Ένας απο τους κορυφαίους επιθετικούς μέσους που ανέδειξε το ιταλικό ποδόσφαιρο, που δεν μπόρεσε να δείξει τα προσόντα του σε εθνικό επίπεδο εν αντιθέσει με τους συλλόγους που αγωνίστηκε όπου γνώρισε μεγάλες επιτυχίες. Στο δε Κύπελλο Ιταλίας είναι ο πολυνίκης του θεσμού έχοντας μάλιστα και τα περισσότερα παιχνίδια 120 στην διοργάνωση.
Γεννημένος στο Γιέσι στις 27 Νοεμβρίου του 1964, ο Μαντσίνι από μικρός έδειξε την κλίση του στο ποδόσφαιρο παίζοντας για την τοπική ομάδα Aurora Calcio Football Team. Στην ηλικία των 13 ετών θα τον εντοπίσει ο Μαρίνο Περάνι σκάουτερ της Μπολόνια και θα πείσει τους υπευθύνους να τον αγοράσουν προσφέροντας το ποσό των 700.000 λιρετων
Στις 12 Σεπτεμβρίου του 1981 έκανε ντεμπούτο κόντρα στην Ρετζίνα για το ιταλικό κύπελλο και αγωνίστηκε συνολικά σε 31 αγώνες πετυχαίνοντας και 9 γκολ. Το καλοκαίρι του 1982 ο πρόεδρος της Σαμπντόρια Πάολο Μαντοβάνι είναι αποφασισμένος να τον φέρει στην Γένοβα.
Όμως τα πράγματα δεν είναι εύκολα αφού οι μεγάλες δυνάμεις της χώρας είχαν ενδιαφερθεί για αυτόν. Η Γιουβέντους εξέτασε πολύ σοβαρά την περίπτωσή του, καθώς αναζητούσε συνεχώς τα κορυφαία νεαρά ιταλικά ταλέντα, όμως οι εγγυήσεις για άμεσο χρόνο συμμετοχής που του πρόσφερε η Σαμπντόρια έγειραν την πλάστιγγα.
Η Ίντερ έκανε επίσημη κρούση και προσπάθησε να τον εντάξει στο δυναμικό τους, βλέποντάς τον ως τον ιδανικό μελλοντικό ηγέτη της επίθεσής τους, ενώ η Ρόμα εξέφρασε έντονο ενδιαφέρον, θέλοντας να προσθέσει την ποιότητά του δίπλα στα αστέρια που διέθετε εκείνη την περίοδο.
Για να το κάνει αυτό θα δείξει την μεγαλύτερη αποφασιστικότητα και θα προσφέρει το ποσό των 4 δισεκατομμυρίων λιρετών συν τέσσερις ποδοσφαιριστές τους Γκαλντιόλο, Ροσέλι, Μπρόντι και Λογκότσο συν ότι κατάφερε να πείσει τον Μαντσίνι.
Η Σαμπντόρια του εγγυήθηκε ότι θα χτιζόταν μια ολοκαίνουργια, φιλόδοξη ομάδα γύρω από αυτόν, κάτι που επιβεβαιώθηκε με την ιστορική πορεία των επόμενων ετών, η επιμονή του θα αποδειχθεί σωστή αφού μαζί με τον Τζιανλούκα Βιάλι αποτέλεσαν ένα από τα κορυφαία επιθετικά δίδυμα του καμπιονάτο και για δεκαπέντε χρόνια ήταν ένα από τα σημεία αναφοράς των "μπλουτσερκιάτι".
Κατέχει την πρώτη θέση τόσο σε συμμετοχές όλων των εποχών της "Σαμπ" με 566 αγώνες, όσο και των σκόρερ πετυχαίνοντας 171 γκολ και κατέκτησε 1 Πρωτάθλημα Ιταλίας το 1991, 4 Κύπελλα (1985,1988,1989,1994), 1 Σούπερ Καπ το 1991 και 1 Κύπελλο Κυπελλούχων το 1990 κόντρα στην Άντερλεχτ στο Ούλεβι της Στοκχόλμης.
Επίσης αγωνίστηκε στον τελικό του Κυπέλλου Πρωταθλητριών το 1992 στο "Γουέμπλει" του Λονδίνου όπου γνώρισε την ήττα με 1-0 από την Μπαρτσελόνα, όπως και στον τελικό του Κυπέλλου Κυπελλούχων το 1989 κόντρα στην Μπαρτσελόνα στο "Βάνκντορφ" της Βέρνης .
Το καλοκαίρι του 1997 όντας ο "τελευταίος των Μοϊκανών" από την μεγάλη ομάδα που είχε μείνει στην Γένοβα συν τη διοικητική φθορά μετά τον θάνατο του Πάολο Μαντοβάνι, το συμβόλαιό του έληγε και αποφάσισε ότι ήρθε η ώρα για μια νέα, άκρως φιλόδοξη πρόκληση, αρνούμενος να ανανεώσει.
Ο πρόεδρος των «νερατζούρι», Μάσιμο Μοράτι, ήταν διαχρονικός θαυμαστής του Μαντσίνι και εξέτασε σοβαρά την περίπτωσή του, ωστόσο, εκείνο το καλοκαίρι η Ίντερ έριξε όλο της το βάρος και τα οικονομικά της αποθέματα στην απόκτηση του Ρονάλντο (το «Φαινόμενο»), αφήνοντας ελεύθερο το πεδίο στη Λάτσιο
Υπήρξε φιλολογικό ενδιαφέρον και κρούσεις από αγγλικούς συλλόγους που γοητεύονταν από την κλάση του, όμως ο Μαντσίνι προτίμησε να παραμείνει στο κορυφαίο τότε ιταλικό πρωτάθλημα. Έτσι έμεινε η Λάτσιο, ο ιδιοκτήτης της, Σέρτζιο Κρανιότι, έπεισε τον Μαντσίνι να μετακομίσει στη Ρώμη, ενώ καταλυτικό ρόλο έπαιξε ο Σβεν-Γιόραν Έρικσον, ο οποίος είχε ζητήσει ρητά την απόκτησή του ως τον απόλυτο ηγέτη για να αλλάξει η νοοτροπία του συλλόγου και να κατακτήσει το πρωτάθλημα.
Με την φανέλα των "λατσιάλι" αγωνίστηκε σε 136 αγώνες πετυχαίνοντας 24 γκολ και κατέκτησε 1 Πρωτάθλημα Ιταλίας το 2000,2 Κύπελλα (1998,2000),1 Σούπερ Καπ το 1998, 1 Κύπελλο Κυπελλούχων το 1999 κόντρα στην Μαγιόρκα στο "Βίλα Πάρκ" του Μπέρμιγχαμ και 1 Ευρωπαϊκό Σούπερ Καπ το 1999 κόντρα στην Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ
Άν και είχε ανακοινώσει τον Μάιο του 2000 ότι θα ολοκλήρωνε την ποδοσφαιρική του καριέρα, αναλαμβάνοντας χρέη βοηθού του Σβεν Γκόραν Έρικσον, τον Ιανουάριο του 2001 θα φορέσει ξανά τα ποδοσφαιρικά του παπούτσια υπογράφοντας εξαμηνιαίο συμβόλαιο με την Λέστερ.
Πέρασε όμως απαρατήρητος με μόλις 5 συμμετοχές χωρίς να σκοράρει, και τότε ο ίδιος ο Μαντσίνι ένα μήνα μετά τον Φεβρουάριο ανακοίνωσε στους ιθύνοντες των "αλεπούδων" ότι δεν θα επιστρέψει στο νησί για να ξεκινήσει την προπονητική του καριέρα στην Φιορεντίνα.
Η σχέση του με την εθνική ομάδα της χώρας του ήταν τρικυμιώδης και ξεκίνησε απο τις πρώτες του κιόλας παρουσίες. Έκανε ντεμπούτο στις 26 Μάϊου του 1984 σε φιλικό παιχνίδι στο Τορόντο απέναντι στον Καναδά, όμως υπέπεσε σε πειθαρχικό παράπτωμα στην Νέα Υόρκη όταν πήγε να δει τους ουρανοξύστες παρά την απαγόρευση.
Το συγκεκριμένο περιστατικό ουσιαστικά τον έβαλε στην "μαύρη λίστα" του Μπέαρζοτ και έχασε την ευκαιρία να πάρει μέρος στο Παγκόσμιο Κύπελλο του Μεξικό το 1986. Η αλλαγή στον πάγκο των "ατζούρι" και ο ερχομός του Ατζέλιο Βιτσίνι που τον γνώριζε απο την U-21 τον επανέφερε και ήταν στην αποστολή για το EURO της Γερμανίας το 1988 όπου έπαιξε και στα τέσσερα παιχνίδια της διοργάνωσης πετυχαίνοντας ένα γκολ κόντρα στην Δυτική Γερμανία.
Θα ακολουθήσει το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1990 στην πατρίδα του, όπου ναι μεν θα βρίσκεται στην 23αδα αλλά δεν θα αγωνιστεί ούτε ένα λεπτό και θα καταφερθεί εναντίον του Βιτσίνι, ασκώντας του και κριτική για τον ημιτελικό κόντρα στην Αργεντινή.
Ουσιαστικά η καριέρα του στους "ατζούρι" ολοκληρώθηκε μετά από την διαμάχη που είχε με τον Αρίγκο Σάκι μιας και δεν συμπεριλήφθηκε στην αποστολή για το Παγκόσμιο Κύπελλο των ΗΠΑ το 1994 και από τότε δεν ξανακλήθηκε. Τελευταία και 36η παρουσία με το εθνόσημο ήταν στις 23 Μαρτίου του 1994 σε φιλικό παιχνίδι στην Στουτγκάρδη κόντρα στην Γερμανία, έχοντας πετύχει και 4 τέρματα
Τον Φεβρουάριο του 2001 η Φιορεντίνα θα ανακοινώσει την πρόσληψη του στην θέση του Φατίχ Τερίμ, όμως προκάλεσε προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων στην Ιταλία γιατί ο κανονισμός της ιταλικής ομοσπονδίας απαγόρευε σε έναν προπονητή να εργαστεί σε δύο διαφορετικές ομάδες της Serie A την ίδια σεζόν και ο Μαντσίνι είχε ξεκινήσει τη χρονιά ως βοηθός στη Λάτσιο.
Ο δεύτερος λόγος ήταν ότι ο Μαντσίνι δεν διέθετε ακόμα το απαραίτητο δίπλωμα προπονητικής. Τελικά, μετά από έντονες πιέσεις και ειδική άδεια που του χορηγήθηκε, η Ιταλική Ομοσπονδία Ποδοσφαίρου ενέκρινε την πρόσληψή του.
Θα κατακτήσει το Κύπελλο Ιταλίας το 2001 αλλά εξαιτίας των οικονομικών προβλημάτων που βάραιναν τους "βιόλα" παραιτήθηκε τον Ιανουάριο του 2002 όπου σε 43 παιχνίδια είχε 11 νίκες, 10 ισοπαλίες και 22 ήττες.
Το όνομα του Μαντσίνι άρχισε να συζητιέται στους διαδρόμους του Μιλάνου από τον Μάσιμο Μοράτι, ο οποίος έψαχνε πάντα την ευκαιρία να τον φέρει στην ομάδα. Ωστόσο, η Ίντερ αποφάσισε τότε να στηρίξει τον Έκτορ Ραούλ Κούπερ, καθυστερώντας τον «γάμο» με τον Μαντσίνι.
Αμέσως μετά την παραίτησή του τον Ιανουάριο, υπήρξαν διερευνητικές επαφές από ιταλικούς συλλόγους που έδναν μάχη για τη σωτηρία ή έψαχναν σταθερότητα, όμως ο Μαντσίνι προτίμησε να περιμένει το καλοκαίρι για ένα πρότζεκτ υψηλότερων προδιαγραφών.
Τότε ακριβώς προέκυψε η πρόταση της Λάτσιο και τον Ιούλιο του 2002 προσελήφθη και στα δύο χρόνια που έμεινε στο "Ολίμπικο" την οδήγησε στα ημιτελικά του Κυπέλλου Ουέφα την περίοδο 2002-2003 και στην κατάκτηση ενός ακόμα Κυπέλλου Ιταλίας το 2004 και σε 102 παιχνίδια είχε 49 νίκες, 32 ισοπαλίες και 21 ήττες.
Η διοίκηση των «λατσιάλι» έκανε τα πάντα για να τον κρατήσει, προσφέροντάς του νέο συμβόλαιο και τον ρόλο του «Manager» αγγλικού τύπου, με απόλυτο έλεγχο στις μεταγραφές, όμως η οικονομική αβεβαιότητα του συλλόγου τον ανάγκασε να αρνηθεί.
Το όνομά του είχε κυκλοφορήσει στα ισπανικά ΜΜΕ ως υποψήφιος για τον πάγκο της Ρεάλ Μαδρίτης, οι οποίοι άλλαζαν συχνά προπονητές εκείνη την περίοδο των Galácticos, αλλά οι επαφές ήταν κυρίως διερευνητικές δεν προχώρησαν σε επίσημη πρόταση.
Μετά την αποτυχία της Ιταλίας στο Euro 2004 και την αποχώρηση του Τζιοβάνι Τραπατόνι, το όνομα του Μαντσίνι ακούστηκε ψιθυριστά στην Ομοσπονδία, αλλά είχε ήδη αποφασίσει να στραφεί στον Μαρτσέλο Λίπι.
Η μεγάλη πρόκληση ήρθε το καλοκαίρι του 2004 όταν ο Μάσιμο Μοράτι ο οποίος και όταν ήταν ποδοσφαιριστής στην Σαμπντόρια αλλά και στο ξεκίνημα στην προπονητική ήθελε να τον φέρει ήρθε το πλήρωμα του χρόνου για να τον φέρι στο "Τζιουζεπε Μεάτσα".
Καθώς όμως ο Μαντσίνι δεσμευόταν με συμβόλαιο και η Λάτσιο περνούσε σε μια νέα διοικητική εποχή υπό τον Κλαούντιο Λοτίτο, οι δύο σύλλογοι κατέληξαν σε συμφωνία μετά από έντονο παρασκήνιο.
Κατέβαλε στη Λάτσιο μια οικονομική αποζημίωση ύψους περίπου 1,5 έως 2 εκατομμυρίων ευρώ, ενώ παράλληλα η μετακίνηση αυτή «ξεκλείδωσε» και διευκολύνθηκε από μια σειρά άλλων σημαντικών παραχωρήσεων παικτών.
Μαζί με τον Μαντσίνι, εκείνο το καλοκαίρι μετακόμισαν από τη Ρώμη στο Μιλάνο ως ελεύθεροι ή με ευνοϊκούς όρους παίκτες-κλειδιά που ήθελε ο ίδιος, όπως ο Σίνισα Μιχαΐλοβιτς και ο Τζουζέπε Φαβάλι.
Αυτό ελάφρυνε δραματικά το μισθολόγιο της Λάτσιο που βρισκόταν σε καθεστώς εξυγίανσης, ενώ η συμφωνία περιλάμβανε ρυθμίσεις και για προηγούμενες μεταγραφικές δόσεις όπως αυτή του Ντέγιαν Στάνκοβιτς, ο οποίος είχε κάνει το ίδιο δρομολόγιο λίγους μήνες νωρίτερα, τον Ιανουάριο του 2004
Με τους "νερατζούρι" θα κατακτήσει 3 Πρωταθλήματα(2006,2007,2008), 2 Κύπελλα(2005,2006) και 2 Σούπερ Καπ(2005,2006). Όμως η αποτυχία του στο να μην κάνει το βήμα παραπάνω ειδικά στην Ευρώπη, ώθησε τον Μοράτι στο να ανακοινώσει στις 29 Μάϊου του 2008 την λύση της συνεργασίας τους.
Όταν ο Μάσιμο Μοράτι τον απέλυσε τον Μάιο του 2008 για να φέρει τον Ζοζέ Μουρίνιο, η Ίντερ χρησιμοποίησε ως δικαιολογία κάποιες δηλώσεις που είχε κάνει ο Μαντσίνι λίγους μήνες νωρίτερα (μετά τον αποκλεισμό από τη Λίβερπουλ, όπου είχε πει ότι θα φύγει το καλοκαίρι), ισχυριζόμενη ότι έβλαψε την ομάδα.
Ο Μαντσίνι αντέδρασε, κατέθεσε αγωγή κατά της Ίντερ για προσβολή της προσωπικότητάς του και απαίτησε την πλήρη καταβολή των χρημάτων του. Όσο η υπόθεση βρισκόταν στα δικαστήρια, ο Μαντσίνι παρέμενε τυπικά υπό συμβόλαιο με την Ίντερ και πληρωνόταν κανονικά, κάτι που τον εμπόδιζε νομικά να υπογράψει σε άλλη ομάδα.
Το αδιέξοδο λύθηκε τελικά τον Νοέμβριο του 2009, οι δύο πλευρές κατέληξαν σε εξωδικαστικό συμβιβασμό, με την Ίντερ να του καταβάλλει μια τεράστια εφάπαξ αποζημίωση περίπου 8 εκατομμύρια ευρώ για να λυθεί κοινή συναινέσει το συμβόλαιο.
Μόλις έμεινε ελεύθερος, χρειάστηκαν μόλις λίγες εβδομάδες για να βρει την επόμενη ομάδα του, ενώ παρα την δικαστική μάχη, το όνομά του παρέμενε ελκυστικό και δέχθηκε κρούσεις, τις οποίες όμως δεν μπορούσε, ή δεν ήθελε να μετουσιώσει σε συμφωνία λόγω του νομικού κολλήματος.
Το καλοκαίρι του 2008, μετά την απομάκρυνση του Άβραμ Γκραντ, ο Ρομάν Αμπράμοβιτς εξέτασε σοβαρά τον Μαντσίνι, αλλά τελικά στράφηκε στον Λουίς Φελίπε Σκολάρι. Τον Δεκέμβριο του 2008 όταν απολύθηκε ο Μπερντ Σούστερ, έγινε μια διερευνητική επαφή, αλλά η Ρεάλ χρειαζόταν άμεση λύση και ο Μαντσίνι ήταν «δεμένος» με την Ίντερ. Έτσι, οι Μαδριλένοι προσέλαβαν τον Χουάντε Ράμος.
Το φθινόπωρο του 2009, η Ζενίτ Αγίας Πετρούπολης του προσέφερε ένα ηγεμονικό συμβόλαιο, αλλά ο ίδιος προτίμησε να περιμένει ένα πιο ανταγωνιστικό πρωτάθλημα. Μετά την απόλυση του τότε προπονητή Ίαν ΜακΠάρλαντ, η διοίκηση της Νοτς Κάουντι προσέγγισε τον Ιταλό τεχνικό, όπως αποκαλύφθηκε αργότερα, ο Μαντσίνι είχε πεισθεί και είχε συμφωνήσει σε τετραετές συμβόλαιο με συνολικές απολαβές ύψους 12 εκατομμυρίων λιρών.
Η μετακίνηση δεν ολοκληρώθηκε λόγω της υπαναχώρησης του ίδιου του Σβεν-Γκόραν Έρικσον. Ο Σουηδός άρχισε να αντιλαμβάνεται ότι οι οικονομικές εγγυήσεις των τότε ιδιοκτητών της ομάδας δεν ήταν ρεαλιστικές, φοβήθηκε την οικονομική κατάρρευση του συλλόγου και τηλεφώνησε στον Μαντσίνι την τελευταία στιγμή για να του πει να μην υπογράψει.
Δημόσια, ο εκτελεστικός πρόεδρος της ομάδας, Πίτερ Τρέμπλινγκ, είχε δηλώσει πως συναντήθηκαν με τον Μαντσίνι, αλλά αποφάσισαν να μην προχωρήσουν τη συνεργασία επειδή η πρόσληψη ενός τόσο μεγάλου ονόματος θα προκαλούσε υπερβολική πίεση και «δημοσιογραφικό τσίρκο» γύρω από την ομάδα.
Στις 19 Δεκεμβρίου του 2009 οι πάμπλουτοι σεΐχηδες της Μάντσεσερ Σίτι του προσέφεραν την τεχνική ηγεσία των "πολιτών" στην θέση του Μάρκ Χιούζ. Στην τετραετία που έμεινε στο Μάντσεστερ κατέκτησε 1 Κύπελλο Αγγλίας το 2011, 1 Πρωτάθλημα και 1 Σούπερ Καπ το 2012,
Η ήττα όμως στον τελικό του Κυπέλλου Αγγλίας το 2013 αποτέλεσε το "κύκνειο άσμα" στον πάγκο της Σίτι, στις 13 Μάϊου του 2013, ύστερα απο 189 παιχνίδια έχοντας 113 νίκες, 38 ισοπαλίες και 40 ήττες. Υπήρχαν έντονες φήμες και ανεπίσημες κρούσεις ώστε να αναλάβει την εθνική ομάδα της χώρας του μετά το Παγκόσμιο Κύπελλο του 2014, καθώς ο τότε προπονητής Τσέζαρε Πραντέλι είχε προαναγγείλει την αποχώρησή του.
Το καλοκαίρι του 2013, μετά την αποχώρηση του Κάρλο Αντσελότι για τη Ρεάλ Μαδρίτης, ο Μαντσίνι ήταν ανάμεσα στους βασικούς υποψηφίους για τον πάγκο της Παρί Σεν Ζερμέν, προτού εκείνοι καταλήξουν στον Λοράν Μπλαν.
Είχε δεχθεί διερευνητικές επαφές από την ομάδα της Ρώμης πριν οι «τζιαλορόσι» προσλάβουν τον Ρούντι Γκαρσία, ενώ κατά τη διάρκεια της σεζόν στη Γαλατασαράι, οι ιταλικές εφημερίδες τον παρουσίαζαν ως τον πρώτο στόχο της Λάτσιο στην οποία είχε αγωνιστεί και προπονήσει στο παρελθόν για να αντικαταστήσει τον Έντι Ρέγια.
Το όνομά του είχε «παίξει» στα ρεπορτάζ για ρωσικούς συλλόγους με μεγάλη οικονομική επιφάνεια, αλλά στις 30 Σεπτεμβρίου του 2013 υπέγραψε τριετές συμβόλαιο με την Γαλατασαράι, προσφέροντάς του ένα πολύ ισχυρό οικονομικό πακέτο συμβόλαιο 3 ετών με απολαβές 3,5 εκατ. ευρώ για την πρώτη σεζόν και 4,5 εκατ. ευρώ για τις επόμενες, συν μεγάλα μπόνους.
Ο Ιταλός τεχνικός πείστηκε από το πλάνο και το ρόστερ, το οποίο διέθετε τότε αστέρες όπως ο Ντιντιέ Ντρογκμπά και ο Γουέσλεϊ Σνάιντερ και την οδήγησε στην πρόκριση στους "16" του Champions League και του Κυπέλλου Τουρκίας.
Στις 11 Ιουνίου του 2014 οι δύο πλευρές οδηγήθηκαν σε "διαζύγιο" αφού υπήρξε διάσταση απόψεων για το μπάτζετ και τη μελλοντική στρατηγική μεταγραφών του συλλόγου, μετά απο 46 παιχνίδια με 25 νίκες, 12 ισοπαλίες και 9 ήττες. Στις 14 Νοεμβρίου του 2014 επέστρεψε για δεύτερη φορά στον πάγκο της Ίντερ αντικαθιστώντας τον Βάλτερ Ματσάρι, χωρίς όμως να μπορέσει να κατακτήσει κάποιον τίτλο.
Στις 8 Αυγούστου του 2016 λίγο πριν ξεκινήσει το Πρωτάθλημα ανακοινώθηκε το "διαζύγιο" με τους "νερατζούρι" ύστερα απο κοινού συμφωνία, όπου στα δύο περάσματα έκατσε σε 303 παιχνίδια έχοντας 176 νίκες, 78 ισοπαλίες και 49 ήττες.
Την 1η Ιουνίου του 2017 και ενώ είχαν προηγηθεί δύο φορές που η Ζενίτ έκανε πρόταση, αυτή την φορά δέχτηκε να αναλάβει την ομάδα απο την Αγία Πετρούπολη. Όμως δεν ήταν πετυχημένο το πέρασμα του και στις 13 Μάϊου του 2018 οι δύο πλευρές απο κοινού έλυσαν την συνεργασία τους ύστερα απο 45 παιχνίδια με 22 νίκες, 13 ισοπαλίες και 10 ήττες.
Η απογοήτευση απο τον αποκλεισμό απο το Παγκόσμιο Κύπελλο της Ρωσίας οδήγησε την Ιταλική Ομοσπονδία στην απόλυση του Τζιανπιέρο Βεντούρα και στην κατάθεση πρότασης για να αναλάβει την τεχνική ηγεσία της και επισημοποιήθηκε στις 14 Μάϊου του 2018.
Άν και στο πρώτο Nations League δεν κατάφερε να φτάσει στο φαιναλ-φορ της πρώτης κατηγορίας, δεν είχε κανένα πρόβλημα να πάρει την άνετη πρόκριση για την τελική φάση του EURO 2020 που λόγω κορονοιού διεξήχθη το 2021.
Eκεί όπου οδήγησε την "σκουάντρα ατζούρα" στην κατάκτηση του δεύτερου EURO της ιστορίας της όπου στον τελικό στο "Γουέμπλει" απέναντι στην Αγγλία στην διαδικασία των πέναλντι κατέκτησε το τρόπαιο.
Στην δεύτερη έκδοση του Nations League έφτασε στο φαιναλ-φορ της κατηγορίας και παρότι ήταν εντός έδρας γνώρισε την ήττα στον ημιτελικό στο Μιλάνο απέναντι στην Ισπανία, κατακτώντας τελικά την τρίτη θέση.
Στην προκριματική φάση για το Παγκόσμιο Κύπελλο του 2022 η Ιταλία έμεινε στην δεύτερη θέση πίσω απο την Ελβετία και θα διεκδικούσε μέσω πλει-οφ την πρόκριση στην τελική φάση. Όμως γνώρισε αποκλεισμό-σοκ στον ημιτελικό στο Παλέρμο αφού η Βόρεια Μακεδονία την άφησε εκτός συνέχειας και για δεύτερη φορά συνεχόμενη εκτός Παγκοσμίου Κυπέλλου.
Aκολουθησε η ήττα στο Finalissima απο την Αργεντινή και μια ακόμα πρόκριση στην τελική φάση του Nations League στην Ολλανδία αλλά και πάλι η Ισπανία την άφησε εκτός τελικού. Στο ξεκίνημα της προκριματικής φάση για το EURO 2024 στις 13 Αυγούστου αιφνιδιαστικά ανακοίνωσε την αποχώρηση του απο τον πάγκο της εθνικής ύστερα απο 61 παιχνίδια όπου είχε 37 νίκες, 15 ισοπαλίες και 9 ήττες.
Αιφνιδιαστικά γιατί λίγες ημέρες πριν είχε συμφωνήσει με την ομοσπονδία για να αναλάβει τον ρόλο του συντονιστή των εθνικών ομάδων U-20 και U-21 και τίποτα δεν προδίκαζε αυτή την εξέλιξη.
Όμως αποδείχτηκε ότι η αιτία δεν ήταν άλλη απο την δελεαστική προσφορά που του κατέθεσε η εθνική ομάδα της Σαουδικής Αραβίας προσφέροντας το ποσό των 18 εκατομμυρίων ευρώ για τρία χρόνια με ορίζοντα το Παγκόσμιο Κύπελλο του 2026 και που αναμενόταν να γίνει δεκτή.
Στις 27 Αυγούστου του 2023 ανακοινώθηκε η πρόσληψη του και το καλοκαίρι την οδήγησε στο Ασιατικό Κύπελλο Εθνών όπου αποκλείστηκε απο την Νότια Κορέα στην φάση των "16" στην διαδικασία των πέναλντι.
Στις 24 Οκτωβρίου του 2024 οι δύο πλευρές ανακοίνωσαν την λύση της συνεργασίας τους εξαιτίας της κακής εκκίνησης στην προκριματική φάση του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 2026 έχοντας σε 20 παιχνίδια, 8 νίκες, 7 ισοπαλίες και 5 ήττες.
Στις 13 Νοεμβρίου του 2025 συμφώνησε να αναλάβει την Άλ Σάντ ομάδα του Κατάρ με την οποία κατέκτησε το Σούπερ Καπ και το Πρωτάθλημα, έχασε στον τελικό του Κυπέλλου του Εμίρη απο την Άλ Γκαράφα ενώ αποκλείστηκε στην προημιτελική φάση του ασιατικού Champions League απο την ιαπωνική Βισελ Κόμπε.
Στις 13 Ιουνίου του 2026 ανακοίνωσε την αποχώρηση του απο τον σύλλογο έχοντας σε 29 παιχνίδια, 17 νίκες, 4 ισοπαλίες και 8 ήττες. Στις 28 Ιουλίου σύμφωνα με δημοσιεύματα συμφώνησε να αναλάβει την εθνική Ιταλίας για δεύτερη φορά μετά την τετραετία 2018-2022.
Τον Μάρτιο του 2009 αγόρασε το 25% των μετοχών της εταιρίας Kifaru που ασχολείται με την κατασκευή πλοίων, ενώ τον Δεκέμβριο του 2014 του απονεμήθηκε ο τίτλος του πρεσβευτή της UNΙCEF Ιταλίας.
Tον Μάιο του 2021 με αφορμή την επέτειο των 20 ετών απο την κατάκτηση του Πρωταθλήματος απο την Σαμπντόρια κυκλοφόρησε βιβλίο με τον τίτλο "Μια όμορφη σεζόν" όπου μαζί με τον Τζιανλούκα Βιάλι διηγόντουσαν ιστορίες απο την σεζόν 1990-91.
Το 2022 έγινε και ντοκιμαντέρ το οποίο έκανε πρεμιέρα στις 26 Νοεμβρίου στο φεστιβάλ κινηματογράφου του Τορίνο, ενώ προβλήθηκε και στην τηλεόραση στην RAI 2 στις 7 Ιανουαρίου του 2023 μία ημέρα μετά τον θάνατο του Βιάλι.
