www.goahits.blogspot.com

Διεθνές ποδόσφαιρο όπως δεν έχετε ξαναδιαβάσει!

28/8/26

Ραιμούντο Όρσι Μπροστά απο την εποχή του

O Ραιμούντο Όρσι άνηκε στους περίφημους "οριούντι" τους Λατινοαμερικάνους ποδοσφαιριστές που στις αρχές της δεκαετίας του '30 με την συγκατάθεση και του Ιταλού δικτάτορα Μπενίτο Μουσολίνι πήραν την ιταλική υπηκοότητα και αγωνίστηκαν με τα χρώματα της "Σκουάντρα Ατζούρα".

Γεννημένος στις 2 Δεκεμβρίου του 1901 στην πόλη Αβεγιανέδα άγωνιζόταν ως αριστερός ακραίος επιθετικός, που μπορεί να μην διέθετε την μεγάλη φυσική δύναμη, ήταν όμως ιδιαίτερα γρήγορος με εξαιρετική τεχνική και ικανότητα στην ντρίμπλα.

Ήταν απο τους πρώτους στην Αργεντινή που δεν περιοριζόταν στο να σεντράρει προς τον σέντερ φορ της ομάδας, έκανε όμως και αρκετές διαγώνιες κινήσεις που τον έφερναν σε θέση βολής όπου πετύχαινε πολύ συχνά γκολ, ενώ είχε και μεγάλη ευχέρεια στο να πετυχαίνει γκολ απο κόρνερ.  

Αποτέλεσε κορυφαίο στέλεχος της Ιντεπεντιέντε και μαζί με τους Ζοίλο Καναβέρι, Λούις Ραβασίνο,Αλμπέρτο Λαλίν και Μανουέλ Σεοάνε δημιούργησαν ένα πολύ καλό σύνολο οδηγώντας τους "κόκκινους διαβόλους" στην κατάκτηση 2 Πρωταθλημάτων(1922,1926), και 3 Copa de Competencia (1923,1924,1925), έχοντας 219 παιχνίδια και 91 γκολ με την φήμη του να εξαπλώνεται και στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού.

Όταν αγωνίστηκε με την "αλμπισελέστε" στο τουρνουά των Ολυμπιακών Αγώνων του Άμστερνταμ το 1928 κατέπληξε τους πάντες οδηγώντας την εθνική ομάδα της χώρας του στην κατάκτηση του ασημένιου μεταλλίου, ανάγκασε τους ιθύνοντες της Γιουβέντους να κινήσουν γη και ύδωρ ούτως ώστε να τον εντάξουν στο δυναμικό τους.

Για να τον πείσουν, τον δελέασαν τόσο με το ποσό των 100.000 λιρετών συν 8.000 ανά μήνα όσο και με την παραχώρηση ενός αυτοκινήτου FIAT με προσωπικό οδηγό και μιας πολυτελούς βίλας, τoν έντυσαν τελικά στα χρώματα της "Γηραιάς Κυρίας". 

Η Ιντεπεντιέντε αρνήθηκε αρχικά να τον παραχωρήσει και κατήγγειλε τη Γιουβέντους για παράνομη προσέγγιση. Λόγω γραφειοκρατικών κολλημάτων και κανονισμών της Ιταλικής Ομοσπονδίας που απαγόρευαν προσωρινά τη χρησιμοποίηση ξένων/oriundi, ο Όρσι δεν είχε δικαίωμα να αγωνιστεί τη σεζόν 1928-29.

 Η Γιουβέντους ήταν τόσο αποφασισμένη, που τον πλήρωνε κανονικά όλο αυτόν τον χρόνο μόνο για να προπονείται και να παίζει σε φιλικά. Η επίσημη πρεμιέρα του έγινε τελικά τον Οκτώβριο του 1929 και φρόντισε να τους δικαιώσει και με το παραπάνω αφού στην εφταετία που αγωνίστηκε στο Τορίνο κατέκτησε 5 Πρωταθλήματα(1931,1932,1933,1934,1935), έχοντας 194 συμμετοχές με 88 γκολ.

Εγκατέλειψε εσπευσμένα την Ιταλία και την Γιουβέντους την άνοιξη του 1935, ο επίσημος και πιο άμεσος λόγος ήταν ένα τηλεγράφημα που έλαβε από την Αργεντινή, το οποίο τον ενημέρωνε ότι η μητέρα του ήταν βαριά άρρωστη. 

Ο Όρσι, που είχε τεράστια αδυναμία στην οικογένειά του, ζήτησε αμέσως άδεια από τη διοίκηση της Γιουβέντους για να επιστρέψει στην πατρίδα του. Πίσω από την επίσημη δικαιολογία υπήρχε ένα έντονο πολιτικό παρασκήνιο, το φασιστικό καθεστώς του Μουσολίνι προετοιμαζόταν για τον Δεύτερο Ιταλο-Αιθιοπικό Πόλεμο (που ξέσπασε τον Οκτώβριο του 1935). 

Καθώς είχε πάρει την ιταλική υπηκοότητα για να αγωνιστεί στην Εθνική Ιταλίας, υπήρχε άμεσος κίνδυνος να επιστρατευτεί στον ιταλικό στρατό και να σταλεί στο μέτωπο της Αφρικής. Μόλις  επιβιβάστηκε στο πλοίο για την Αργεντινή τον Απρίλιο του 1935, δεν επέστρεψε ποτέ ξανά στην Ιταλία για να παίξει ποδόσφαιρο, κλείνοντας έτσι απότομα τον χρυσό κύκλο του στο Τορίνο λίγες αγωνιστικές πριν την μαθηματική κατάκτηση του 5ου συνεχόμενου πρωταθλήματος της Γιουβέντους.

Σε αυτή τη δεύτερη θητεία του στην Ιντεπεντιέντε, δεν είχε πλέον την ίδια εκρηκτικότητα, ήταν ήδη 34 ετών και χρησιμοποιήθηκε λιγότερο, είχε 32 συμμετοχές με 8 τέρματα και συνολικά 251 συμμετοχές και 99 τέρματα

Αν και ξεκίνησε να παίζει ξανά ως αριστερός εξτρέμ, η ηλικία του και η φυσική του κατάσταση τον ανάγκασαν να αγωνίζεται πιο ελεύθερα, στηριζόμενος περισσότερο στην τεράστια εμπειρία του και την εξαιρετική του τεχνική κατάρτιση.

Η παρουσία του στην ομάδα ολοκληρώθηκε στις αρχές του 1936, καθώς ο χρόνος συμμετοχής του μειωνόταν και η ομάδα προχωρούσε σε ανανέωση, πήρε τη μεγάλη απόφαση να πάρει μεταγραφή στην αιώνια αντίπαλο της Ιντεπεντιέντε, την Μπόκα Τζούνιορς, όπου όμως αγωνίστηκε ελάχιστα είχε 11 αγώνες όπου όμως δεν είχε γκολ.

Η εκρηκτική ταχύτητα και η σπιρτάδα που τον χαρακτήριζαν στη Γιουβέντους και την Ιντεπεντιέντε είχαν αρχίσει να τον εγκαταλείπουν. Το στυλ παιχνιδιού της Μπόκα Τζούνιορς εκείνη την περίοδο ήταν πολύ πιο δυναμικό και βασιζόταν στη σωματική δύναμη, κάτι που δεν ταίριαζε με το φινέτσατο και τεχνικό παιχνίδι του "Mumo". 

Η Μπόκα διέθετε μια εξαιρετική επιθετική γραμμή, γεγονός που περιόρισε τον χρόνο συμμετοχής του και δεν του επέτρεψε να βρει αγωνιστικό ρυθμό. Βλέποντας ότι δεν μπορούσε να καθιερωθεί στην Μπόκα Τζούνιορς, ο Όρσι αποχώρησε στο τέλος του 1936 και το 1937 υπέγραψε στην Πλατένσε, όπου έκανε μια εξαιρετική "δεύτερη νεότητα", σημειώνοντας 10 γκολ σε 27 αγώνες, αποδεικνύοντας ότι η κλάση του δεν είχε χαθεί.

Στην Πλατένσε δεν είχε πλέον τις υποχρεώσεις του κλασικού, γρήγορου εξτρέμ που έτρεχε πάνω στη γραμμή. Αγωνίστηκε περισσότερο ως εσωτερικός επιθετικός, λειτουργώντας ως ο εγκέφαλος της ομάδας.

Διέθετε ένα σύνολο με πολλούς νεαρούς και φιλόδοξους παίκτες και η τεράστια εμπειρία του Όρσι, ως 5 φορές πρωταθλητής Ιταλίας και Παγκόσμιος Πρωταθλητής) ενέπνευσε τους συμπαίκτες του. Σημείωσε κρίσιμα τέρματα που βοήθησαν την Πλατένσε να κάνει μια πολύ αξιοπρεπή πορεία στο πρωτάθλημα του 1937, τερματίζοντας στο μέσο του βαθμολογικού πίνακα και μακριά από περιπέτειες.

Η Αλμάγκρο, αποτέλεσε τον τελευταίο σταθμό της καριέρας του εντός Αργεντινής, επιβεβαιώνοντας πως παρά την προχωρημένη ποδοσφαιρικά ηλικία του, η εκτελεστική του δεινότητα παρέμενε σε κορυφαίο επίπεδο, αφού σε 23 αγώνες είχε 13 τέρματα.

Χρησιμοποιήθηκε ως προωθημένος επιθετικός και λιγότερο ως εξτρέμ, η εξαιρετική του τοποθέτηση στην περιοχή και η εμπειρία του τον βοήθησαν να σημειώσει περισσότερα από ένα γκολ ανά δύο παιχνίδια. Για έναν μικρότερο σύλλογο όπως η Αλμάγκρο, η παρουσία ενός εν ενεργεία Παγκόσμιου Πρωταθλητή έδωσε τεράστιο κύρος στην ομάδα και αποτέλεσε πόλο έλξης για τους φιλάθλους.

Οι εξαιρετικές εμφανίσεις του με την Αλμάγκρο απέδειξαν ότι είχε ακόμα «καύσιμα», αυτό τράβηξε το ενδιαφέρον μεγάλων συλλόγων εκτός Αργεντινής. Έτσι, το 1938-1939 πήρε τη μεγάλη απόφαση να αγωνιστεί για πρώτη φορά σε άλλες χώρες της Λατινικής Αμερικής.

Μετακόμισε στο Μοντεβιδέο μετά το παραγωγικό του πέρασμα από την Αλμάγκρο, παρά το γεγονός ότι ήταν πλέον 37 ετών, η Πενιαρόλ επένδυσε στην κλάση και την προσωπικότητά του για να ενισχύσει την επιθετική της γραμμή.

Οδήγησε την ομάδα στην κατάκτηση του Πρωταθλήματος Ουρουγουάης το 1938 αν και λόγω της ηλικίας του, δεν αγωνίστηκε σε όλα τα παιχνίδια της σεζόν, καθώς ο προπονητής του τον διαχειριζόταν προσεκτικά για να είναι φρέσκος στα μεγάλα ντέρμπι, έχοντας σε 12 συμμετοχές και 3 τέρματα.

Αγωνίστηκε κυρίως ως εσωτερικός επιθετικός ή επιθετικός μέσος, δεν είχε την ταχύτητα να τρέχει στη γραμμή, αλλά οργάνωνε υποδειγματικά το παιχνίδι και μοίραζε ασίστ στους νεότερους επιθετικούς της ομάδας.

Η παρουσία ενός παίκτη που είχε κατακτήσει το Μουντιάλ και 5 πρωταθλήματα Ιταλίας έδωσε τεράστια αυτοπεποίθηση στα αποδυτήρια της Πενιαρόλ κατά τη διάρκεια της κρίσιμης μάχης για τον τίτλο.

Έχοντας προσθέσει το πρωτάθλημα Ουρουγουάης στη συλλογή του, ο "Mumo" αποφάσισε να αλλάξει ξανά χώρα το 1939 για να ζήσει την τελευταία μεγάλη ποδοσφαιρική του περιπέτεια, παίρνοντας μεταγραφή στη Φλαμένγκο της Βραζιλίας.

38 ετών πλέον, έφτασε στο Ρίο ντε Τζανέιρο το 1939 και εντάχθηκε σε μια σπουδαία ομάδα της Φλαμένγκο, η οποία διέθετε τότε τον θρυλικό Λεωνίδας ντα Σίλβα. Βοήθησε τη Φλαμένγκο να κατακτήσει το Campeonato Carioca το 1939, σπάζοντας την πολυετή κυριαρχία της Φλουμινένσε και σε 26 αγώνες είχε 4 τέρματα.

Με αυτόν τον τίτλο, ο Όρσι πέτυχε ένα σπάνιο επίτευγμα, καθώς αναδείχθηκε πρωταθλητής σε 4 διαφορετικές χώρες: Αργεντινή (Ιντεπεντιέντε), Ιταλία (Γιουβέντους), Ουρουγουάη (Πενιαρόλ) και Βραζιλία (Φλαμένγκο).

Το 1941, σε ηλικία 40 ετών, επέστρεψε στο Μοντεβιδέο για να φορέσει ξανά τη φανέλα της Πενιαρόλ και λόγω της προχωρημένης ποδοσφαιρικής του ηλικίας, οι εμφανίσεις του ήταν πλέον πολύ περιορισμένες. 

Λειτούργησε κυρίως ως μια ηγετική μορφή για τα αποδυτήρια και ως εναλλακτική λύση πολυτελείας για την επίθεση, προτού αποχωρήσει οριστικά από τον σύλλογο το 1942 όπου είχε λιγότερες απο 6 συμμετοχές. 

Με την φανέλα της Εθνικής Αργεντινής έκανε ντεμπούτο στις 10 Αυγούστου του 1924 σε φιλικό παιχνίδι στο Μπουένος Άιρες κόντρα στην Ουρουγουάη. Θα κατακτήσει το Copa America του 1927 και το αργυρό ολυμπιακό μετάλλιο στο Άμστερνταμ το 1928 όπου και πέτυχε τρία γκολ 

Η τελευταία του 13η παρουσία με την "αλμπισελέστε" έγινε στις 9 Αυγούστου του 1936 σε φιλικό παιχνίδι στην Αβελανέδα κόντρα στην Ουρουγουάη. πετυχαίνοντας 3 γκολ. Μετά την μετακίνηση του στην Γιουβέντους πολιτογραφήθηκε Ιταλός χάνοντας την ευκαιρία να αγωνιστεί στο πρώτο Παγκόσμιο Κύπελλο με την Αργεντινή.

Με τους "ατζούρι" έκανε ντεμπούτο την 1η Δεκεμβρίου του 1929 σε φιλικό παιχνίδι κόντρα στην Πορτογαλία στο Μιλάνο όπου μάλιστα πέτυχε δύο γκολ. Κόντρα στις ΗΠΑ για το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1934 θα πετύχει δύο γκολ, θα παίξει και στα υπόλοιπα παιχνίδια και στον τελικό κόντρα στην Τσεχοσλοβακία θα πετύχει το γκολ και θα αναδειχθεί Παγκόσμιος Πρωταθλητής. 

Τελευταία και 35η παρουσία στην Βιέννη κόντρα στην Αυστρία για το International Cup έχοντας και 13 τέρματα. 

Έφτασε στη Χιλή για να προσφέρει τις γνώσεις του και την τεράστια εμπειρία του από το ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο, αναλαμβάνοντας την τεχνική ηγεσία της Σαντιάγκο Νασιονάλ. Τα στατιστικά που αναπαράγονταν παλαιότερα, 39 συμμετοχές και 10 γκολ, αφορούσαν αγώνες στους οποίους κάθισε στον πάγκο ως προπονητής (ή ανεπίσημα φιλικά), και όχι επίσημες εμφανίσεις του στο χορτάρι με ποδοσφαιρικά παπούτσια, αφού ήταν ήδη 42 ετών.

Η παρουσία του ως προπονητής είναι απόλυτα διασταυρωμένη και για το πρωτάθλημα του 1946. Υπάρχουν μάλιστα ιστορικές φωτογραφίες της Σαντιάγκο Νασιονάλ από εκείνη τη σεζόν, όπου η ομάδα τερμάτισε 13η, οι οποίες καταγράφουν τον Όρσι όρθιο δίπλα στους παίκτες του, έχοντας συνολικά 48 αγώνες.

Εργάστηκε για σύντομα διαστήματα ως τεχνικός συμβουλευτικά σε ομάδες της Κεντρικής Αμερικής και ο μεγάλος του σταθμός εκτός Χιλής και Αργεντινής ήταν η μεξικάνικη Ατλάντε. Καθοδήγησε την ομάδα με επιτυχία τις σεζόν 1950–1951, οδηγώντας την στη θέση της δευτεραθλήτριας στο πρωτάθλημα και σε 26 αγώνες είχε 13 νίκες, 4 ισοπαλίες και 9 ήττες. 

Έχοντας κλείσει τον κύκλο του στο Μεξικό, ο 51χρονος τότε "Mumo" επέλεξε να μην επιστρέψει στο Μπουένος Άιρες ή το Αβεγιανέδα (την έδρα της αγαπημένης του Ιντεπεντιέντε), αλλά να εγκατασταθεί μόνιμα στην επαρχία της Μεντόσα και εκεί εξελίχθηκε σε απόλυτο ποδοσφαιρικό είδωλο και αναμορφωτή του τοπικού ποδοσφαίρου.

Με την επιστροφή του το 1952, ο Όρσι ήρθε σε συμφωνία με την Ντεπορτίβο Μαϊπού, έναν σύλλογο με τον οποίο θα συνέδεε το όνομά του για τα επόμενα 25 χρόνια μέσα από πολλαπλές θητείες. Ανέλαβε επίσημα το τιμόνι της ομάδας για τη σεζόν 1953 και η επίδρασή του ήταν ακαριαία, καθώς οδήγησε την ομάδα στην κατάκτηση του Τοπικού Πρωταθλήματος της Λίγκας της Μεντόσα.

Εισήγαγε στις ομάδες της Μεντόσα την ευρωπαϊκή πειθαρχία και την τακτική προσέγγιση που είχε διδαχθεί στη Γιουβέντους από τον Βιτόριο Πότσο, παντρεύοντάς την με το φυσικό ταλέντο των παικτών της Αργεντινής.
Η επαρχία της Μεντόσα, γνωστή για την ηρεμία της και την παραγωγή κρασιού, πρόσφερε στον Όρσι το ιδανικό περιβάλλον για να ζήσει μακριά από την πίεση των μεγάλων αστικών κέντρων. Δεν αντιμετωπιζόταν απλά ως ένας προπονητής, αλλά ως ένας ζωντανός μύθος, οι ποδοσφαιριστές ρουφούσαν κάθε του συμβουλή.

Η επιστροφή του 1952 ήταν τόσο καταλυτική, που παρέμεινε κάτοικος της επαρχίας μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1970, κοουτσάροντας σχεδόν όλες τις μεγάλες δυνάμεις της περιοχής. Στην Ντεπορτίβο Μαϊπου ανέλαβε ξανα την τετραετία 1954-1958, και κατέκτησε δύο πρωταθλήματα Μεντόσα το 1953 και το 1958 και ανέλαβε ξανά την ομάδα τις χρονιές 1963, 1969, 1974 και 1976.

Ανελαβε την Ιντεπεντιέντε Ριβαδάβια και αποτέλεσε έναν από τους πιο επιτυχημένους σταθμούς του, καθώς οδήγησε την ομάδα σε απόλυτη κυριαρχία, αφού κατέκτησε 4 απο τα οποία 3 συνεχόμενα τοπικά πρωταθλήματα (1960, 1961, 1962).

Επέστρεψε για σύντομα αλλά γεμάτα διαστήματα, κερδίζοντας ακόμα έναν τίτλο το 1965, ενώ πέρασε και το 1971 και το 1975. Ανέλαβε την Ατλέτικο Σαν Μαρτίν την διετία 1966-1968 και την οδήγησε στην κατάκτηση του πρωταθλήματος Μεντόσα το 1966.

Επίσης την καθοδήγησε τη Σαν Μαρτίν στο περίφημο Torneo Nacional του 1967, το οποίο ήταν η κορυφαία εθνική κατηγορία ολόκληρης της Αργεντινής, ενώ το 1973 επέστρεψε για έναν τελευταίο κύκλο στον πάγκο της.

Επίσης ανέλαβε την Γοδόϊ Κρουζ το 1971, την Άνδες Ταγιέρες, την Γκουτιέρς, την Λεονάρντο Μουριάλντο και την Ουρακάν το 1973. Λόγω του τεράστιου κύρους του, επιλέχθηκε σε αρκετές περιπτώσεις να καθοδηγήσει τη Μικτή Ομάδα της Μεντόσα στα παραδοσιακά εγχώρια τουρνουά των επαρχιών της Αργεντινής.

Μετά το 1976, λόγω της προχωρημένης ηλικίας του, αποσύρθηκε πλήρως από τους πάγκους και τα γήπεδα, επιστρέφοντας αργότερα στη Χιλή, όπου έζησε ήρεμα τα τελευταία χρόνια της ζωής του μέχρι τον θάνατό του το 1986.

Καθόλη την διάρκεια της καριέρας του του άρεσε το τάγκο και για αυτό όταν σταμάτησε ασχολήθηκε παίζοντας βιολί σε ορχήστρα σε ραδιοφωνικές μεταδόσεις.

Άφησε την τελευταία του πνοή στις 6 Απριλίου του 1986 σε ηλικία 85 ετών στο νοσοκομείο του Σαντιάγκο απο διαβήτη. Μετά την αποχώρησή του από την προπονητική στη Μεντόσα της Αργεντινής, επέλεξε να περάσει τα τελευταία του χρόνια στη Χιλή. 

Στο τέλος της ζωής του, ο θρυλικός εξτρέμ έχασε εντελώς την όρασή του λόγω προχωρημένης τύφλωσης. Όπως αναφέρουν ιστορικά αφιερώματα της εποχής, όπως της εφημερίδας Los Andes της Αργεντινής), ο Όρσι κυκλοφορούσε στις γειτονιές του Σαντιάγκο (συγκεκριμένα στην περιοχή Λας Κόντες) έχοντας ως μοναδικό οδηγό και συντροφιά έναν σκύλο Γερμανικό Ποιμενικό.

Είχε χάσει τη σύζυγό του, Εστέλα, χρόνια πριν, και ζούσε στο σπίτι μιας αδελφής της γυναίκας του. Ο ίδιος αποκαλούσε τη διαμονή του στη Χιλή ως μια  «αναγκαστική εξορία», νιώθοντας νοσταλγία για την Αργεντινή.

Ο θάνατός του προκάλεσε μεγάλη θλίψη στον ποδοσφαιρικό κόσμο της Λατινικής Αμερικής και της Ιταλίας, καθώς έφυγε ένας από τους τελευταίους εν ζωή Παγκόσμιους Πρωταθλητές του 1934. Η κηδεία του έγινε στο Σαντιάγκο της Χιλής, αλλά λόγω της οικονομικής του κατάστασης και του γεγονότος ότι ζούσε αποτραβηγμένος, η τελετή έγινε σε σχετικά στενό οικογενειακό και φιλικό κύκλο, αλλά με την παρουσία εκπροσώπων του χιλιανού ποδοσφαίρου και παλιών του φίλων από την Αργεντινή.

Η σορός του τάφηκε στη Χιλή, τη χώρα που τον φιλοξένησε στα γηρατειά του και στην οποία είχε εργαστεί ως προπονητής τις δεκαετίες του '40. Όταν η Γιουβέντους δημιούργησε το νέο της γήπεδο "Juventus Stadium", τίμησε την ιστορία της εγκαθιστώντας τη «Λεωφόρο της Δόξας» και συμπεριλήφθηκε επίσημα στους 50 κορυφαίους ποδοσφαιριστές στην ιστορία του συλλόγου.

Για την Ιντεπεντιέντε, ο "Mumo" παραμένει τοτέμ της ιστορίας της, στα μεγάλα επετειακά αφιερώματα της ομάδας, μνημονεύεται πάντα ως ο πρώτος ποδοσφαιριστής του συλλόγου που έγινε εξώφυλλο στο θρυλικό περιοδικό El Gráfico (1920) και ο πρώτος που πουλήθηκε με μυθικό ποσό στην Ευρώπη.

Με την πάροδο των ετών και την ψηφιοποίηση των αρχείων, η FIFA και η IFFHS (Διεθνής Υπηρεσία Ιστορίας και Στατιστικής του Ποδοσφαίρου) τον κατέταξαν ανάμεσα στους κορυφαίους ακραίους επιθετικούς του 20ού αιώνα και στους σπουδαιότερους Oriundi (διπλούς διεθνείς) που άλλαξαν την ιστορία των Παγκοσμίων Κυπέλλων.

Στην Αργεντινή, ο Όρσι τιμάται συχνά σε βιβλία και αφιερώματα όχι μόνο ως αθλητής, αλλά ως μια ρομαντική φιγούρα της κουλτούρας του μεσοπολέμου. Μνημονεύεται πάντα η ιστορία του με τον Κάρλος Γαρδέλ, τον βασιλιά του τάνγκο, ο οποίος το 1928 είχε ζητήσει από τον Όρσι να τον συνοδεύσει παίζοντας βιολί κατά τη διάρκεια της ολυμπιακής αποστολής στο Άμστερνταμ.
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...