www.goahits.blogspot.com

Διεθνές ποδόσφαιρο όπως δεν έχετε ξαναδιαβάσει!

7/8/26

Χόρχε Μπουρουσάγκα "El Burru"

Είναι ο άνθρωπος που χάρισε στην Αργεντινή το δεύτερο Παγκόσμιο Κύπελλο στην ιστορία της πετυχαίνοντας το νικητήριο γκολ απέναντι στην Δυτική Γερμανία στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1986 στα γήπεδα του Μεξικό. Παράλληλα όμως ο Χόρχε Μπουρουσάγκα ενεπλάκη στο περίφημο σκάνδαλο δωροδοκίας τον Μάιο του 1993 όταν η Μαρσείγ του Μπερνάρ Ταπί του πρόσφερε λεφτά για να έχει μειωμένη απόδοση όταν αυτός αγωνιζόταν στην Βαλενσιέν.


Γεννήθηκε στις 9 Οκτωβρίου του 1962 στην πόλη Γκουαλεγκάι της περιοχής Έντρε Ρίος και απο πιτσιρικάς ξεκίνησε να δουλεύει ως πωλητής παγωτών, διανομέας εφημερίδων, χτιστής στην οικοδομή. Παράλληλα ασχολούταν με το ποδόσφαιρο στις ακαδημίες της Ρίβερ Πλέιτ, στις οποίες παρέμεινε μέχρι την ηλικία των 13 ετών. 

Στην συνέχεια δοκίμασε την τύχη του στην Κίλμες χωρίς επιτυχία, ώσπου ένας στενός του φίλος τον πρότεινε στην Άρσεναλ Σαραντί. Στην "el arse" αν και ξεκίνησε ως ένας πολυσύνθετος παίκτης που μπορούσε να καλύψει πολλές θέσεις, γρήγορα καθιερώθηκε στη μεσαία γραμμή ως οργανωτής και επιθετικός μέσος, ξεχωρίζοντας για την τεχνική και την αντίληψή του.

Αγωνίστηκε από το 1979 έως το 1981 έχοντας 49 συμμετοχές και 7 γκολ και το όνομά του είχε κυκλοφορήσει στα μπλοκάκια αρκετών «μεγάλων» της χώρας που έψαχναν έναν πολυσύνθετο μέσο. Στις αρχές του 1982 η ομάδα που κέρδισε την υπογραφή του ήταν η Ιντεπεντιέντε πυ πραγματοποιήθηκε με έναν ιδιαίτερο τρόπο.

Το «κλειδί» της μεταγραφής ήταν η οικογένεια Γκροντόνα, ο Χούλιο Γκροντόνα (μετέπειτα πανίσχυρος πρόεδρος της Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας της Αργεντινής) είχε διατελέσει πρόεδρος τόσο της Άρσεναλ Σαραντί (την οποία ίδρυσε με τον αδελφό του) όσο και της Ιντεπεντιέντε.

Όταν ο Μπουρουτσάγκα άρχισε να ξεχωρίζει στη Β' Κατηγορία, οι διαδικασίες κινήθηκαν γρήγορα και με απόλυτη μυστικότητα. Η Ιντεπεντιέντε απέκτησε τα δικαιώματα του παίκτη, προσφέροντάς του αμέσως την ευκαιρία να αγωνιστεί στην πρώτη τη τάξει κατηγορία, υπό τις οδηγίες του προπονητή Νίτο Βέιγκα.

Αποτέλεσε βασικό στέλεχος των "ρόχο" έχοντας δίπλα του στη μεσαία γραμμή τον Ρικάρντο Μποκίνι και έγινε ο κινητήριος μοχλός της ομάδας. Κατέκτησε το Metropolitano του 1983, το Copa Libertadores του 1984 απέναντι στην Γκρέμιο όπου μάλιστα ήταν ο παίκτης που με το γκολ του έκρινε τον τίτλο όντας και ο πρώτος σκόρερ της διοργάνωσης με 6 γκολ αλλά και ο πολυτιμότερος παίκτης της διοργανωσης, και το Διηπειρωτικό Κύπελλο της ίδιας χρονιάς όπου ήταν ενδεκαδάτος.

146 παιχνίδια με 53 τέρματα και το καλοκαίρι του 1985 δύο μεσαίας δυναμικής ιταλικές ομάδες εξέφρασαν ενδιαφέρον, αλλά οι συζητήσεις δεν προχώρησαν σε επίσημη πρόταση που να ικανοποιεί την Ιντεπεντιέντε, ενώ υπήρξαν διερευνητικές επαφές από την Ισπανία.

Η Νάντ τον είχε στο στόχαστρο της ήδη απο το 1982 και μόλις είχε πάρει μεταγραφή στην Ιντεπεντιέντε. Έχοντας κείνη την εποχή αναπτύξει μια παράδοση να αποκτά Αργεντινούς ποδοσφαιριστές, ο τότε εμβληματικός προπονητής της Ναντ, Ζαν-Κλοντ Σουαντό τον ήθελε διακαώς για να ηγηθεί της μεσαίας γραμμής των «Καναρινιών».

Η μεταγραφή έκλεισε με ένα ποσό που άγγιζε τα 3,5 εκατομμύρια γαλλικά φράγκα (περίπου 450.000 με 500.000 δολάρια της εποχής εκείνης). ένα σημαντικό ποσοστό εισέπραξε και η Άρσεναλ Σαραντί βάσει των όρων που είχαν συμφωνηθεί όταν ο παίκτης είχε φύγει για την Ιντεπεντιέντε.

Το ξεκίνημα ήταν πάρα πολύ καλό αφού με 36 συμμετοχές και 9 γκολ βοήθησε τα "καναρίνια" να διεκδικήσουν το Πρωτάθλημα από την Παρί Σεν Ζερμέν και ανακηρύχθηκε κορυφαίος ξένος ποδοσφαιριστής της κατηγορίας.

Παρόλα αυτά τα προβλήματα τραυματισμών που αντιμετώπιζε στα γόνατα του στέρησαν την δυνατότητα να πραγματοποιήσει ανάλογες χρονιές ειδικά την περίοδο 1986-1988, υπήρχαν μάλιστα περίοδοι που είχε μονοψήφιο αριθμό παρουσιών ειδικά στην Ligue 1.

Κατάφερε τη τελευταία τετραετία μέχρι το 1992 ξεπέρασε τα προβλήματα και επέστρεψε σε υψηλό επίπεδο. Ύστερα απο 151 παιχνίδια και 29 γκολ είχε έρθει το πλήρωμα του χρόνου να φύγει, οι συνεχόμενοι και σοβαροί τραυματισμοί στο γόνατο, του είχαν μειώσει δραστικά τον χρόνο συμμετοχής του τις τελευταίες σεζόν, τη σεζόν 1990-1991 δεν αγωνίστηκε σχεδόν καθόλου.

Παράλληλα, ο σύλλογος βρισκόταν σε φάση ανανέωσης και ο Μπουρουσάγκα δέχθηκε ακόμη και να αλλάξει το καθεστώς του συμβολαίου του σε ερασιτεχνικό, ώστε να αδειάσει θέση ξένου για την έλευση του νεαρού τότε επιθετικού Γιαφέτ Εντοράμ.

Υπήρξαν διερευνητικές κρούσεις από ομάδες της Αργεντινής και του Μεξικού που ήθελαν να εκμεταλλευτούν την τεράστια εμπειρία του, ωστόσο, ο ίδιος επιθυμούσε να παραμείνει στη Γαλλία, καθώς η οικογένειά του είχε προσαρμοστεί πλήρως στη ζωή εκεί μετά από 7 χρόνια.

Ενδιαφέρον έδειξαν άλλες δύο ομάδες της μικρομεσαίας κατηγορίας, οι οποίες έψαχναν έναν έμπειρο ηγέτη για τη μεσαία τους γραμμή. Ο Μπουρουτσάγκα όμως επέλεξε τη Βαλενσιέν καθώς του προσέφερε εγγυημένο χρόνο συμμετοχής, ώστε να αποδείξει ότι είχε ξεπεράσει πλήρως τα προβλήματα στα γόνατα, κάτι που τελικά πέτυχε στο γήπεδο πριν ξεσπάσει το εξωαγωνιστικό σκάνδαλο.

Έμεινε μία χρονιά έχοντας 32 συμμετοχές και 10 γκολ όμως η παρουσία του εκεί στιγματίστηκε από το σκάνδαλο δωροδοκίας στο οποίο ενεπλάκη. Λίγο πριν τον αγώνα Βαλενσιέν-Ολιμπίκ Μαρσέιγ στις 20 Μαίου του 1993 ο παίκτης των φιλοξενούμενων Ζαν-Ζακ Ειντελί και ο γενικός διευθυντής Ζαν-Πιέρ Μπέρνς προσέφεραν σε αυτόν αλλά και σε άλλους δύο συμπαίκτες του χρήματα για να έχουν μειωμένη απόδοση.

Ο ίδιος αρχικά είχε συμφωνήσει να λάβει το ποσό των 25.000 λιρών όμως στην συνέχεια άλλαξε γνώμη. Ο Γκλασμάν ενημέρωσε τον προπονητή του Μπόρο Πρίμορατς για την συναλλαγή και αυτός στο ημίχρονο το κατήγγειλε στην αστυνομία και στην Γαλλική Ομοσπονδία Ποδοσφαίρου.

Οι Ειντελί, Ρομπέρ και Μπουρουσάγκα τον Ιούνιο του ίδιου έτους κατηγορήθηκαν για απόπειρα δωροδοκίας και τον Απρίλιο του 1994 ο Μπουρουσάγκα τιμωρήθηκε με δίμηνο αποκλεισμό από τους αγωνιστικούς χώρους.

Η υπόθεση πήγε και στα πολιτικά δικαστήρια όπου στον Αργεντινό επιβλήθηκε ποινή εξάμηνης φυλάκισης με αναστολή και πρόστιμο 500 λιρών. Επιστροφή στην Αργεντινή και υπήρξαν έντονες φιλολογικές κρούσεις και συζητήσεις με την Άρσεναλ Σαραντί, την ομάδα από την οποία ξεκίνησε την καριέρα του. 

Ο σύλλογος ήθελε να του προσφέρει ένα «ασφαλές καταφύγιο» για να κλείσει την καριέρα του χωρίς την πίεση του πρωταθλητισμού. Ωστόσο, ο Μπουρουτσάγκα ένιωθε ότι είχε ακόμη τις δυνάμεις να αγωνιστεί στο κορυφαίο επίπεδο, γι' αυτό προτίμησε το «σπίτι» του, την Ιντεπεντιέντε. 

Η Ιντεπεντιέντε ήταν η ομάδα που κινήθηκε πιο ζεστά από όλες και κέρδισε αμέσως την υπογραφή του, οι διοικούντες και οι φίλαθλοι του συλλόγου δεν ξέχασαν ποτέ όσα τους είχε προσφέρει τη χρυσή εποχή του 1984. 

Του πρόσφεραν συμβόλαιο και του επέτρεψαν να προπονείται κανονικά με την ομάδα καθ' όλη τη διάρκεια της τιμωρίας του, περιμένοντας υπομονετικά να λήξει ο αποκλεισμός του για να τον ρίξουν επίσημα στους αγώνες. 

Τον Απρίλιο του 1995 επανήρθε στην αγωνιστική δράση και με το "καλημέρα" κατέκτησε το Recopa Sudamericana κόντρα στην Βελέζ Σάρσφιλντ και το Supercopa Sudamericana του 1995 κόντρα στην Φλαμένγκο και αποχώρησε στις  10 Απριλίου του 1998 με 89 συμμετοχές και 19 τε΄ρματα σε αυτή την δεύτερη θητεία.

Συνολικά με την φανέλα των "κόκκινων διαβόλων" και στα δύο περάσματα είχε 235 συμμετοχές και 72 τέρματα. Στις 12 Μαΐου του 1983 στο Σαντιάγκο σε φιλικό παιχνίδι απέναντι στην Χιλή έκανε το ντεμπούτο του με την φανέλα της Εθνικής Αργεντινής και στην συνέχεια πήρε μέρος στο Copa America της ίδιας χρονιάς.

Αγωνίστηκε και στα εφτά παιχνίδια της τελικής φάσης του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1986 στο Μέξικο πετυχαίνοντας δύο γκολ απέναντι στην Βουλγαρία και στον τελικό με την Δυτική Γερμανία που ήταν και το νικητήριο στέλνοντας τους συμπατριώτες του στα ουράνια.

Αγωνίστηκε στο Copa America του 1989, ενώ την επόμενη χρονιά πήρε μέρος σε μία ακόμη τελική φάση Παγκοσμίου Κυπέλλου στα γήπεδα της Ιταλίας όπου αγωνίστηκε σε όλα τα παιχνίδια της τελικής φάσης πετυχαίνοντας ένα γκολ απέναντι στην Σοβιετική Ένωση φτάνοντας μέχρι και τον τελικό όπου αυτή την φορά οι Γερμανοί πήραν το "αίμα" τους πίσω για την προ τετραετίας ήττα τους.

Ο αγώνας κόντρα στα "πάντσερ" στις 8 Ιουλίου του 1990 ήταν η 57η και τελευταία του εμφάνιση με την "αλμπισελέστε" έχοντας πετύχει και 13 γκολ. Ήταν στην προεπιλογή για το Παγκόσμιο Κύπελλο των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής το 1994 αλλά δεν μπήκε στην τελική 23αδα. 

Την προπονητική του καριέρα την ξεκίνησε απο την 1η Ιουλίου του 1999 έως τις 31 Δεκεμβρίου του 2000 απο την Defensa y Justicia όπου σε 24 αγώνες είχε 8 νίκες, 4 ισοπαλίες και 12 ήττες και τον Αύγουστο του 2001 στην ομάδα Los Andes όπου σε 11 αγώνες είχε 4 νίκες και 7 ήττες.

Όταν ο Μπουρουτσάγκα έμεινε ελεύθερος από τη Λος Άντες, η Άρσεναλ Σαραντί έψαχνε άμεσα τον άνθρωπο που θα άλλαζε την ψυχολογία της ομάδας στη Β' Κατηγορία. Ο Χούλιο Γκροντόνα (πανίσχυρος πρόεδρος της Ομοσπονδίας και ιδρυτής της Άρσεναλ) είχε εξαιρετική προσωπική σχέση με τον Μπουρουτσάγκα από την εποχή που ο παίκτης μεσουρανούσε στην Ιντεπεντιέντε και την Εθνική Αργεντινής.

Η διοίκηση της Άρσεναλ τον προσέγγισε αμέσως, θεωρώντας τον το ιδανικό πρόσωπο για να αναλάβει ένα μακροχρόνιο project. Ο Μπουρουτσάγκα δέχθηκε με χαρά, καθώς επέστρεφε στον σύλλογο από τον οποίο ξεκίνησε την ποδοσφαιρική του καριέρα.

Απο την 1η Ιουλίου του 2002 την οδήγησε στην άνοδο στην πρώτη κατηγορία και εξασφάλισε για πρώτη φορά τη συμμετοχή της σε διεθνείς διοργανώσεις της Λατινικής Αμερικής, όπως το Copa Sudamericana θέτοντας τις βάσεις για τους τίτλους που κατέκτησε το κλαμπ τα επόμενα χρόνια. 

Σε 116 παιχνίδια είχε 41 νίκες, 39 ισοπαλίες και 36 ήττες μεχρι και τις 30 Ιουνίου του 2005 όταν και το συμβόλαιο του ολοκληρώθηκε, ο Αργεντινός τεχνικός ήταν ελεύθερος να επιλέξει τον επόμενο σταθμό του. 

Η Εστουντιάντες τον προσέγγισε, του παρουσίασε ένα ελκυστικό project με υψηλότερους στόχους και οι δύο πλευρές συμφώνησαν απευθείας, χωρίς την εμπλοκή τρίτης ομάδας και την 1η Ιουλίου του 2005 ανελαβε την ομάδα.

Παρά την επιτυχημένη χρονιά και την πρόθεση της διοίκησης να του ανανεώσει το συμβόλαιο, ο Μπουρουτσάγκα αποφάσισε να αποχωρήσει στις 30 Ιουνίου του 2006, έχοντας σε 49 παιχνίδια, 21 νίκες, 16 ισοπαλίες και 13 ήττες. 

Όταν έφτασε η πρόταση-πρόκληση από την αγαπημένη του Ιντεπεντιέντε, το απόλυτο είδωλο της δεν μπορούσε να αρνηθεί την ευκαιρία να επιστρέψει στο «σπίτι» του ως πρώτος προπονητής. Την 1η Ιουλίου του 2006 ανέλαβε την ομάδα μέχρι και τις 15 Απριλίου του 2007 όταν και παραιτήθηκε μετά από μια εντός έδρας ήττα (0-2) από τη Λανούς, λόγω της έντονης βαθμολογικής πίεσης.

Ξεκίνησε εντυπωσιακά με ένα επιθετικό 4-3-1-2, έχοντας ως μεγάλο αστέρι τον νεαρό τότε Σέρχιο «Κουν» Αγκουέρο (πριν πάρει τη μεταγραφή για την Ατλέτικο Μαδρίτης). Η ομάδα τερμάτισε στην 4η θέση της βαθμολογίας, δείχνοντας πολύ καλά στοιχεία.

Όμως μετά την πώληση βασικών παικτών (όπως ο Αγκουέρο), η ομάδα έχασε τη συνοχή της. Τα αρνητικά αποτελέσματα στο ξεκίνημα του 2007 (9 ήττες σε 10 ματς στο δεύτερο μισό της θητείας του) οδήγησαν στην παραίτησή του, καθώς το κλίμα είχε βαρύνει.

Συνολικά σε 29 παιχνίδια είχε 12 νίκες, 4 ισοπαλίες και 13 ήττες και μετά την παραίτηση του είχε προτάσεις για να αναλάβει ομάδα. Μία απο αυτές ήταν η Ροζάριο Σεντραλ. που τον προσέγγισε πιο ζεστά από όλες στο δεύτερο μισό του 2007, αναζητώντας έναν έμπειρο τεχνικό για να σταθεροποιήσει την πορεία της στο πρωτάθλημα. 

Οι συζητήσεις προχώρησαν, αλλά δεν κατέληξαν σε συμφωνία λόγω οικονομικών διαφορών στο μπάτζετ για μεταγραφές. Η Ολίμπο έκανε διερευνητική κρούση στον Αργεντινό τεχνικό, καθώς έψαχνε έναν προπονητή με το προφίλ του , όμως αυτός αρνήθηκε ευγενικά, καθώς ήθελε έναν σύλλογο που να κάνει πρωταθλητισμό.

Λόγω του επιθετικού ποδοσφαίρου που παρουσίασε στην Εστουντιάντες και στο πρώτο μισό της θητείας του στην Ιντεπεντιέντε, δύο μεξικανικοί σύλλογοι μεσαίας δυναμικής εξέφρασαν ενδιαφέρον. Το Μεξικό πρόσφερε εξαιρετικά συμβόλαια, αλλά ο Μπουρουτσάγκα προτίμησε να περιμένει μια ευκαιρία πιο κοντά στο σπίτι του.

Μεγάλοι σύλλογοι της Παραγουάης είχαν κυκλώσει το όνομά του, αλλά δεν υπήρξε επίσημη κίνηση προς το μέρος του. Αφού εξέτασε τις επιλογές του και ξεκουράστηκε για μερικούς μήνες, ο Μπουρουτσάγκα επέστρεψε στους πάγκους το 2008 για λογαριασμό της Μπάνφιλντ. 

Η διοίκηση της Μπάνφιλντ του προσέφερε ένα σταθερό πλάνο και τον έπεισε να αναλάβει τα ηνία της ομάδας την 1η Ιουλίου του 2008. Ξεκίνησε με σκαμπανεβάσματα και ολοκλήρωσε το πρώτο μισό του πρωταθλήματος στην 13η θέση της βαθμολογίας, συγκεντρώνοντας 23 βαθμούς (με 5 νίκες, 8 ισοπαλίες και 6 ήττες).

Το ξεκίνημα της νέας χρονιάς δεν έφερε τη βελτίωση που περίμενε η διοίκηση. Μετά από 7 αγωνιστικές στο δεύτερο μισό, όπου σημείωσε 3 νίκες, 1 ισοπαλία και 3 ήττες, ο Μπουρουτσάγκα αποφάσισε να υποβάλει την παραίτησή του στις 22 Μαρτίου του 2009, νιώθοντας ότι ο κύκλος του έκλεισε πρόωρα, ύστερα απο 26 αγώνες με 8 νίκες, 9 ισοπαλίες και 9 ήττες.
Τον Μάϊο του 2009 επανήρθε στην Αρσενάλ Σαραντί και ανέλαβε την ομάδα για τις τελευταίες 6 αγωνιστικές του πρωταθλήματος Clausura, πετυχαίνοντας 2 νίκες, 1 ισοπαλία και 3 ήττες, σταθεροποιώντας την κατάσταση.
 Στο πρώτο του πλήρες τουρνουά, η Άρσεναλ Σαραντί παρουσίασε ένα πολύ σκληροτράχηλο σύνολο. Τερμάτισε στην 11η θέση με 27 βαθμούς (8 νίκες, 3 ισοπαλίες, 8 ήττες), πετυχαίνοντας τον βασικό στόχο της συλλογής βαθμών για τον ειδικό πίνακα του υποβιβασμού.
Το ξεκίνημα του 2010 ήταν εξαιρετικά δύσκολο, αφού μετά από 15 αγωνιστικές, η ομάδα είχε σημειώσει μόλις 3 νίκες, 8 ήττες και 4 ισοπαλίες. Η βαριά εκτός έδρας ήττα με 4-0 από την Ιντεπεντιέντε στις 12 Απριλίου 2010, ράγισε οριστικά το γυαλί, οδηγώντας τον Μπουρουσάγκα στην παραίτηση λίγες ημέρες αργότερα στις 18 Απριλίου σε 43 παιχνίδια με 13 νίκες, 12 ισοπαλίες κα 18 ηττες.
Σύλλογοι που αντιμετώπιζαν προβλήματα υποβιβασμού και έψαχναν έναν προπονητή με αποδεδειγμένη εμπειρία στη «σωτηρία» (όπως η Κολόν Σάντα Φε και η Κίλμες) έκαναν διερευνητικές επαφές μαζί του. 

Ωστόσο, ο ίδιος αναζητούσε ένα project που θα του επέτρεπε να διεκδικήσει τίτλους και να αγωνιστεί σε διεθνείς διοργανώσεις. Δύο ομάδες από τη Χιλή εξέφρασαν ενδιαφέρον, προσφέροντάς του καλά συμβόλαια, αλλά οι συζητήσεις δεν προχώρησαν στο τελικό στάδιο.

Η ευκαιρία που έψαχνε ήρθε τελικά τον Μάιο του 2011 από τη Λιμπερτάδ, έναν από τους μεγαλύτερους και πιο οργανωμένους συλλόγους της Παραγουάης. Πείστηκε να πει το «ναι» και να μετακομίσει στην Ασουνσιόν γιατί του πρόσφερε τη δυνατότητα να προπονήσει ξανά στο κορυφαίο επίπεδο της Λατινικής Αμερικής, συμμετείχε σταθερά στις διεθνείς διοργανώσεις, κάτι που αποτελούσε τον μεγάλο προσωπικό του στόχο 

Ο πρόεδρος της Οράσιο Κάρτες μετέπειτα Πρόεδρος της Δημοκρατίας της Παραγουάης, είχε δημιουργήσει έναν σύλλογο-πρότυπο με εξαιρετική οικονομική υγεία, προσφέροντας στον Μπουρουσάγκα ένα υψηλό συμβόλαιο και εγγυήσεις για ποιοτικές μεταγραφές.

Η ομάδα διέθετε ήδη εξαιρετικούς παίκτες και έκανε πρωταθλητισμό, γεγονός που σήμαινε ότι ο «Μπούρου» δεν χρειαζόταν να χτίσει κάτι από το μηδέν, αλλά να καθοδηγήσει ένα σύνολο έτοιμο για επιτυχίες.
Την 1η Ιουλίου του  2011 ανέλαβε την τεχνική της ηγεσία της Λιμπερτάδ μέχρι και τις 30 Ιουνίου του 2012, σε 56 αγώνες είχε 28 νίκες, 15 ισοπαλίες και 13 ήττες οδήγησε στο Copa Libertadores του 2012 στην προημιτελική φάση όπου αποκλείστηκε από την Ουνιβερσιτάντ Ντε Τσίλε.
Παρά την άκρως επιτυχημένη διεθνή πορεία και το γεγονός ότι η ομάδα έπαιζε ελκυστικό και επιθετικό ποδόσφαιρο, αποφάσισε να μην ανανεώσει το συμβόλαιό του το καλοκαίρι του 2012. Ο λόγος ήταν η επιθυμία του να επιστρέψει στην πατρίδα του, με την Ατλέτικο Ραφαέλα να αποτελεί τον επόμενο προπονητικό του σταθμό απο τις 4 Δεκεμβρίου του 2012.

Ο μεγάλος και βασικός στόχος που του ανατέθηκε ήταν να κρατήσει την ομάδα στην Α' Κατηγορία, καθώς βρισκόταν σε πολύ δύσκολη θέση στον ειδικό πίνακα του υποβιβασμού, πέτυχε τον στόχο αυτό τόσο το 2013 όσο και το 2014, κερδίζοντας κρίσιμα παιχνίδια.

Η θητεία του κορυφώθηκε τον Μάιο του 2014, αφού μετά από μια δραματική ισοβαθμία, η Ατλέτικο Ραφαέλα αναγκάστηκε να παίξει έναν αγώνα μπαράζ ζωής ή θανάτου για την παραμονή κόντρα στην Κολόν Σάντα Φε. 

Η ομάδα του Μπουρουσάγκα επικράτησε με 1-0 στις 24 Μαΐου 2014, εξασφαλίζοντας τη σωτηρία. και δύο ημέρες μετά στις 26, έχοντας εκπληρώσει στο έπακρο την αποστολή του, αποχώρησε από τον σύλλογο.

Μετά την αποχώρησή του, ξεκαθάρισε στα μέσα ενημέρωσης της Αργεντινής ότι «δεν πρόκειται να αναλάβει μια ομάδα απλώς για να αναλάβει». Αποφάσισε συνειδητά να μείνει εκτός πάγκων για ενάμισι σχεδόν χρόνο, απορρίπτοντας διερευνητικές κρούσεις. 

Επέστρεψε στην προπονητική δράση τον Ιανουάριο του 2016, όταν ένιωσε έτοιμος, αναλαμβάνοντας ξανά τη Ραφαέλα για τη δεύτερη σύντομη θητεία του. Η δεύτερη θητεία του στον πάγκο της Ατλέτικο Ραφαέλα υπήρξε εξαιρετικά σύντομη, καθώς διήρκεσε μόλις δύο μήνες, από τις 26 Ιανουαρίου έως τις 29 Μαρτίου 2016.

Κλήθηκε εσπευσμένα να αντικαταστήσει τον Λεονάρντο Αστράδα πριν από την έναρξη του πρωταθλήματος, όμως η πορεία της ομάδας στο ειδικό μεταβατικό τουρνουά ήταν κακή, οδηγώντας τον στην παραίτηση μετά απο 8 αγώνες με 1 νίκη, 1ισοπαλία και 6 ήττες.

Ο τελευταίος σταθμός της προπονητικής του καριέρας ήταν η Σαρμιέντο την οποία ανέλαβε στα τέλη του 2016 με αποκλειστικό στόχο να τη σώσει από τον υποβιβασμό. Η θητεία του υπήρξε εξαιρετικά σύντομη, διήρκεσε από τις 11 Νοεμβρίου έως τις 20 Δεκεμβρίου 2016.

Ο Αργεντινός τεχνικός κάθισε στον πάγκο της ομάδας για μόλις 5 επίσημους αγώνες στο Πρωτάθλημα Αργεντινής με 3 νίκες, 1 ισοπαλία και 1 ήττα πριν παραιτηθεί ξαφνικά λόγω οικονομικών προβλημάτων του συλλόγου.

Ενώ η Σαρμιέντο βρισκόταν σε εξαιρετική τροχιά με 10 βαθμούς σε 5 ματς, ο Μπουρουτσάγκα σόκαρε τη διοίκηση υποβάλλοντας την παραίτησή του αμέσως μετά τη νίκη επί της Αλντοσίβι, λίγο πριν τη διακοπή του πρωταθλήματος για τις γιορτές.

Ο σύλλογος αντιμετώπιζε τεράστια οικονομική κρίση, χρωστούσε δεδουλευμένα μηνών στους ποδοσφαιριστές και η διοίκηση αδυνατούσε να του εγγυηθεί τις μεταγραφές που είχε ζητήσει για την ενίσχυση του ρόστερ ενόψει του δεύτερου μισού της σεζόν.

Τον Μάιο του 2017, η Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία της Αργεντινής του εμπιστεύτηκε τον κομβικό ρόλο του Γενικού/Τεχνικού Διευθυντή των Εθνικών Ομάδων. Λειτούργησε ως ο συνδετικός κρίκος ανάμεσα στη διοίκηση, τους παίκτες και το τεχνικό τιμ του Χόρχε Σαμπάολι κατά τη διάρκεια των δύσκολων προκριματικών.

 Ταξίδεψε με την αποστολή στα γήπεδα της Ρωσίας, αλλά μετά τον πρόωρο αποκλεισμό της Αργεντινής στη φάση των «16» από τη Γαλλία και την απομάκρυνση του Σαμπάολι, ο Μπουρουσάγκα ολοκλήρωσε τη θητεία του στο πόστο αυτό.

Στις 11 Μαρτίου του 2020 επέστρεψε για άλλη μια φορά στο «σπίτι» του, την Ιντεπεντιέντε, αναλαμβάνοντας χρέη Αθλητικού Διευθυντή. Ήταν υπεύθυνος για τον σχεδιασμό του ρόστερ, την επιλογή προπονητή, επέλεξε τον Λούκας Πουσινέρι και τις μεταγραφές, μέσα σε μια πολύ δύσκολη οικονομική συγκυρία για το κλαμπ λόγω της πανδημίας.

Στις 4 Ιανουαρίου του 2021 υπέβαλε την παραίτησή του, λόγω σοβαρών διαφωνιών με τη διοίκηση του Ούγκο Μογιάνο σχετικά με τη διαχείριση της ομάδας και το μέλλον του προπονητή. 

Απομακρυνόμενος από την καθημερινή πίεση των συλλόγων, παρέμεινε ενεργός γύρω από το άθλημα. Συμμετέχει συχνά ως σχολιαστής και αναλυτής σε μεγάλα τηλεοπτικά και ραδιοφωνικά δίκτυα της Λατινικής Αμερικής, ειδικά κατά τη διάρκεια των Παγκοσμίων Κυπέλλων και του Κόπα Αμέρικα.

Μαζί με τους υπόλοιπους επιζώντες Παγκόσμιους Πρωταθλητές του 1986, λαμβάνει μέρος σε επίσημες εκδηλώσεις της FIFA, τιμητικά αφιερώματα και φιλανθρωπικούς σκοπούς, διατηρώντας ζωντανή την κληρονομιά της ομάδας του Ντιέγκο Μαραντόνα.


        




  
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...