Ήταν ο "μαέστρος" μιας εκ των πιο θεαματικών εθνικών ομάδων που γνώρισε ποτέ ο πλανήτης.Του δόθηκε το παρατσούκλι "Λευκός Πελε" ένα προσωνύμιο που είναι να μη τι άλλο αντιφατικό αφού είναι μέλος μιας λίστας πολύ σπουδαίων ποδοσφαιριστών που δεν κατάφεραν να σηκώσουν ένα Παγκόσμιο Κύπελλο. Ο λόγος για τον Arthur Antunes Coimbra πιο γνωστός στο ευρύ κοινό ως Ζίκο που στην ψηφοφορία της FIFA για τον κορυφαίο παίκτη του 20ου αιώνα κατέλαβε την 8η θέση
Άν και από την αρχή έδειξε το σπουδαίο ταλέντο του, η σωματοδομή του δεν ήταν η ανάλογη αφού βρισκόταν ένα επίπεδο κάτω για τα παιδιά της ηλικίας του. Με την βοήθεια του καθηγητή Φυσικής Αγωγής Χοσέ Ρομπέρτο Φρανκαλάτσι ο "λευκός Πελέ" κατάφερε με ένα συνδυασμό σκληρής προπόνησης και μιας ειδικής δίαιτας να ξεπεράσει τα προβλήματα, καταφέρνοντας στις 29 Ιυλίου του 1971 να κάνει ντεμπούτο με την πρώτη ομάδα.
Υπέγραψε επαγγελματικό συμβόλαιο την 1η Μαϊου του 1973 και το 1974 πέτυχε 49 γκολ σε μια σεζόν, ενώ απο το 1978 άρχιζε να μαζεύει τίτλους. 3 Πρωταθλήματα "καριόκα" το 1978, το 1978 κα το ειδικό πρωτάθλημα του 1979, 3 Πρωταθλήματα Βραζιλίας το 1980, το 1982 και το 1983, κυρίως όμως το Copa Libertadores του 1981 κόντρα στην Κομπρελόα όπου στο τρίτο ματς στο Μοντεβίδεο μιας και τα άλλα δύο οι ομάδες μοιράστηκαν τις νίκες με δύο δικά του γκολ κατέκτησε το πρώτο.
"Κερασάκι στην τούρτα" το Διηπειρωτικό Κύπελλο κόντρα στην Λίβερπουλ στο Τόκιο με 3-0 με τον ίδιο να μοιράζει τρείς ασίστ παρότι δεν σκόραρε. Ήταν η κορυφαία περίοδο στην ιστορία της Φλαμένγκο και το καλοκαίρι του 1983 ακούστηκαν οι πρώτες "σειρήνες" απο Ιταλία μεριά.
Ρόμα και Μίλαν κινήθηκαν πολύ δυναμικά για την απόκτηση του Ζίκο με τις δύο μεγάλες ομάδες να φτάνουν πολύ κοντά στην υπογραφή του. Ο Πάουλο Ρομπέρτο Φαλκάο, ο οποίος ήταν ήδη ο απόλυτος ηγέτης της Ρόμα, πίεζε έντονα τη διοίκηση του Ντίνο Βιόλα να φέρει τον Ζίκο στη Ρώμη, γιατί ήθελε να δημιουργήσουν στους «τζιαλορόσι» το ίδιο μαγικό δίδυμο που είχαν στην Εθνική Βραζιλίας το 1982.
Οι "πρωτεύουσιάνοι" έκαναν επίσημη πρόταση, αλλά οι οικονομικές απαιτήσεις της Φλαμένγκο και η απροθυμία της να πουλήσει τον παίκτη σε έναν τόσο μεγάλο σύλλογο χωρίς εγγυήσεις μετρητών πάγωσαν τις διαπραγματεύσεις.
Απο την άλλη η Μίλαν, η οποία προσπαθούσε να αναγεννηθεί εκείνη την περίοδο, κατέθεσε μια εξαιρετικά ελκυστική πρόταση, προσφέροντας στη Φλαμένγκο 3,2 εκατομμύρια δολάρια, ενώ έδινε στον ίδιο τον Ζίκο ένα μυθικό συμβόλαιο. Όμως ο Ζίκο ήταν διστακτικός, δεν ήθελε να πάει σε μια ομάδα που βρισκόταν σε φάση αναδόμησης και πίεσης, καθώς προτιμούσε έναν σύλλογο όπου θα είχε την απόλυτη ελευθερία κινήσεων.
Και απο εκεί που δεν το περίμενε κανείς εμφανίστηκε η Ουντινέζε η οποία τίναξε την μπάνκα στον αέρα, προσφέροντας στη Φλαμένγκο το αστρονομικό για την εποχή ποσό των 4 εκατομμυρίων δολαρίων (περίπου 6 δισεκατομμύρια ιταλικές λιρέτες)
Επειδή όμως ο σύλλογος δεν διέθετε τέτοια ρευστότητα, η μεταγραφή χρηματοδοτήθηκε σε μεγάλο βαθμό από μια εταιρεία holding (Groupo Zagatti) με έδρα το εξωτερικό, γεγονός που κίνησε αμέσως υποψίες.
Ο πρόεδρος της Ιταλικής Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας Φεντερίκο Σορντίλο, ακύρωσε αρχικά τη μεταγραφή τον Ιούλιο του 1983, με την δικαιολογία ότι οι εγγυήσεις για την προέλευση των χρημάτων δεν ήταν ξεκάθαρες και ότι μια μικρή ομάδα δεν γινόταν να ξοδεύει τέτοια ποσά.
Η απόφαση αυτή προκάλεσε οργή και περισσότεροι από 20.000 οπαδοί βγήκαν στους δρόμους του Ούντινε για να διαμαρτυρηθούν. Το ιστορικό σύνθημά τους στα πανό ήταν: «Ή ο Ζίκο ή η Αυστρία!» απειλώντας ουσιαστικά με απόσχιση της περιοχής από την Ιταλία αν δεν ολοκληρωνόταν η συμφωνία
Η κατάσταση ξέφυγε από τα αθλητικά όρια και πήρε πολιτικές διαστάσεις, μάλιστα ο τότε Πρωθυπουργός της Ιταλίας, Μπετίνο Κράξι, παρενέβη προσωπικά και διέταξε τη δημιουργία μιας ειδικής επιτροπής της Δικαιοσύνης για να επανεξετάσει τον φάκελο.
Στις 2 Αυγούστου 1983, η επιτροπή δικαίωσε την Ουντινέζε και ο Ζίκο πήρε επίσημα την άδεια να αγωνιστεί στη Serie A. Στην πρώτη του σεζόν στην γείτονα χώρα αναδείχτηκε δεύτερος σκόρερ με 19 γκολ έχοντας ένα λιγότερο από τον Μισέλ Πλατινί.
Αντίθετα η περίοδος 1984-1985 στιγματίστηκε από μυϊκούς τραυματισμούς αλλά και δικαστικές διενέξεις, αφού η ιταλική εφορία και η εισαγγελία του Ούντινε κατηγόρησαν τον Ζίκο για παράνομη εξαγωγή κεφαλαίων και συστηματική φοροδιαφυγή.
Συγκεκριμένα, διαπιστώθηκε ότι ένα μεγάλο μέρος των εσόδων από τα δικαιώματα της εικόνας του και τις διαφημίσεις δεν δηλωνόταν στην Ιταλία, αλλά διοχετευόταν μέσω της εταιρείας holding Zagatti σε υπεράκτιους λογαριασμούς offshore στο εξωτερικό.
Η δικαστική διαμάχη πήρε τεράστιες διαστάσεις, μιας και το ιταλικό δικαστήριο έκρινε ένοχο τον Βραζιλιάνο σταρ, επιβάλλοντάς του πρωτόδικα ποινή φυλάκισης 8 μηνών με αναστολή και ένα εξαιρετικά τσουχτερό χρηματικό πρόστιμο.
Ο Ζίκο, νιώθοντας ότι θίγεται η τιμή του και αρνούμενος ότι δέσμευσε εσκεμμένα χρήματα, αποφάσισε να μην περιμένει την εκδίκαση της έφεσης. Μέσα σε όλα στις 12 Μαϊου κόντρα στην Νάπολι στα τελευταία λεπτά του αγώνα, ο Μαραντόνα ισοφάρισε σε 2-2, με τον Ζίκο και τους συμπαίκτες του να διαμαρτυρονται έξαλλα, καθώς ο Αργεντινός σταρ έστειλε την μπάλα στα δίχτυα χρησιμοποιώντας το χέρι του (κάτι που επιβεβαίωσε αργότερα και το τηλεοπτικό ριπλέι)
Μετά το σφύριγμα της λήξης, ο Ζίκο, όντας σε έξαλλη κατάσταση, επιτέθηκε φραστικά στον διαιτητή Τζανκάρλο Πιραντόλα, τόσο μέσα στον αγωνιστικό χώρο όσο και στη φυσούνα προς τα αποδυτήρια, χρησιμοποιώντας βαρείς χαρακτηρισμούς.
Λόγω των έντονων προσβολών προς τον διαιτητή, το αθλητικό δικαστήριο της Ιταλίας του επέβαλε ποινή αποκλεισμού 6 αγωνιστικών. Τον Ιούνιο του 1985 μάζεψε τα πράγματά του και επέστρεψε εσπευσμένα στη Βραζιλία και τη Φλαμένγκο, γνωρίζοντας ότι η πατρίδα του δεν εκδίδει πολίτες της στο εξωτερικό.
Η υπόθεση έκλεισε οριστικά το 1988, το Εφετείο της Τεργέστης επανεξέτασε την υπόθεση και αθώωσε πλήρως τον Ζίκο από όλες τις κατηγορίες, αναγνωρίζοντας ότι οι οικονομικές παρατυπίες έγιναν εν αγνοία του από τους μάνατζερ και τις εταιρείες που διαχειρίζονταν τα συμβόλαιά του.
Ύστερα απο 53 συμμετοχές και 30 γκολ θα επιστρέψει στην Φλαμένγκο που κατάφερε να τον φέρει πίσω από την Ιταλία , συγκεντρώνοντας ένα μεγάλο ποσό με τη βοήθεια χορηγών.
Στις 12 Ιουλίου 1985, ο Ζίκο πάτησε ξανά το χορτάρι του Μαρακανά για ένα φιλικό παιχνίδι επανέναρξης κόντρα σε μια μικτή ομάδα του Κόσμου και περισσότεροι από 90.000 οπαδοί κατέκλυσαν το στάδιο απλά για να τον αποθεώσουν.
Όμως τα πράγματα εν εξελίχθησαν καθόλου καλά αφού λίγες εβδομάδες μετά την επιστροφή του, η μοίρα τού έπαιξε το πιο σκληρό παιχνίδι.
Στις 29 Αυγούστου 1985, κατά τη διάρκεια ενός αγώνα για το Πρωτάθλημα Καριόκα εναντίον της Μπανγκού ο αμυντικός Μάρσιο Νούνες έκανε ένα δολοφονικό, εγκληματικό μαρκάρισμα πάνω στον Ζίκο.
Το χτύπημα διέλυσε το αριστερό γόνατο του Ζίκο. Υπέστη ρήξη χιαστών συνδέσμων, μηνίσκου και σοβαρή ζημιά στον χόνδρο. Ο τραυματισμός αυτός απαίτησε τρεις συνεχόμενες χειρουργικές επεμβάσεις και μια επίπονη περίοδο αποκατάστασης που κράτησε πολλούς μήνες.
Μετά το δεύτερο πέρασμα του από την Φλαμένγκο όπου με τις 731 συμμετοχές και τα 508 γκολ που πέτυχε σε όλες τις διοργανώσεις κατέχει την δεύτερη και την πρώτη θέση στην λίστα αντίστοιχα όλων των εποχών,
Αμέσως μετά, ανέλαβε πολιτικά καθήκοντα ως ο πρώτος Υπουργός Αθλητισμού της Βραζιλίας αναλαμβάνοντας την θέση αυτή από τον πρόεδρο της Βραζιλίας Fernando Collor de Mello μένοντας στο πόστο αυτό για ένα χρόνο.
Το 1991 δέχτηκε μια πολύ δελεαστική πρόταση από την Ιαπωνία και την Sumitomo Metal Industries που την αποδέχτηκε. Ο Ζίκο δεν πήγε στην Ιαπωνία απλώς για να παίξει, αλλά λειτούργησε ως αναμορφωτής ολόκληρου του συλλόγου, επέβαλε αυστηρό πρόγραμμα προπονήσεων, σωστή διατροφή και επαγγελματική συμπεριφορά εντός και εκτός γηπέδου.
Το 1991 δέχτηκε μια πολύ δελεαστική πρόταση από την Ιαπωνία και την Sumitomo Metal Industries που την αποδέχτηκε. Ο Ζίκο δεν πήγε στην Ιαπωνία απλώς για να παίξει, αλλά λειτούργησε ως αναμορφωτής ολόκληρου του συλλόγου, επέβαλε αυστηρό πρόγραμμα προπονήσεων, σωστή διατροφή και επαγγελματική συμπεριφορά εντός και εκτός γηπέδου.
Άλλαξε τη νοοτροπία των Ιαπώνων συμπαικτών του, μαθαίνοντάς τους να μισούν την ήττα. Η διάσημη φράση του ήταν: «Το ποδόσφαιρο δεν είναι χόμπι, είναι δουλειά και πάθος».
Στην πρώτη του σεζόν αναδείχτηκε πρώτος σκόρερ του πρωταθλήματος, οδηγώντας την στην άνοδο στην πρώτη κατηγορία, ενώ την επόμενη σεζόν οδήγησε την ομάδα του που είχε μετονομαστεί σε Κασίμα Άντλερς στον τελικό του Πρωταθλήματος όπου ηττήθηκε απο την Βέρντι Καβασάκι.
Στην τρίτη σεζόν και σε ηλικία 41 ετών οι τραυματισμοί περιόρισαν τις εμφανίσεις και το καλοκαίρι του 1994 κρέμασε οριστικά τα παπούτσια του με 66 συμμετοχές και 46 τέρματα.
Ήταν τόση η αγάπη που δέχτηκε από τους Ιάπωνες φιλάθλους που του είχαν βγάλει το παρατσούκλι "God of Soccer(σ.σ. Θεός του ποδοσφαίρου). Δεν είναι τυχαίο ότι έξω από το στάδιο των Αντλερς έχει χτιστεί άγαλμα προς τιμήν του αφού ουσιαστικά τους έβαλε στο ποδοσφαιρικό χάρτη της χώρας
Με την φανέλα της "σελεσάο" έκανε ντεμπούτο στις 25 Φεβρουαρίου του 1976 στο Μοντεβιδέο κόντρα στην Ουρουγουάη για το Copa Rio Branco and Atlantico. Νωρίτερα είχε πάρει μέρος στους προκριματικούς αγώνες για τους Ολυμπιακούς Αγώνες του Μονάχου το 1972 όπου κόντρα στην Αργεντινή πέτυχε το γκολ που της έδωσε την πρόκριση.
Όμως δεν συμπεριλήφθηκε στην αποστολή για τους Αγώνες και αυτό προκάλεσε τον εκνευρισμό του δηλώνοντας μάλιστα στον πατέρα του ότι θα σταματούσε το ποδόσφαιρο, αλλά με την παρέμβαση των αδερφών του πείστηκε να αλλάξει γνώμη.
Το 1978 στα γήπεδα της Αργεντινής θα κάνει την πρώτη του εμφάνιση σε Παγκόσμιο Κύπελλο, όπου σε έξι παιχνίδια πέτυχε ένα γκολ απέναντι στο Περού. Θα ακολουθήσει αυτό του 1982 στην Ισπανία όπου σε πέντε συμμετοχές πέτυχε 4 γκολ δύο κόντρα στην Νέα Ζηλανδία και από ένα σε Σκωτία και Αργεντινή
Ο τραυματισμός του τον Αύγουστο του 1985 και η αποκατάσταση, έκαναν αμφίβολη την παρουσία του στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1986, με τον προπονητή της Βραζιλίας, Τέλε Σαντάνα, να "καθόταν σε αναμμένα κάρβουνα" αφού θεωρούσε τον 33χρονο τότε Ζίκο απολύτως απαραίτητο για τα πλάνα του.
Παρά το γεγονός ότι ο ίδιος ο ποδοσφαιριστής είχε εκφράσει αμφιβολίες και είχε ζητήσει να μην επιβαρύνει την αποστολή αν δεν ήταν έτοιμος, ιατρικό επιτελείο και τεχνική ηγεσία τον περίμεναν μέχρι την τελευταία στιγμή.
Συμπεριλήφθηκε τελικά στην τελική 22άδα, όμως η φυσική του κατάσταση και η κινητικότητά του ήταν φανερά επηρεασμένες, δεν μπορούσε να βγάλει ενενηντάλεπτο, για αυτό και αγωνίστηκε ως αλλαγή σε τρία παιχνίδια της διοργάνωσης.
Στις 21 Ιουλίου του 1986 στο παιχνίδι της προημιτελικής φάσης με την Γαλλία μπήκε ως αλλαγή στο 71' και θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ο μοιραίος παίκτης εκείνου του αγώνα. Στην διάρκεια του ενενηνταλέπτου έχασε το πέναλντι που θα έστελνε τους "καριόκας" στην ημιτελική φάση και αυτό ήταν και το τελευταίο του παιχνίδι με την φανέλα με το νούμερο 10.
Συνολικά αγωνίστηκε σε 72 παιχνίδια πετυχαίνοντας 52 γκολ που τον κατατάσσουν στην πέμπτη θέση της σχετικής λίστας.
Μετά την απόσυρση του από τους αγωνιστικούς χώρους, του προτάθηκε να παίξει μπιτς-σόκερ ενώ ενδιάμεσα ανέλαβε και για ένα μικρό χρονικό διάστημα το 1995 ως τεχνικός διευθυντής των Κασίμα Άντλερς μοιράζοντας το χρόνο του ανάμεσα σε Ιαπωνία και Βραζιλία. Το 1996 και το 1999 ίδρυσε σε Ρίο Ντε Τζανέιρο και Μπραζίλια αντίστοιχα τις δικές του ποδοσφαιρικές ακαδημίες με την επωνυμία ZFC(Ζίκο Football Centre).
Από εκεί που τελείωσε την ποδοσφαιρική του καριέρα την Ιαπωνία, ξεκίνησε αυτή της προπονητικής αναλαμβάνοντας αρχικά στις 20 Αυγούστου του 1999 τον πάγκο της Κασίμα Άντλερς μέχρι τις 31 Ιανουαρίου του 2000 για 15 αγώνες με 10 νίκες, 2 ισοπαλία και 3 ήττες.
Την 1η Ιουλίου του 2002 αναλαμβάνει εκλέκτορας της εθνικής ομάδας της χώρας. Kατέκτησε το Κύπελλο Ασίας το 2004 και οδήγησε τους "σαμουράι" στην τελική φάση του Παγκοσμίου Κυπέλλου το 2006 στα γήπεδα της Γερμανίας όπου έμεινε εκτός συνέχειας της διοργάνωσης με δύο ήττες και μία ισοπαλία και έχοντας συνολικά σε 71 παιχνίδια, 37 νίκες, 16 ισοπαλίες και 18 ήττες.
Με την ολοκλήρωση των υποχρεώσεων του από το Παγκόσμιο Κύπελλο στις 30 Ιουνίου του 2006, υπέγραψε στην Φενερμπαχτσέ στις 4 Ιουλίου με την οποία κατέκτησε το 2007 το Πρωτάθλημα και το Σούπερ Καπ.
Την περίοδο 2007-2008 οδήγησε τα "κίτρινα καναρίνια" στην προημιτελική φάση του Τσάμπιονς Λίγκ όπου και αποκλείστηκε στην συνέχεια απο την Τσέλσι, σε 120 παιχνίδια είχε 74 νίκες, 28 ισοπαλίες και 18 ήττες.
Στις 30 Ιουνίου του 2008 αποχώρησε απο την Τουρκία, αφού παρά την τεράστια δημοτικότητά του και την επιτυχημένη παρουσία του, είχε διαφωνία του με τη διοίκηση του Αζίζ Γιλντιρίμ σχετικά με τον μεταγραφικό σχεδιασμό και τον έλεγχο των αποδυτηρίων.
Στις 26 Σεπτεμβρίου του 2008 θα αναλάβει την Μπουνιοντκόρ στο Ουζμπεκιστάν κατακτώντας το 2008 το Κύπελλο και στην συνέχεια το Πρωτάθλημα, και οδήγησε την ομάδα μέχρι τα ημιτελικά της κορυφαίας διασυλλογικής διοργάνωσης της Ασίας, όπου αποκλείστηκε από την αυστραλιανή Αδελαΐδα Γιουνάιτεντ.
Με τους Μοσχοβίτες κατέκτησε το Κύπελλο Ρωσίας και το Σούπερ Καπ την περίοδο 2008-2009, η πορεία της στο ρωσικό πρωτάθλημα δεν ήταν η αναμενόμενη, μένοντας αρκετούς βαθμούς πίσω από την πρωτοπόρο Ρούμπιν Καζάν.
Την επόμενη χρονιά ο πρόωρος αποκλεισμός στο Κύπελλο Ρωσίας από την άσημη Ουράλ (ομάδα β' κατηγορίας) τον Ιούλιο, οδήγησε στις 10 Σεπτεμβρίου 2009 την διοίκηση της ΤΣΣΚΑ να ανακοινώνει τη λύση της συνεργασίας ύστερα απο 35 παιχνίδια με 20 νίκες, 5 ισοπαλίες και 10 ήττες
Στις 20 Σεπτεμβρίου 2009 θα αναλάβει τον Ολυμπιακό με τον οποίον θα προκριθεί στην φάση των "16" του Champions League, όμως η ομάδα επλήγη από τραυματισμούς βασικών παικτών και οι παίκτες άρχισαν να γκρινιάζουν για το χαλαρό βραζιλιάνικο μοντέλο προπόνησης του Ζίκο.
Πολλοί υποστήριζαν ότι η ομάδα δεν είχε πλέον φυσική κατάσταση και αυτό είχε ως συνέπεια ο Ολυμπιακός να αρχίζει να πετάει βαθμούς με θεωρητικά υποδεέστερες ομάδες και στις 20 Ιανουαρίου του 2010 ύστερα απο 21 παιχνίδια με 12 νίκες, 4 ισοπαλίες και 5 ήττες αποτέλεσε παρελθόν
Στις 31 Μαϊού του 2010 ανέλαβε χρέη εκτελεστικού διευθυντή ποδοσφαίρου της Φλαμένγκο και μια από τις πρώτες του αποφάσεις ήταν να βρει χορηγούς οι οποίοι θα αναλάβουν να χρηματοδοτούν τον σύλλογο, όμως ύστερα απο πέντε μήνες την 1η Οκτωβρίου του 2010, παραιτήθηκε μιας και ήρθε σε κόντρα με το διοικητικό συμβούλιο της ομάδας.
Στις 28 Αυγούστου του 2011 ανέλαβε την τεχνική ηγεσία του Ιράκ και ενόψει του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 2014, οδήγησε το Ιράκ στην κορυφή του ομίλου του στον τρίτο γύρο των προκριματικών της Ασίας, αφήνοντας πίσω τη δυνατή Κίνα και την Ιορδανία.
Στις 28 Αυγούστου του 2011 ανέλαβε την τεχνική ηγεσία του Ιράκ και ενόψει του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 2014, οδήγησε το Ιράκ στην κορυφή του ομίλου του στον τρίτο γύρο των προκριματικών της Ασίας, αφήνοντας πίσω τη δυνατή Κίνα και την Ιορδανία.
Στον επόμενο και καθοριστικό γύρο, κράτησε το Ιράκ ζωντανό στο παιχνίδι της πρόκρισης, πετυχαίνοντας σημαντικά αποτελέσματα, όμως στις 27 Νοεμβρίου του 2012 παραιτήθηκε, έχοντας σε 22 παιχνίδια, 10 νίκες, 6 ισοπαλίες και 6 ήττες.
Ο Βραζιλιάνος τεχνικός κατηγόρησε την Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία του Ιράκ για αθέτηση των οικονομικών όρων του συμβολαίου του και καθυστέρηση πληρωμών προς τον ίδιο και το τεχνικό του επιτελείο.
Στις 2 Αυγούστου του 2013 ανέλαβε την τεχνική ηγεσία της Άλ Γκαράφα από το Κατάρ υπογράφοντας συμβόλαιο δύο ετών, όμως παρά τις προσδοκίες, η Αλ Γκαράφα παρουσίασε έντονα σκαμπανεβάσματα στην απόδοσή της και η ομάδα δεν κατάφερε να βρει σταθερό ρυθμό, μένοντας νωρίς πίσω στη διεκδίκηση των πρώτων θέσεων της βαθμολογίας.
Η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι ήταν ένα σερί από τρεις συνεχόμενες ήττες στο πρωτάθλημα, με τελευταία αυτή από την Κατάρ SC (2-1) και έτσι στις 30 Ιανουαρίου 2014, ο Ζίκο και η διοίκηση της Αλ Γκαράφα προχώρησαν σε κοινή συναινέσει λύση του συμβολαίου τους ύστερα απο 20 παιχνίδια με 5 νίκες, 7 ισοπαλίες και 8 ήττες.
Στις 2 Σεπτεμβρίου του 2014 ανέλαβε την τεχνική ηγεσία της FC Goa στην Indian Super League όπου σε 47 αγώνες μετράει 18 νίκες, 12 ισοπαλίες και 17 ήττες, όπου στην πρώτη σεζόν έφτασε στα ημιτελικά, ενώ την δεύτερη ηττήθηκε στον τελικό απο την Chennaiyin FC,
Η τρίτη και τελευταία σεζόν του Ζίκο στην Ινδία δεν είχε την ανάλογη συνέχεια, η ομάδα αντιμετώπισε διοικητικά προβλήματα, τιμωρίες από την προηγούμενη σεζόν και κακό μεταγραφικό σχεδιασμό. Η Γκόα τερμάτισε στην τελευταία θέση του βαθμολογικού πίνακα και τον Ιανουάριο του 2017 αποφάσισαν απο κοινού να ολοκληρώσουν την συνεργασία τους.
Στις 17 Ιουλίου του 2018 επέστρεψε στην αγαπημένη του Κασίμα αναλαμβάνοντας τον ρόλο του τεχνικού διευθυντή. Λίγους μήνες μετά την ανάληψη των καθηκόντων του, η Κασίμα κατέκτησε το Ασιατικό Champions League για πρώτη φορά στην ιστορία της.
Επέβλεπε τις μεταγραφές, τη στελέχωση της πρώτης ομάδας και τη μεταφορά της νοοτροπίας του νικητή στις νέες γενιές. Σε αυτή την θέση παρέμεινε μέχρι τις 31 Ιανουαρίου του 2022 και απο την 1η Φεβρουαρίου άλλαξε πόστο, αναλαμβάνοντας ρόλο γενικού συμβούλου διοίκησης της Κασίμα Άντλερς.
Προσφέρει στρατηγικές συμβουλές που αφορούν τη συνολική λειτουργία του κλαμπ, τις ακαδημίες και τις σχέσεις με τους χορηγούς. Μοιράζει τον χρόνο του ανάμεσα στη Βραζιλία και την Ιαπωνία και πραγματοποιεί προγραμματισμένα ταξίδια στην Ιαπωνία κατά τη διάρκεια της σεζόν για να βρίσκεται κοντά στην ομάδα στους αγώνες και να εμψυχώνει τους παίκτες.
Λειτουργεί ως ο «φύλακας άγγελος» του συλλόγου, διατηρώντας ζωντανό το πνεύμα και την ταυτότητα που ο ίδιος δημιούργησε τη δεκαετία του '90.
