Αποτελεί μία απο τις εμβληματικότερες φιγούρες του γερμανικού ποδοσφαίρου και απο τις σημαντικότερες του παγκοσμίου ποδοσφαίρου. Δεν είναι τυχαίο ότι μαζί με τον Μεξικάνο Αντόνιο Καρμπαχάλ ο Λόταρ Ματέους κατείχε το ρεκόρ των περισσότερων συμμετοχών σε τελική φάση Παγκοσμίων Κυπέλλων 5 τον αριθμό.
Γεννήθηκε στις 21 Μαρτίου του 1961 στην πόλη Xερτσογκενάουραχ της Βαυαρίας και απο την ηλικία των 9 ετών άρχιζε να ασχολείται με το ποδόσφαιρο στην FC Herzogenaurach με την οποία αγωνίστηκε σε όλες τις μικρές ηλικιακές ομάδες και σε ηλικία 17 ετών την περίοδο 1978-1979, αγωνίστηκε στο τοπικό Πρωτάθλημα έχοντας 22 συμμετοχές και 20 γκόλ.
Ο πατέρας του που εργαζόταν στην PUMA ήρθε σε επαφή με τον παλιό ποδοσφαιριστή Χάνς Νοβακ ο οποίος είχε επαφές με την Μπορούσια Μενχνγκλάντμπαχ και κανόνισε να πάει για δοκιμή. Εκεί συνάντησε τον Μπέρτι Φόγκτς ο οποίος αποκόμισε θετική άποψη για τον νεαρό και μετέφερε αυτή την άποψη και στον προπονητή των "πουλαριών" Χέλμουτ Γκράσχοφ.
Ο Γκράσχοφ θα τον δει και θα δώσει το ΟΚ και το καλοκαίρι του 1979 η Μπορούσια Μενχενγκλάντμπαχ τον αποκτάει και μένει στο "Μπέκελμπεργκ" έως την περίοδο 1983-1984, έχοντας 200 συμμετοχές και 51 γκολ. Με τα "πουλάρια" φτάνει στον τελικό του Κυπέλλου ΟΥΕΦΑ την περίοδο 1979-1980 και στον τελικό του Κυπελλου Γερμανίας την περίοδο 1983-1984 αλλά ηττάται απο Άιντραχτ Φρανκφούρτης και Μπάγερν Μονάχου αντίστοιχα.
To καλοκαίρι του 1984 οι Βαυαροί θα δώσουν 2,4 εκατομμύρια γερμανικά μάρκα για να τον φέρουν στο Μόναχο. Θα κατακτήσει τα Πρωταθλήματα του 1985, του 1986, του 1987, το Κύπελλο του 1986 και το Σούπερ Καπ του 1987, ενώ την περίοδο 1986-1987 θα φτάσει στον τελικό του Κυπέλλου Πρωταθλητριών αλλά θα γνωρίσει την ήττα στο "Πράτερ" της Βιέννης απο την Πόρτο.
Το καλοκαίρι του 1988 η Ίντερ θα πληρώσει 8,4 εκατομμύρια γερμανικά μάρκα για να τον αποκτήσει και έτσι μετά απο 150 παιχνίδια με 69 τέρματα θα γίνει κάτοικος Μιλάνου. Θα παραμείνει στην πρωτεύουσα της Λομβαρδίας μέχρι και το καλοκαίρι του 1992 και θα κατακτήσει 1 Πρωτάθλημα και 1 Ιταλικό Σούπερ Καπ το 1989 και το Κύπελλο ΟΥΕΦΑ της περιόδου 1990-1991 κόντρα στην Ρόμα έχοντας 154 συμμετοχές και 53 τέρματα.
Το καλοκαίρι του 1992 λόγω τραυματισμού θα χάσει το Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα στα γήπεδα της Σουηδίας, ενώ και η Γιουβέντους η οποία είχε ενδιαφερθεί ζωηρά για να τον αποκτήσει αποσύρθηκε. Για την απόκτηση του θα ενδιαφερθεί η Μπάγερν η οποία θα τον αγοράσει τον με το ποσό των 4,2 εκατομμυρίων γερμανικών μάρκων.
Θα κατακτήσει άλλα τέσσερα Πρωταθλήματα το 1994, το 1997, το 1999 και το 2000, 1 Κύπελλο το 1998 και 3 Λίγκ Καπ το 1997, το 1998 και το 1999. 1 Κύπελλο ΟΥΕΦΑ την περίοδο 1995-1996 κόντρα στην Μπορντό, ενώ θα παίξει και στον περίφημο τελικό του Champions League της περιόδου 1998-1999 στο "Κάμπ Νού" κόντρα στην Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ.
Μετά απο 259 παιχνίδια και 31 τέρματα όπου απο τον χώρο του κέντρου μεταφέρθηκε στην αμυντική γραμμή αποχώρησε για να κλείσει την καριέρα του στις Ηνωμένες Πολιτείες με τους Νιου Γιόρκ Μέτρο Στάρς όπου θα κατακτήσει το MLS αγωνιζόμενος σε 23 παιχνίδια χωρίς να πετύχει κάποιο τέρμα.
Στην εθνική ομάδα της Δυτικής Γερμανίας θα κάνει ντεμπούτο στις 14 Ιουνίου του 1980 σε παιχνίδι της τελικής φάσης του EURO 1980 στην Νάπολι κόντρα στην Ολλανδία και θα είναι μέλος της ομάδας που θα κατακτήσει το Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα.
Στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1982 θα αγωνιστεί σε δύο παιχνίδια κόντρα στην Χιλή και στην Αυστρία, στο EURO του 1984 και στα τρία παιχνίδια του ομίλου αλλά θα αποκλειστεί απο την συνέχεια.
Στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1986 θα αγωνιστεί και στα εφτά παιχνίδια θα πετύχει και ένα γκολ κόντρα στο Μαρόκο αλλά στον τελικό θα ηττηθεί απο την Αργεντινή του Ντιέγκο Μαραντόνα. Στο EURO του 1988 που διεξήχθη στην χώρα του θα παίξει και στα τέσσερα παιχνίδια αλλά στον ημιτελικό οι "οράνιε" θα πάρουν την νίκη και την πρόκριση.
Το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1990 θα διεξαχθεί στα "λημέρια" του και θα αποτελέσει βασικό γρανάζι στην μηχανή του Φράντς Μπεκενμπάουερ που θα αναδειχθεί Παγκόσμια Πρωταθλήτρια. Θα αγωνιστεί σε όλα τα παιχνίδια πετυχαίνοντας τέσσερα τέρματα, 2 με Γιουγκοσλαβία, 1 με τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και 1 με την Τσεχοσλοβακία και θα είναι αυτός που θα σηκώσει στον αέρα της Ρώμης το βαρύτιμο τρόπαιο.
Μετά την παρένθεση του Euro 1992, θα βρίσκεται κανονικά στην 23αδα στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1994 στις Ηνωμένες Πολιτείες. Θα αγωνιστεί και στα πέντε παιχνίδια ως αρχηγός, σκοράροντας απέναντι στην Βουλγαρία αλλά οι Βαλκάνιοι θα αποκλείσουν την "μάντσαφτ" απο τα ημιτελικά.
Στο Euro του 1996 θα είναι εκτός 23αδας αφού θα έρθει σε κόντρα τόσο με τον Μπέρτι Φόγκτς αλλά και με τον Γιούργκεν Κλίνσμαν, και στα γήπεδα της Γαλλίας το 1998, θα δώσει για τελευταία φορά το παρών σε τελική φάση Παγκοσμίου Κυπέλλου. Θα παίξει και στα τέσσερα παιχνίδια, φτάνοντας τα 25 παιχνίδια που αποτελούσε ρεκόρ παρουσίας όλων των εποχών.
Τελευταία φορά με τα "πάντσερ" θα αγωνιστεί στις 20 Ιουνίου του 2000 στο Ρότερνταμ στο πλαίσιο της τελικής φάσης του EURO κόντρα στην Πορτογαλία. Οι 150 συμμετοχές τον φέρνουν στην πρώτη θέση της λίστας με τις περισσότερες συμμετοχές στην ιστορία της εθνικής Γερμανίας έχοντας πετύχει και 23 τέρματα.
Επίσης κατείχε μέχρι τις 22 Αυγούστου του 2007 το ευρωπαϊκό ρεκόρ με τις περισσότερες συμμετοχές, όταν και τον ξεπέρασε ο Εσθονός Μάρτιν Ράιμ. Επίσης με τα 25 παιχνίδια σε τελική φάση Παγκοσμίου Κυπέλλου κατείχε την πρώτη θέση σε συμμετοχές όλων των εποχών.
Με την ολοκλήρωση της ποδοσφαιρικής του καριέρας θα ξεκινήσει την προπονητική του καριέρα. Στις 6 Σεπτεμβρίου του 2001 θα αναλάβει την Ραπίντ Βιέννης στην οποία θα παραμείνει μέχρι τις 10 Μάϊο του 2002 έχοντας σε 32 παιχνίδια, 9 νίκες, 9 ισοπαλίες και 14 ήττες.
Στις 22 Δεκεμβρίου του 2002 θα αναλάβει την Παρτιζάν Βελιγραδίου με την οποία θα κατακτήσει το Πρωτάθλημα του 2003 και θα την οδηγήσει στην φάση των ομίλων του Champions League της περιόδου 2003-2004.
Στις 13 Δεκεμβρίου του 2003 και ύστερα απο 44 παιχνίδια στα οποία είχε 29 νίκες, 6 ισοπαλίες και 9 ήττες θα αποχωρήσει απο το Βελιγράδι με τις φήμες να κάνουν λόγο για συμφωνία με την Ουγγρική ποδοσφαιρική ομοσπονδία για να αναλάβει την εθνική Ουγγαρίας.
Πράγματι την 1η Ιανουαρίου του 2004 θα αναλάβει και επίσημα με στόχο την συμμετοχή στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 2006 στα γήπεδα της Γερμανίας. Κατέλαβε την τέταρτη θέση τον όμιλο πίσω απο Κροατία και Σουηδία και στις 11 Ιανουαρίου του 2006 ύστερα απο 28 παιχνίδια με 11 νίκες, 3 ισοπαλίες και 14 ήττες αποχώρησε.
Επόμενος σταθμός η Ατλέτικο Παραναένσε στην Βραζιλία απο τις 11 Ιανουαρίου του 2006 όμως έμεινε μόνο δύο μήνες μέχρι τις 20 Μαρτίου, ουσιαστικά κοούτσαρε σε 8 παιχνίδια με 6 νίκες και 2 ισοπαλίες στο πολιτειακό πρωτάθλημα Παρανά με την δικαιολογία ότι του έλειπε η οικογένειά του και έπρεπε να διευθετήσει ένα επείγον οικογενειακό θέμα.
Την 1η Ιουλίου του 2006 ανακοινώθηκε απο την Ρεντ Μπούλ Σάλτσμπουργκ ως τεχνικό δίδυμο με τον Τζιοβάνι Τραπατόνι όπου θα κατακτήσει το Πρωτάθλημα το 2007 αλλά τα πράγματα δεν ήταν καθόλου καλά.
Αντίθετα, ο Ματέους πίεζε για ένα πιο επιθετικό, γερμανικό και ελεύθερο στυλ παιχνιδιού, κάτι που δημιουργούσε συνεχείς τριβές στις προπονήσεις.
Παρόλο που ο Τραπατόνι ήταν ο ιεραρχικά ανώτερος, ο Ματέους, λόγω του ισχυρού του χαρακτήρα, δεν δεχόταν εύκολα τον ρόλο του «βοηθού». Συμπεριφερόταν ως πρώτος προπονητής, γεγονός που μπέρδευε τους παίκτες και δημιουργούσε δύο διαφορετικά «στρατόπεδα» μέσα στα αποδυτήρια.
Ο αθλητικός διευθυντής της ομάδας, Όλιβερ Κρόιτσερ, δήλωσε ανοιχτά ότι η απόφαση πάρθηκε λόγω «αξεπέραστων διαφορών στη φιλοσοφία». Συμπλήρωσε μάλιστα με νόημα: «Πήραμε αυτή την απόφαση για να διασφαλίσουμε ότι τα αποδυτήρια θα είναι ήρεμα και συγκεντρωμένα. Αναζητούσα αυτή την ηρεμία από το τέλος της περασμένης σεζόν».
Έτσι ο Τραπατόνι παρέμεινε ως ο απόλυτος κυρίαρχος στον πάγκο της ομάδας, ενώ ο Ματέους αποχώρησε πικραμένος, κλείνοντας άδοξα ένα ακόμη προπονητικό του κεφάλαιο.
Στις 13 Απριλίου του 2008 θα ανακοινωθεί απο την Μακάμπι Νετάνια και θα παραμείνει μέχρι τις 29 Απριλίου του 2009 όπου σε 32 παιχνίδια είχε 14 νίκες, 12 ισοπαλίες και 6 ήττες μιας και το κλαμπ αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα.
Στις 23 Σεπτεμβρίου του 2010 θα αναλάβει για δεύτερη φορά στην καριέρα του πάγκο εθνικής ομάδας της Βουλγαρίας αλλά στις 19 Σεπτεμβρίου του 2011 θα απολυθεί ύστερα απο 10 παιχνίδια με 3 νίκες, 3 ισοπαλίες και 4 ήττες.
Ενδιάμεσα θα αναλάβει και χρέη αρθρογράφου απο το 2001 έως το 2009 στο γερμανικό αθλητικό περιοδικό Sport Bild, σπορκάστερ για το συνδρομητικό Premiere για τα Παγκόσμια Κύπελλα του 2002 και του 2006, για το γερμανικό ZDF για το Euro 2004, για το Eurosport για το Euro 2008, για το Al Jazeera Sports για το Παγκόσμιο Κύπελλο του 2010.
Ακολούθησε η συνεργασία του με το ιρανικό κανάλι IRIB για το Παγκόσμιο Κύπελλο του 2014 αλλά και για το Ασιατικό Κύπελλο του 2015 και το βρετανικό κανάλι ITV για το Euro 2016. Το 1990 θα κατακτήσει την "Χρυσή Μπάλα" απο το γαλλικό περιοδικό France Football, το βραβείο του καλύτερου παίκτη απο την FIFA το 1991 και το βραβείο του καλύτερου ποδοσφαιριστή στην Γερμανία το 1990 και το 1999.
Στις 27 Απριλίου του 2001 αναγορεύθηκε ως επίτιμος αρχηγός της εθνικής Γερμανίας. Το 2017 εισήχθη στο Hall of Fame του γερμανικού αθλητισμού, ενώ την ίδια χρονιά έγινε επίτιμο μέλος της ομάδας που έκανε τα πρώτα βήματα, ενώ πήρε το όνομα του και το γήπεδο
Το 2018 ήταν στους πρώτους έντεκα που εισήχθησαν στο νεοιδρυθές Hall of Fame του γερμανικού ποδοσφαίρου. Η προσωπική του ζωή ήταν πολυτάραχη αφού ούτε λίγο ούτε πολύ έχει τελέσει πέντε γάμους απο τους οποίους έχει τέσσερα παιδιά. Επίσης η σειρά βιντεοπαιχνιδιών της ΕΑ Sports FIFA τον έχει συμπεριλάβει στις τελευταίες τέσσερις εκδόσεις του στους Ultimate Team Legends.
Στις 22 Μάϊου του 2023 έγινε συνιδιοκτήτης της ομάδας Άκρα Λάιονς απο την Γκάνα, και απο το 2017 ήταν επίσημος πρεσβευτής της Μπάγερν Μονάχου. Απο τις 5 Σεπτεμβρίου του 2022 έως τις 26 Αυγούστου του 2024 ήταν προπονητής στα τμήματα υποδομής της TSV Γκρούνβαλντ όπου και αποχώρησε λόγω παραπόνων και έντονης κριτικής που δέχθηκε από γονείς των παιδιών .
