περισσότερους ποδοσφαιριστές.
Στις 11 Αυγούστου του 2008 θα παραιτηθεί επικαλούμενος «προσωπικούς και οικογενειακούς λόγους», ωστόσο η αποχώρησή του ήταν το αποτέλεσμα μιας βαθιάς αγωνιστικής κρίσης και σοβαρών εσωτερικών προβλημάτων.
Στην επίσημη δήλωσή του, ο Γκούλιτ παραδέχτηκε ότι ήταν πολύ πιο δύσκολο από ό,τι είχε προβλέψει για την οικογένειά του να εγκατασταθεί, να εγκλιματιστεί και να ζήσει μόνιμα στο Λος Άντζελες
Οι Γκάλαξι, παρά το γεγονός ότι είχαν στη σύνθεσή τους τον υγιή Ντέιβιντ Μπέκαμ και τον Λάντον Ντόνοβαν, βρίσκονταν σε ένα σερί 7 αγώνων χωρίς νίκη. Η ομάδα είχε βρεθεί εκτός των θέσεων που οδηγούσαν στα Play-offs, προκαλώντας τεράστια απογοήτευση στη διοίκηση
Το προπονητικό στυλ του Ολλανδού είχε δεχθεί έντονη κριτική από ποδοσφαιριστές της ομάδας (όπως ο Άμπελ Ξαβιέρ), κατηγορήθηκε για έλλειψη σεβασμού προς τους γηγενείς παίκτες και για δημιουργία μεγάλων εντάσεων στα αποδυτήρια.
Ο Γκούλιτ δυσκολεύτηκε πολύ να κατανοήσει και να διαχειριστεί τους περίπλοκους κανονισμούς του αμερικανικού πρωταθλήματος, όπως το salary cap και το σύστημα των draft, γεγονός που περιόριζε τις μεταγραφικές του επιλογές, έχοντας σε 19 παιχνίδια, 6 νίκες, 5 ισοπαλίες και 8 ήττες.
Τον Ιανουάριο του 2011 ο εκκεντρικός πρόεδρος του συλλόγου (και ηγέτης της Τσετσενίας), Ραμζάν Καντίροφ, που έψαχνε απεγνωσμένα ένα παγκόσμιο όνομα για λόγους πολιτικής προβολής, στράφηκε στον ελεύθερο Γκούλιτ.
Του προσέφερε ένα άκρως δελεαστικό 18μηνο συμβούλαιο με μυθικές οικονομικές απολαβές, το οποίο ο Ολλανδός αποδέχτηκε στις 18 Ιανουαρίου του 2011, χαρακτηρίζοντάς το ως μια «μεγάλη περιπέτεια».
Λόγω των θεμάτων ασφαλείας στο Γκρόζνι, ο Γκούλιτ και οι παίκτες του δεν ζούσαν στην Τσετσενία, είχαν τη βάση τους και προπονούνταν στο ρωσικό θέρετρο Κισλοβόντσκ (εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά) και πετούσαν στο Γκρόζνι μόνο για τα εντός έδρας παιχνίδια.
Ο Καντίροφ είχε θέσει ως στόχο την έξοδο στην Ευρώπη, αλλά η ομάδα δεν απέδιδε, και ο Τσετσένος ηγέτης άρχισε να ασκεί έντονη, δημόσια κριτική στον Γκούλιτ μέσω της επίσημης ιστοσελίδας του συλλόγου, κατηγορώντας τον ότι «το μυαλό του ήταν περισσότερο στα μπαρ και τις ντισκοτέκ» παρά στην τακτική της ομάδας
Μετά από μόλις 5 μήνες στον πάγκο, η διοίκηση έδωσε στον Γκούλιτ ένα σκληρό τελεσίγραφο: «Ή κερδίζεις το επόμενο ματς με την Άμκαρ Περμ ή απολύεσαι». Στις 14 Ιουνίου 2011, η Τέρεκ Γκρόζνι έχασε με 1-0 λόγω ενός αυτογκόλ στο τελευταίο λεπτό των καθυστερήσεων, και ο Γκούλιτ απολύθηκε αμέσως μετά τη λήξη του αγώνα, έχοντας μόλις 3 νίκες, 3 ισοπαλίες και 7 ήττες σε 13 παιχνίδια.
Στράφηκε ξανά με πλήρη απασχόληση στα παγκόσμια τηλεοπτικά δίκτυα, όπου η δημοτικότητά του παρέμεινε σταθερά στα ύψη. Εργάστηκε ως κεντρικός σχολιαστής και αναλυτής για το BBC (στην εκπομπή Match of the Day.
Υπέγραψε πολυετή συμβόλαια με το beIN Sports (για την ανάλυση της Premier League και του Champions League) και το Ziggo Sport στην Ολλανδία.
Τον Αύγουστο του 2016 είχε συμφωνήσει προφορικά να αναλάβει ως βοηθός προπονητή στο πλευρό του Ντάνι Μπλιντ στην Εθνική Ολλανδίας, αντικαθιστώντας τον Ντικ Άντβοκατ. Όμως κατέρρευσε με πάταγο πριν πέσουν οι υπογραφές, λόγω μιας σκληρής δημόσιας αντιπαράθεσης με τον Χανς φαν Μπρόκελεν,τον παλιό του συμπαίκτη από το Euro '88 και τότε Τεχνικό Διευθυντή της Ομοσπονδίας
Ο Φαν Μπρόκελεν κατηγόρησε δημόσια τον Γκούλιτ ότι απαίτησε να μπει ειδικός όρος στο συμβόλαιό του, ο οποίος θα του εξασφάλιζε αυτόματα τη θέση του πρώτου προπονητή μόλις αποχωρούσε ο Ντάνι Μπλιντ.
Ο Γκούλιτ εξοργίστηκε, χαρακτήρισε τα λόγια του Φαν Μπρόκελεν «εντελώς ψευδή» και εξήγησε ότι το μόνο που ζήτησε γραπτώς ήταν να έχει το δικαίωμα να επαναδιαπραγματευτεί τη θέση του αν έφευγε ο Μπλιντ, καθώς δεν ήθελε να βρεθεί στον αέρα.
Ένα ακόμη «αγκάθι» ήταν ότι ο Γκούλιτ ζήτησε να έχει δικαίωμα να αποχωρήσει αν δεχόταν πρόταση από σύλλογο, κάτι που η ομοσπονδία αρνήθηκε καθώς ο προηγούμενος βοηθός, Άντβοκαατ, είχε μόλις κάνει το ίδιο για τη Φενέρμπαχτσε.
Βλέποντας τις εσωτερικές ίντριγκες, τις παραιτήσεις στελεχών και τη γενικότερη κρίση στην ομοσπονδία, ο Γκούλιτ δήλωσε: «Το μυαλό μου έλεγε ναι, αλλά η λογική μου είπε όχι. Δεν γινόταν να δουλέψω μέσα σε τέτοιο μπάχαλο».
Λόγω αυτής της σύγκρουσης, η συμφωνία ακυρώθηκε οριστικά στις 26 Αυγούστου 2016. Μετά την απόλυση του Ντάνι Μπλιντ λόγω της ήττας από τη Βουλγαρία, η ολλανδική ομοσπονδία στράφηκε στον έμπειρο Άντβοκατ (ως πρώτο προπονητή) και στον Γκούλιτ (ως άμεσο βοηθό του).
Η συνεργασία προκάλεσε έκπληξη, καθώς το 1994 ο Γκούλιτ είχε αποχωρήσει από την εθνική ομάδα και είχε αποσυρθεί διεθνώς λίγο πριν το Μουντιάλ των ΗΠΑ, λόγω σφοδρής διαφωνίας με την τακτική του Άντβοκαατ.
Ο Άντβοκατ ζήτησε προσωπικά τον Γκούλιτ δίπλα του, θεωρώντας ότι το χάρισμα και η προσωπικότητα του παλιού αρχηγού θα ενέπνεαν τους παίκτες και ανακοινώθηκε επίσημα στις 9 Μάϊου του 2017
Η πιο πολυσυζητημένη στιγμή της συνεργασίας τους δεν αφορούσε την τακτική, αλλά τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, μετά από μια κρίσιμη νίκη με 3-1 επί της Βουλγαρίας, ο Γκούλιτ, πάνω στον ενθουσιασμό του, τράβηξε ένα βίντεο μέσα από τα αποδυτήρια την ώρα που οι παίκτες άλλαζαν και πανηγύριζαν, και το ανέβασε στο Twitter.
Ο Άντβοκαατ αντέδρασε δημόσια, δηλώνοντας ότι η ενέργεια του βοηθού του «δεν ήταν καθόλου βοηθητική» και παραβίαζε την ιδιωτικότητα της ομάδας. Ζήτησε αμέσως συγγνώμη, ο Άντβοκατ τη δέχτηκε και το θέμα θεωρήθηκε λήξαν χωρίς να διαταραχθούν οι σχέσεις.
Παρά το γεγονός ότι το δίδυμο βελτίωσε την εικόνα της ομάδας και πέτυχε σημαντικές νίκες, η ζημιά από το κακό ξεκίνημα των προηγούμενων μηνών ήταν μη αναστρέψιμη. Η Ολλανδία έχασε την πρόκριση για το Μουντιάλ της Ρωσίας στη διαφορά τερμάτων από τη Σουηδία.
Καθώς το συμβόλαιό τους είχε ισχύ μόνο μέχρι το τέλος της προκριματικής φάσης, το δίδυμο αποχώρησε κοινή συναινέσει στις 14 Νοεμβρίου του 2017, μετά από ένα τελευταίο φιλικό παιχνίδι κόντρα στη Ρουμανία. Ο Γκούλιτ είχε ξεκαθαρίσει ότι από τη στιγμή που θα έφευγε ο Άντβοκατ, θα αποχωρούσε και ο ίδιος.
Το 2018 ίδρυσε τη δική του επαγγελματική ακαδημία και ομάδα Esports, με έμφαση στο παιχνίδι EA Sports FC (πρώην FIFA), βοηθώντας νεαρά ταλέντα να εξελιχθούν στον χώρο του gaming.
Λειτουργεί σταθερά ως επίσημος πρεσβευτής της UEFA, συμμετέχοντας ενεργά στις επίσημες κληρώσεις του Champions League και σε φιλανθρωπικές εκδηλώσεις σε όλο τον κόσμο.
