Αν και o Φαμπιάν Καρίνι θεωρούταν απο τα μεγάλα ταλέντα όχι μόνο του ουρουγουανικού ποδοσφαίρου στην θέση του τερματοφύλακα, εντούτοις όμως η πορεία του δεν δικαίωσε αυτές τις προβλέψεις παρότι βρέθηκε να φοράει την φανέλα σημαντικών ομάδων όπως η Γιουβέντους και η Ίντερ.
Γεννήθηκε στις 26 Δεκεμβρίου του 1979 στο Μοντεβιδέο, σε ηλικία 10 ετών εντάχθηκε στις ακαδημίες της Ντανούμπιο και το 1997 ανέβηκε στην πρώτη ομάδα στην οποία παρέμεινε μέχρι το 2000 έχοντας 50 συμμετοχές.
Οι πολύ καλές εμφανίσεις του με την U-20 στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα της Μαλαισίας το 1997, αλλά και σε αυτό του 1999 στην Νιγηρία όπου μάλιστα αναδείχθηκε καλύτερος τερματοφύλακας της διοργάνωσης από τους δημοσιογράφους ώθησε την Γιουβέντους το καλοκαίρι του 2000 να τον αποκτήσει δίνοντας το ποσό των 17 δισεκατομμυρίων λιρετών.
Στο "Ντελε Άλπι" δεν κατάφερε να πάρει θέση βασικού αφού την ίδια περίοδο είχε αποκτηθεί και ο Φαν Ντε Σάρ, έχοντας μόνο 8 συμμετοχές και αυτές στο Κύπελλο. Το καλοκαίρι του 2002 η απόκτηση του Μπουφόν δυσκόλεψαν τα πράγματα αφού πλέον ήταν η τρίτη επιλογή και δεν απέμενε άλλη εναλλακτική απο το να δοθεί κάπου άλλου για να βρει χρόνο συμμετοχής.
Ήταν πολύ κοντά στο να δοθεί δανεικός στην Άρσεναλ, όμως η συμφωνία χάλασε αφού οι "κανονιέρηδες" δεν τα βρήκαν με τον παίκτη στο οικονομικό, ενώ υπήρχε και η φήμη ότι έχει μπει στην απόκτηση του παίκτη και η Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ.
Εν τέλει δόθηκε δανεικός στο Βέλγιο και την Σταντάρ Λιέγης τα δοκάρια της οποίας υπερασπίστηκε μέχρι το 2004 έχοντας 61 συμμετοχές πετυχαίνοντας και 1 γκολ. Με την ολοκλήρωση του δανεισμού επέστρεψε στην Ιταλία και αποτέλεσε μέρος της ανταλλαγής ανάμεσα σε Γιουβέντους και Ίντερ για την μετεγγραφή του Καναβάρο με την όλη συμφωνία να κοστίζει 11 εκατομμύρια ευρώ.
Ούτε όμως και στο Μιλάνο κατάφερε να βρει χρόνο συμμετοχής αφού στα τρία χρόνια που άνηκε στους "νερατζούρι" μέχρι το 2007 μόνο 9 φορές υπερασπίστηκε την εστία της και όλες την σεζόν 2004-2005.
Τον Αύγουστο του 2005 η Ίντερ θα τον δώσει δανεικό στην Κάλιαρι και παρότι ξεκίνησε με προοπτικές, δεν κατάφερε να καθιερωθεί ως βασικός και αγωνίστηκε σε 8 παιχνίδια. Το καλοκαίρι του 2007 μετακινήθηκε στην Μούρθια όπου έκατσε δύο χρόνια μέχρι το 2009 όπου είχε 13 συμμετοχές
Τον Αύγουστο του 2009 επέστρεψε στην Λατινική Αμερική με πρώτο σταθμό την Ατλέτικο Μινέιρο αλλά ούτε και εκεί μπόρεσε να σταθεροποιηθεί κάτω απο τα δοκάρια πραγματοποιώντας 19 συμμετοχές, κατέκτησε το πολιτειακό πρωτάθλημα το 2010 και τον Ιούλιο του 2010 προχώρησε στη λύση του συμβολαίου του, καταβάλλοντας μάλιστα και σχετική αποζημίωση.
Τον Δεκέμβριο του 2010 θα επιστρέψει στην πατρίδα του για λογαριασμό της Πενιαρόλ έχοντας 31 συμμετοχές και έπαιξε στον διπλό τελικό του Copa Libertadores το 2011 κόντρα στην Σάντος, όμως κατά τη διάρκεια της σεζόν 2011–2012, έχασε τη θέση του κάτω από τα δοκάρια από τον Ντανίλο Λέρντα, γεγονός που τον ώθησε στην αναζήτηση νέας ομάδας.
Πρώτη φορά στο Εκουαδόρ τον Αύγουστο του 2012, για λογαριασμό της Ντεπορτίβο Κίτο όπου παρά τα προβλήματα σε οικονομικό και διοικητικό επίπεδο βοήθησε την ομάδα να βρεθεί στις υψηλές θέσεις της βαθμολογίας καταγράφοντας 39 συμμετοχές κυρίως το 2013.
Έλυσε το συμβόλαιο του και το καλοκαίρι του 2014 θα υπογράψει στην Club Atletico Joventud και μέχρι τον Δεκέμβριο του 2016 είχε την πιο γεμάτη διετία της καριέρας του έχοντας 73 επίσημες συμμετοχές, ανάμεσα τους και τέσσερα παιχνίδια για το Copa Sudamericana στην ιστορική πρώτη συμμετοχή της ομάδας στην δοργάνωση, πετυχαίνοντας και δύο τέρματα με πέναλντι.
Τον Ιανουάριο του 2017 υπέγραψε συμβόλαιο συνεργασίας με τους Μοντεβιδέο Γουόντερερς όμως δεν κράτησε πολύ αυτή η συνεργασία αφού στις 10 Ιανουαρίου ανακοίνωσε την απόσυρση του απο την ενεργό δράση λόγω οι έντονοι και χρόνιοι πόνοι στην μέση που τον ταλαιπωρούσαν τον ώθησαν να πάρει αυτή την απόφαση.
Στις 17 Ιουλίου του 1999 πραγματοποίησε το ντεμπούτο του με την "μεγάλη" εθνική σε φιλικό παιχνίδι απέναντι στην Παραγουάη στην Ciudad del Este. Ήταν στις επιλογές για το Copa America που θα διεξαγόταν στην Παραγουάη όπου μάλιστα ήταν φιναλίστ της διοργάνωσης και ο ίδιος αναδείχθηκε καλύτερος τερματοφύλακας.
Το 2002 στην Ιαπωνία και την Νότιο Κορέα ήταν ο βασικός τερματοφύλακας της "σελέστε" απέναντι σε Δανία, Γαλλία και Σενεγάλη χωρίς όμως να καταφέρει να πάρει την πρόκριση μένοντας στην τρίτη θέση του ομίλου. Συμμετείχε στην προκριματική φάση του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 2006 όπως και στα μπαράζ με την Αυστραλία όπου τα "καγκουρό" πήραν την πρόκριση.
Αγωνίστηκε στο Copa America του 2007 όπου έφτασε μέχρι τα ημιτελικά, ενώ παρότι πήρε μέρος στους πρώτους αγώνες της προκριματικής φάσης για το Παγκόσμιο Κύπελλο του 2010, δεν βρισκόταν στις τελικές επιλογές του Όσκαρ Ταμπάρεζ.
Στις 11 Φεβρουαρίου του 2009 σε φιλικό παιχνίδι στην Τρίπολη απέναντι στην Λιβύη πραγματοποίησε την 74η και τελευταία του εμφάνιση που τον φέρνει στην όγδοη θέση της σχετικής λίστας.
Τον Απρίλιο του 2026, ο Καρινί έκανε στροφή στην καριέρα του μπαίνοντας στην πολιτική σκηνή της πατρίδας του. Εντάχθηκε ενεργά στο Εθνικό Κόμμα της Ουρουγουάης, μετά απο την προσέγγισή που του έγινε από τον γερουσιαστή Μαρτίν Λέμα, συμμετέχοντας στη «Λίστα 404» με σκοπό να προσφέρει κοινωνικό έργο.
Στις 11 Φεβρουαρίου του 2009 σε φιλικό παιχνίδι στην Τρίπολη απέναντι στην Λιβύη πραγματοποίησε την 74η και τελευταία του εμφάνιση που τον φέρνει στην όγδοη θέση της σχετικής λίστας.
Μετά την ολοκλήρωση της καριέρας του εργάστηκε ως τεχνικός αναλυτής και σχολιαστής ποδοσφαιρικών αγώνων για μεγάλα τηλεοπτικά δίκτυα, όπως η Fox Sports Latinoamérica, προσφέροντας την έμπειρη ματιά του για το διεθνές ποδόσφαιρο και την Εθνική Ουρουγουάης
