www.goahits.blogspot.com

Διεθνές ποδόσφαιρο όπως δεν έχετε ξαναδιαβάσει!

18/8/26

Αντρέας Μπρέμε Ο "Άρχοντας της αριστερής πλευράς"


Αγωνίστηκε ως αριστερός ακραίος αμυντικός ενώ μπορούσε άνετα να παίξει και στον χώρο του κέντρου. Ο Αντρέας Μπρέμε ήταν σπεσιαλίστας στις εκτελέσεις φάουλ και πέναλντι, με αυτό άλλωστε η Γερμανία κατέκτησε το Παγκόσμιο Κύπελλο στην Ιταλία το 1990. 


Γεννήθηκε στις 9 Νοεμβρίου του 1960 στο Αμβούργο και ξεκίνησε την καριέρα του απο την HSV Barmbek-Uhlenhorst. Το μεγάλο του όνειρο ήταν να παίξει στην HSV όμως οι διοικούντες του πρότειναν ερασιτεχνικό συμβόλαιο, κάτι που ο ίδιος το απέρριψε.

Οι σκάουτερ της Βέρντερ Βρέμης τον είχαν παρακολουθήσει στενά και επανειλημμένα σε αρκετά παιχνίδια. Όμως ο Μπρέμε είχε δώσει προτεραιότητα στην ομάδα της γενέτειράς του και οι συζητήσεις με το Αμβούργο τραβούσαν σε μάκρος χωρίς αποτέλεσμα.

Ενώ η Βέρντερ απλώς τον τσέκαρε και το Αμβούργο καθυστερούσε, ο τότε σταρ του Αμβούργου, Φέλιξ Μάγκατ, αναγνώρισε το ταλέντο του νεαρού Μπρέμε. Καθώς ο ίδιος είχε αγωνιστεί στο παρελθόν στην Σααρμπρίκεν, τον πρότεινε στην ομάδα της δεύτερης κατηγορίας.

Η Σααρμπρίκεν κινήθηκε ταχύτατα μετά τη μεσολάβηση του Φέλιξ Μάγκατ και του πρόσφερε αμέσως το επαγγελματικό συμβόλαιο που έψαχνε. Έτσι το καλοκαίρι του 1980 θα υπογράψει και στην πρώτη του χρονιά θα καταγράψει 38 συμμετοχές και 3 γκολ στην δεύτερη κατηγορία.

Παρά το γεγονός ότι η ομάδα υποβιβάστηκε εκείνη τη χρονιά λόγω της αναδιάρθρωσης των κατηγοριών, οι εξαιρετικές εμφανίσεις του 20χρονου τότε Μπρέμε ως αριστερό μπακ-χαφ έγιναν το «διαβατήριό» του για τη μεταγραφή το καλοκαίρι του 1981.

Το Αμβούργο είχε μετανιώσει που τον άφησε να φύγει το 1980, τον είχε ξανά στα ραντάρ της, ωστόσο, η Καϊζερσλάουτερν κινήθηκε πιο αποφασιστικά. Η Βέρντερ μετά το έντονο σκάουτινγκ που του είχαν κάνει όσο έπαιζε στην Μπαρμπέκ-Ούλενχορστ, συνέχισαν να παρακολουθούν την εξέλιξή του στη δεύτερη κατηγορία, αλλά δεν πρόλαβαν να καταθέσουν πρόταση που θα ανταγωνιζόταν τους «Κόκκινους Διαβόλους»

Το όνομά του είχε συζητηθεί έντονα στα γραφεία της Άιντραχτ Φρανκφούρτης, καθώς έψαχναν έναν σύγχρονο αριστερό μπακ με καλή τεχνική κατάρτιση. Ο Μπρέμε επέλεξε τελικά την Καϊζερσλάουτερν επειδή του εγγυήθηκε άμεσο χρόνο συμμετοχής στην πρώτη κατηγορία, με τους "κόκκινους" να προσφέρουν το ποσό των 130.000 γερμανικών μάρκων.

Θα δείξει την μεγάλη έφεση που έχει στις εκτελέσεις φάουλ και πέναλντι χρησιμοποιώντας καλά και τα δύο πόδια, έχοντας σε 201 συμμετοχές 43 γκολ, και την σεζόν 1981-1982 έφτασε μέχρι τα ημιτελικά του Κυπέλλου ΟΥΕΦΑ.

Το 1985 το Αμβούργο βλέποντας ίσως και το λάθος που έκαναν μερικά χρόνια νωρίτερα προσέγγισε την Καιζερσλάουτερν για να έρθουν οι δύο πλευρές σε συμφωνία. Κατέθεσε επίσημη πρόταση και ο Μπρέμε δήλωσε δημόσια την επιθυμία του να μεταγραφεί, τονίζοντας χαρακτηριστικά: «Κατάγομαι από το Αμβούργο και θα ήταν το σπουδαιότερο πράγμα για μένα αν έπαιζα κάποια στιγμή σε αυτή την ομάδα».

Όμως το deal χάλασε διότι η διοίκηση της Λάαουτερμ τον θεωρούσε απολύτως αναντικατάστατο στέλεχος της ομάδας και καθώς δεσμευόταν με συμβόλαιο, αποφάσισε να μην ενδώσει στις πιέσεις του Αμβούργου εκείνο το καλοκαίρι.

Το επόμενο όμως καλοκαίρι παρότι η Καϊζερσλάουτερν ήθελε απεγνωσμένα να τον κρατήσει αλλά η παραμονή του ήταν πλέον πρακτικά και οικονομικά αδύνατη. Άλλωστε το συμβόλαιο του πλησίαζε στο τέλος του  και αν δεν τον πουλούσε το καλοκαίρι του 1986, κινδύνευε σοβαρά να τον χάσει λίγο αργότερα χωρίς να εισπράξει ούτε ένα μάρκο. 

Συν τοις άλλοις ο ίδιος ο παίκτης που είχε ήδη κλείσει πέντε χρόνια στο «Betzenberg», είχε γίνει διεθνής και αποτελούσε βασικό στέλεχος της Εθνικής Γερμανίας στο Μουντιάλ του 1986. Ήθελε να αγωνιστεί σε μια ομάδα που έπαιζε σταθερά στο Κύπελλο Πρωταθλητριών και διεκδικούσε τίτλους, κάτι που η Καϊζερσλάουτερν εκείνη την περίοδο δεν μπορούσε να του προσφέρει. 

Όλες οι μεγάλες δυνάμεις της εποχής τον ήθελαν, Εκτός από το Αμβούργο που τον ήθελε σταθερά και την Μπάγερν Μονάχου, έντονο ενδιαφέρον και κρούση είχαν κάνει η Βέρντερ Βρέμης, ο Ότο Ρεχάγκελ εκτιμούσε αφάνταστα την τακτική του ευελιξία και το γεγονός ότι χρησιμοποιούσε με την ίδια άνεση και τα δύο πόδια. 

Ήθελε να τον εντάξει στο σύνολο που έχτιζε, το οποίο εκείνα τα χρόνια πρωταγωνιστούσε στη Bundesliga και η Κολωνία που διέθετε μια εξαιρετική ομάδα (είχε φτάσει μάλιστα εκείνη τη χρονιά μέχρι τον τελικό του Κυπέλλου UEFA) και έψαχνε έναν παγκόσμιας κλάσης αμυντικό για να κάνει το βήμα παραπάνω προς την κατάκτηση τίτλων

Απο την πλευρά της η Μπάγερν και ο Χένες γνώριζε ότι μετά το Μουντιάλ του 1986 στο Μεξικό, η αξία του Μπρέμε θα εκτοξευόταν και θα προσελκύε το ενδιαφέρον μεγάλων ιταλικών ή ισπανικών συλλόγων. Έτσι, έκλεισε τη συμφωνία με την Καϊζερσλάουτερν πριν από την έναρξη του Παγκοσμίου Κυπέλλου, εξασφαλίζοντας την υπογραφή του παίκτη.

Το Αμβούργο, η Βέρντερ και η Κολωνία δεν μπορούσαν να πλησιάσουν τα 2 εκατομμύρια μάρκα που πρόσφεραν οι Βαυαροί. Η Μπάγερν έκανε μια πρόταση που η Καϊζερσλάουτερν απλώς δεν γινόταν να αρνηθεί.

Η Μπάγερν του προσέφερε το ιδανικό αθλητικό πρότζεκτ: εγγυημένη συμμετοχή στο Κύπελλο Πρωταθλητριών Ευρώπης και την ευκαιρία να συνεργαστεί με τον κορυφαίο προπονητή Ούντο Λάτεκ. Παρόλο που αγαπούσε το Αμβούργο, η προοπτική να αγωνιστεί στον μεγαλύτερο σύλλογο της Γερμανίας και να διεκδικεί τίτλους κάθε χρόνο τον έπεισε αμέσως να μετακομίσει στο Μόναχο.

Με το ποσό των δύο εκατομμυρίων γερμανικών μάρκων που δαπανήθηκε, έγινε ο δεύτερος πιο ακριβοπληρωμένος Γερμανός ποδοσφαιριστής εκείνη την εποχή. Στα δύο χρόνια που θα παραμείνει στην Βαυαρία, θα κατακτήσει το Πρωτάθλημα και το Σούπερ Καπ του 1987, ενώ θα είναι φιναλίστ του Κυπέλλου Πρωταθλητριών το 1987 στην Βιέννη κόντρα στην Πόρτο. 

Ύστερα απο 80 συμμετοχές και 8 γκολ το καλοκαίρι του 1988 ήταν από τα πιο περιζήτητα αριστερά μπακ στην Ευρώπη. Η Γιουβέντους έψαχνε απεγνωσμένα τρόπους να απαντήσει στην κυριαρχία της Μίλαν των Ολλανδών (Φαν Μπάστεν, Γκούλιτ). Είχε εξετάσει σοβαρά την περίπτωση του αλλά η Ίντερ κινήθηκε πιο γρήγορα, εκμεταλλευόμενη τις εξαιρετικές σχέσεις που είχε αναπτύξει με την Μπάγερν λόγω της παράλληλης μεταγραφής του Ματέους.

Ο Γιόχαν Κρόιφ είχε μόλις αναλάβει την τεχνική ηγεσία της Μπαρτσελόνα και άρχιζε να χτίζει τη θρυλική "Dream Team". Εκτιμούσε απεριόριστα το γεγονός ότι ήταν εξίσου καλός και με τα δύο πόδια, ιδανικό στοιχείο για το passing game που ήθελε να εφαρμόσει. 

Όμως οι περιορισμοί στους ξένους παίκτες της εποχής και η προτίμηση του Μπρέμε για την Ιταλία σταμάτησαν το φλερτ. Επίσης η Σαμπντόρια, ανερχόμενη τότε δύναμη του ιταλικού ποδοσφαίρου έκανε μια διερευνητική κρούση, αλλά δεν μπορούσε να ανταγωνιστεί το οικονομικό μέγεθος και το κύρος της Ίντερ.

Ο ίδιος μετά την απώλεια του Πρωταθλητριών το 1987 και του πρωταθλήματος το 1988 από τη Βέρντερ, ένιωσε ότι ο κύκλος του στο Μόναχο έκλεινε και ήθελε να δοκιμαστεί στο εξωτερικό. Το ιταλικό πρωτάθλημα ήταν τότε το κορυφαίο και πιο πλούσιο στον κόσμο, και η Ίντερ πρόσφερε στην Μπάγερν το αστρονομικό ποσό των 1,1 εκατομμυρίων γερμανικών μάρκων για τον Μπρέμε (αποκτήθηκε ως «πακέτο» μαζί με τον Λόταρ Ματέους, με το συνολικό κόστος να ξεπερνά τα 9 εκατομμύρια μάρκα).

Στο "Τζιουζέπε Μεάτσα" θα κάτσει 4 χρόνια μέχρι το 1992 έχοντας 155 αγώνες και 12 τέρματα και θα κατακτήσει το Πρωτάθλημα και το Σούπερ Καπ το 1989 και το Κύπελλο ΟΥΕΦΑ της περιόδου 1990-1991 κόντρα στην Ρόμα.

Η σεζόν 1991-1992 ήταν απογοητευτική για την Ίντερ, η οποία τερμάτισε στην 8η θέση και έμεινε εκτός Ευρώπης. Η διοίκηση αποφάσισε να προχωρήσει σε ριζική ανανέωση, διαλύοντας τη θρυλική γερμανική τριάδα, ο Ματέους πήρε μεταγραφή για την Μπάγερν Μονάχου, ο Γιούργκεν Κλίνσμαν για τη Μονακό και ο Μπρέμε αποχαιρέτησε ως ελεύθερος μετά από 4 γεμάτα χρόνια.

 Εκείνη την εποχή στη Serie A επιτρέπονταν μόνο τρεις ξένοι στην ενδεκάδα. Η Ίντερ ήθελε να αλλάξει εντελώς τη φυσιογνωμία της και στράφηκε σε άλλες αγορές, αποκτώντας παίκτες όπως ο Ρούμπεν Σόσα, ο Ματίας Ζάμερ και ο Ντάρκο Πάντσεφ.

Η Μπαρτσελόνα και ο Γιόχαν Κρόιφ τον ήθελε ξανά όπως και το 1988 και του κατέθεσε επίσημη, άκρως δελεαστική πρόταση. Η Μπάγερν Μονάχου προσπάθησε να τον πείσει να επιστρέψει στο Μόναχο μαζί με τον Λόταρ Ματέους, ώστε να ηγηθούν της νέας προσπάθειας του συλλόγου στη Γερμανία.

Διερευνητικές κρούσεις υπήρξαν και από την Αγγλία, καθώς το στάτους του παρέμενε κορυφαίο. Παρά το πρέσινγκ των μεγαθηρίων, ο Μπρέμε έκανε την έκπληξη και υπέγραψε στη Ρεάλ Σαραγόσα. Η τότε σύζυγός του, Πιλάρ, καταγόταν από μια κωμόπολη πολύ κοντά στη Σαραγόσα. 

Της είχε υποσχεθεί ότι μετά την Ιταλία θα μετακόμιζαν κοντά στην οικογένειά της, έτσι, απέρριψε ακόμα και την Μπαρτσελονα προκειμένου να εκπληρώσει την επιθυμία της συζύγου του. Το καλοκαίρι του 1992 θα υπογράψει τριετές συμβόλαιο με την Ρεάλ Σαραγόσα, όμως την άνοιξη του 1993 θα έρθει σε κόντρα με τον προπονητή του τον Βίκτορ Φερνάντεθ.

Ο Φερνάντεθ ήθελε να χρησιμοποιεί τον Μπρέμε σε διαφορετική θέση από αυτή που ο Γερμανός σταρ θεωρούσε ιδανική για τον εαυτό του. Όμως ως Παγκόσμιος Πρωταθλητής και έχοντας τεράστια εμπειρία, αρνήθηκε να πειθαρχήσει στις οδηγίες του προπονητή του.

Η κόντρα δεν έμεινε στα αποδυτήρια, υπήρξαν έντονοι διάλογοι, με τον Μπρέμε να εκφράζει ανοιχτά τη δυσαρέσκειά του για την τακτική του Φερνάντεθ. Η διοίκηση της Σαραγόσα στήριξε απόλυτα τον νεαρό και επιτυχημένο τότε Ισπανό τεχνικό και έτσι λόγω της απειθαρχίας του, τέθηκε εκτός ομάδας (ουσιαστικά απολύθηκε/απομακρύνθηκε) πριν καν ολοκληρωθεί επίσημα η σεζόν.

Θα αποχωρήσει απο την Αραγονία έχοντας 31 συμμετοχές και 4 γκολ, με την ομάδα του να φτάνει σον τελικό του Κυπέλλου αλλά λόγω της τιμωρίας δεν αγωνίστηκε. Το Αμβούργο, για τρίτη φορά στην καριέρα του προσπάθησε να τον εντάξει στο δυναμικό της, έψαχνε έναν έμπειρο ηγέτη για την άμυνα και του κατέθεσε πρόταση, όμως ο Μπρέμε ένιωθε πλέον πιο δεμένος με το περιβάλλον του Καϊζερσλάουτερν.

Η Άιντραχτ διέθετε μια εξαιρετική ομάδα εκείνη την εποχή (με παίκτες όπως ο Τζέι-Τζέι Οκότσα και ο Άντονι Γεμπόα) που διεκδικούσε τις πρώτες θέσεις στη Bundesliga. Του προσέφεραν ένα πολύ καλό συμβόλαιο, αλλά ο Μπρέμε προτίμησε τη σταθερότητα της παλιάς του ομάδας.

Η Σάλκε έκανε μια διερευνητική κρούση προσφέροντας υψηλές οικονομικές απολαβές, καθώς ήθελε να προσθέσει προσωπικότητα και την αύρα ενός Παγκόσμιου Πρωταθλητή στα αποδυτήριά της. Δέχτηκε μυθικές οικονομικές κρούσεις από την Ασία, αλλά τις απέρριψε αμέσως, καθώς ήθελε να παραμείνει στο κορυφαίο επίπεδο ενόψει και του Μουντιάλ του 1994.

Επέστρεψε στους «Κόκκινους Διαβόλους» γιατί το Betzenberg ήταν το ποδοσφαιρικό του σπίτι, εκεί ένιωθε την απόλυτη ασφάλεια και την αγάπη του κόσμου μετά την περιπέτεια της Ισπανίας. Κατέκτησε  το Κύπελλο το 1996, αλλά την ίδια χρονιά υποβιβάστηκε σοκαριστικά στη δεύτερη κατηγορία την τελευταία αγωνιστική. 

Η εικόνα του να κλαίει απαρηγόρητος στην αγκαλιά του φίλου του, Ρούντι Φέλερ, έκανε τον γύρο του κόσμου και σκεφτόταν πολύ σοβαρά να αποσυρθεί απο την ενεργό δράση. Ένιωθε τεράστια ευθύνη για τον υποβιβασμό και δήλωσε στους συμπαίκτες του και στη διοίκηση ότι δεν γινόταν να αποχωρήσει αφήνοντας την ομάδα της καρδιάς του διαλυμένη στη δεύτερη κατηγορία. 

Ήθελε να φύγει μόνο αφού την επέστρεφε εκεί που ανήκε, μόλις μία εβδομάδα μετά τον υποβιβασμό, η Καϊζερσλάουτερν κατέκτησε το Κύπελλο Γερμανίας νικώντας την Καρλσρούη. Αυτός ο τίτλος του έδωσε όπως και σε όλη την ομάδα την ψυχολογική ώθηση και το πείσμα που χρειάζονταν για να συνεχίσουν.

Η πρόσληψη του Ρεχάγκελ το καλοκαίρι του 1996 έπαιξε καταλυτικό ρόλο, τον έπεισε ότι η προσωπικότητά του ήταν απολύτως απαραίτητη στα αποδυτήρια, ακόμη κι αν λόγω ηλικίας και τραυματισμών δεν μπορούσε να αγωνίζεται σε κάθε παιχνίδι.
Ώς αρχηγός την οδήγησε στην απευθείας άνοδο, αν και λόγω τραυματισμών και ηλικίας (36 ετών), αγωνίστηκε μόνο σε 4 παιχνίδια πρωταθλήματος, η παρουσία του στα αποδυτήρια ήταν καταλυτική για την άνετη κατάκτηση του τίτλου και την άμεση άνοδο.

Το 1998 θα αναδειχθεί Πρωταθλητής αγωνιζόμενος σε πέντε παιχνίδια και θα ολοκληρώσει με τον καλύτερο τρόπο την ενεργό δράση. Συνολικά σε αυτή την πενταετία είχε 118 συμμετοχές και 10 τέρματα και συνολικά στα δύο περάσματα του απο το "Φρίτς Βάλτερ" θα συμπληρώσει 319 συμμετοχές και 53 γκολ.

Θα πάρει μέρος στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Λος Άντζελες το 1984, ενώ στις 14 Φεβρουαρίου του 1984 στην Βάρνα κόντρα στην Βουλγαρία σε φιλικό παιχνίδι θα κάνει ντεμπούτο. Η πρώτη του μεγάλη διοργάνωση θα είναι το EURO 1984 στην Γαλλία όπου θα παίξει και στα τρία παιχνίδια αφού η "νάτσιοναλ μάντσαφτ" θα αποκλειστεί νωρίς. 

Στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1986 στο Μεξικό θα παίξει σε πέντε παιχνίδια και στον τελικό κόντρα στην Αργεντινή, μάλιστα στον ημιτελικό κόντρα στην Γαλλία θα σκοράρει. Παρών στο EURO 1988 και στο Παγκόσμιο Κύπελλο της Ιταλίας το 1990 θα παίξει σε έξι παιχνίδια και θα πετύχει τρία τέρματα.

Απέναντι σε Ολλανδία στους "16", Αγγλία στον ημιτελικό και στον τελικό με εύστοχη εκτέλεση πέναλντι κόντρα στην Αργεντινή που έστεψε την Γερμανία για τρίτη φορά Παγκόσμια Πρωταθλήτρια, ενώ ο Μπρέμε βρισκόταν στην καλύτερη εντεκάδα της διοργάνωσης.

Ήταν στην αποστολή για το EURO 1992 στην Σουηδία φιναλίστ της διοργάνωσης, ενώ στο Παγκόσμιο Κύπελλο των Ηνωμένων Πολιτειών το 1994 θα παίξει και στα πέντε παιχνίδια. Το παιχνίδι της 10ης Ιουλίου στο Νιού Τζέρσει κόντρα στην Βουλγαρία για τα προημιτελικά θα είναι η 86η και τελευταία του παρουσία έχοντας και 8 τέρματα.

Μετά από ένα πολύ κακό ξεκίνημα στη σεζόν 2000-2001, σε συνδυασμό με την έντονη πίεση των φιλάθλων και μια δημόσια κόντρα με το αστέρι της ομάδας, Τσίριακο Σφόρτσα, ο θρυλικός Ότο Ρεχάγκελ υπέβαλε την παραίτησή του.

Η διοίκηση έψαχνε μια προσωπικότητα κοινής αποδοχής για να ηρεμήσει τα πνεύματα. Στράφηκε αμέσως στον Μπρέμε, ο οποίος είχε αποσυρθεί από την ενεργό δράση μόλις δύο χρόνια πριν (το 1998) και παρέμενε το απόλυτο είδωλο της εξέδρας στο Betzenberg.

Επειδή δεν διέθετε ακόμη την απαραίτητη επίσημη άδεια (δίπλωμα) προπονητή εκείνη την περίοδο, ανέλαβε επίσημα με τον τίτλο του Team Manager. Στο πλευρό του, ως άμεσος συνεργάτης και τυπικά πρώτος προπονητής στο χαρτί, τοποθετήθηκε ο πρώην συμπαίκτης του, Ράινχαρντ Στουμπφ

 Ανέλαβε στις 6 Οκτωβρίου του 2000 και την πρώτη σεζόν σταθεροποίησε την ομάδα, τερμάτισε στην 6η θέση της Bundesliga και την οδήγησε μέχρι τα ημιτελικά του Κυπέλλου UEFA. Την δε δεύτερη η ομάδα τερμάτισε στην 7η θέση, όμως άρχισαν να εμφανίζονται σοβαρά οικονομικά προβλήματα στον σύλλογο.

Στις 25 Αυγούστου του 2002, μετά από ένα κάκιστο ξεκίνημα στη νέα σεζόν (μόλις 1 βαθμό σε 3 αγώνες), απολύθηκε από τη διοίκηση, έχοντας σε 79 παιχνίδια  38 νίκες, 11 ισοπαλίες και 30 ήττες.

Την 1η  Ιουλίου του 2004  θα αναλάβει την Ουντερχάκινγκ και παρότι η διοίκηση είχε επενδύσει στο όνομά του για να φέρει σταθερότητα και αύρα νικητή, η ομάδα παρουσίασε τεράστια αστάθεια από τους πρώτους κιόλας μήνες.

Η Ουντερχάχινγκ βρισκόταν σταθερά στα χαμηλά στρώματα της βαθμολογίας και όσο πλησίαζε το τέλος της σεζόν, ο κίνδυνος του υποβιβασμού στην τρίτη κατηγορία γινόταν όλο και πιο ορατός. Στις 11 Απριλίου 2005, μετά από μια σειρά κακών αποτελεσμάτων που έφεραν την ομάδα σε δεινή θέση, ο Μπρέμε υπέβαλε την παραίτησή του (δηλώνοντας ότι αποχωρεί λόγω της συνεχιζόμενης αστάθειας και της έλλειψης επιτυχιών)

Σε 30 παιχνίδια είχε 11 νίκες, 3 ισοπαλίες και 16 ήττες. Τον Ιούνιο του 2005 θα προσληφθεί απο τον Τζιοβάνι Τραπατόνι ως συνεργάτης του στην Στουτγκάρδη,  όμως ο Τραπατόνι εφάρμοσε ένα εξαιρετικά συντηρητικό και αμυντικό στυλ παιχνιδιού, είχε γίνει η «βασίλισσα των ισοπαλιών», παράγοντας πολύ κακό ποδόσφαιρο. 

Μεγάλα αστέρια της ομάδας, όπως οι Δανοί διεθνείς Γιον Νταλ Τόμασον και Γιέσπερ Γκρόνκιερ, βγήκαν δημόσια και κατηγόρησαν τον Τραπατόνι ότι «φοβάται να επιτεθεί». Βρέθηκε στη μέση, προσπαθώντας να ισορροπήσει την κατάσταση ανάμεσα στον μέντορά του και τους παίκτες. Μετά τη χειμερινή διακοπή, η ομάδα ξέμεινε από γκολ, γνωρίζοντας ήττες και φέρνοντας λευκές ισοπαλίες (0-0).

Η κατάσταση έγινε μη αναστρέψιμη και στις 9 Φεβρουαρίου 2006, η διοίκηση της Στουτγκάρδης απέλυσε τον Τζοβάνι Τραπατόνι. Καθώς ο Μπρέμε είχε έρθει ως προσωπική επιλογή του Ιταλού, απομακρύνθηκε την ίδια ακριβώς ημέρα από το πόστο του βοηθού.

Παρά το άδοξο τέλος, ο Μπρέμε δήλωνε πάντα ότι ο Τραπατόνι παρέμεινε ο κορυφαίος προπονητής που είχε ποτέ στην καριέρα του. Αυτός ο σταθμός στη Στουτγκάρδη ήταν και ο τελευταίος στην προπονητική διαδρομή του Μπρέμε, καθώς στη συνέχεια δεν εργάστηκε ξανά σε πάγκο ομάδας.  

Θα αναλάβει πρεσβευτής της γερμανικής ομοσπονδίας ενώ προώθησε την καμπάνια 1000 mini-playgrounds για παιδιά και εφήβους. Ασχολήθηκε και με το επιχειρείν, μέτοχος σε εταιρεία που πουλούσε γήπεδα με φυσικό και τεχνητό χλοοτάπητα, όπως και σε μια συμβουλευτική εταιρεία παικτών και μια εταιρεία που προσέφερε προετοιμασία για ιατρικές-ψυχολογικές εξετάσεις

Ο εθισμός του στο ποτό και τον τζόγο τον "έριξαν" οικονομικά και το 2014 λόγω χρεών στην εφορία και αναγκάστηκε να πουλήσει το σπίτι του για να ξεχρεώσει και έμεινε άστεγος. Κινητοποιήθηκαν διάφοροι Γερμανοί βετεράνοι ποδοσφαιριστές όπως ο Φράντς Μπεκενμπάουερ για την διεξαγωγή ενός φιλικού παιχνιδιού για να τον βοηθήσουν. 

Όμως τα χρήματα που μαζεύτηκαν δεν ήταν αρκετά και του προσφέρθηκε δουλειά καθαριστή σε τουαλέτες, την οποία δεν αποδέχτηκε. Στις 13 Φεβρουαρίου του 2017 μέσω των προσωπικών επαφών που είχε ο Μπρέμε με τη διοίκηση του τότε προέδρου του συλλόγου, Ντράγκοσλαβ Βούκοβιτς, ανέλαβε επίσημα τον ρόλο του συμβούλου και εκπροσώπου της Βοϊβοντίνα.

Δεν είχε καμία ανάμειξη με το προπονητικό κομμάτι ή τις επιλογές του προπονητή στο χορτάρι. Ο ρόλος του ήταν καθαρά διοικητικός και στρατηγικός, ανέλαβε να συνεργαστεί με τη διοίκηση της Βοϊβοντίνα με σκοπό το διεθνές branding του συλλόγου. 

Εκμεταλλευόμενος το τεράστιο όνομά του στην Ευρώπη, προσπάθησε να βοηθήσει την ομάδα να δικτυωθεί εκτός Σερβίας, να αναδείξει τις φημισμένες ακαδημίες της και να προσελκύσει ξένους επενδυτές και συνεργασίες. 

Αποχώρησε ανεπίσημα από τη Βοϊβοντίνα τον Ιούνιο του 2017, μόλις τέσσερις μήνες μετά την εντυπωσιακή του παρουσίαση, αν και το τυπικό τέλος της συνεργασίας τους παγιώθηκε το καλοκαίρι του 2018 με τη λήξη του συμβολαίου του.

Η Βοϊβοντίνα βρισκόταν εκείνη την περίοδο σε μια χαοτική κατάσταση, λίγους μήνες μετά την έλευση του Μπρέμε, ο πρόεδρος του συλλόγου, Ντράγκοσλαβ Βούκοβιτς ο άνθρωπος που τον έφερε στην ομάδα, καθώς και ολόκληρο το διοικητικό συμβούλιο παραιτήθηκαν κάτω από την έντονη πίεση των οπαδών.

Η νέα διοίκηση που ανέλαβε δεν έθεσε σε προτεραιότητα το πλάνο διεθνούς δικτύωσης που είχε σχεδιάσει. Λόγω των σοβαρών οικονομικών προβλημάτων και της εσωτερικής κρίσης του συλλόγου, ο ρόλος του που αφορούσε την προσέλκυση ξένων επενδυτών έγινε πρακτικά ανενεργός. Ο Γερμανός μύθος σταμάτησε να ταξιδεύει στο Νόβι Σαντ και η συνεργασία απλά «έσβησε» οριστικά με τη λήξη του συμβολαίου του το 2018.

Το τελευταίο διάστημα εργαζόταν στο "Franz Beckenbauer Foundation" και τo βράδυ της Δευτέρας 19ης προς Τρίτη 20η Φεβρουαρίου του 2024 υπέστη καρδιακή προσβολή μεταφέρθηκε στην κλινική Ziemssenstrasse όπου όμως δυστυχώς άφησε την τελευταία του πνοή σε ηλικία 63 ετών.

Όλες οι ομάδες στις οποίες αγωνίστηκε (Καϊζερσλάουτερν, Μπάγερν, Ίντερ) εξέδωσαν συγκινητικές ανακοινώσεις, με την Ίντερ μάλιστα να αγωνίζεται με μαύρα περιβραχιόνια στο αμέσως επόμενο παιχνίδι της για το Champions League ως φόρο τιμής.



           


Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...