Μπορεί ο Ρίνους Μίχελς να ήταν αυτός που έκανε διάσημο το "Total Football" στην δεκαετία του '70, υπήρχε όμως και ένας ακόμα προπονητής ο οποίος εφάρμοσε το συγκεκριμένο σύστημα τόσο στην Ντινάμο Κιέβου όσο και στην Σοβιετική Ένωση, ο Βαλερί Λομπανόφσκι που σχεδίαζε τα πάντα με μαθηματική ακρίβεια, δίνοντας έμφαση στη φυσική κατάσταση μαζί με τον συνεργάτη του Ανατόλι Ζελέντσοφ.
Το σύστημα που του άρεσε ήταν το 4-1-3-2 έχοντας πάντα δύο πολύ καλούς επιθετικούς που ήταν ευέλικτοι αφού μπορούσαν να παίζουν διάφορους ρόλους, να αγωνίζονται στις άκρες, να οργανώνουν το παιχνίδι απο πίσω ακόμα και να βοηθάνε στο αμυντικό κομμάτι.
Επίσης ο ίδιος έδινε μεγάλη έμφαση στην ψυχολογία του αθλητή. "Είναι πολύ σημαντικό να γνωρίζεις τον χαρακτήρα και την προσωπικότητα του κάθε αθλητή. Μπορεί να είσαι πιο αυστηρός με έναν παίκτη και λιγότερο με κάποιον άλλον και να γνωρίζεις τα "κουμπιά" του για να αποκομίσεις όσο το δυνατόν περισσότερα οφέλη απο αυτόν".
Ποτέ όμως δεν εφησυχαζόταν, πάντοτε ήθελε να βελτιώνεται: "Ένας προπονητής μαθαίνει σε όλη του την ζωή, εάν σταματήσει αυτή την διαδικασία τότε σταματάει να είναι προπονητής". Δεν είναι τυχαίο ότι δημιούργησε τρείς μεγάλες ποδοσφαιρικές ομάδες σε τρείς διαφορετικές δεκαετίες του '70, του '80 και του '90.
Γεννήθηκε στις 6 Ιανουαρίου του 1939 στο Κίεβο και απο πολύ μικρός έδειξε την αγάπη του για το ποδόσφαιρο, παρά τις αντιδράσεις που είχε απο την οικογένειά του. Ο ίδιος πάντως φρόντιζε να είναι και καλός μαθητής, πήρε μάλιστα και μετάλλιο για τις επιδόσεις του το αργυρό και εισήχθη στην Πολυτεχνική σχολή του Κιέβου.
Το 1952 θα τον εντοπίσει ο Νικολάι Τσάικα θα φοιτήσει και σε αθλητικό σχολείο και τρία χρόνια αργότερα θα ενταχθεί στις ακαδημίες της Ντινάμο Κιέβου, Στα 18 του θα ανέβει στην δεύτερη ομάδα και στις 29 Μάϊου του 1959 θα κάνει ντεμπούτο κόντρα στην ΤΣΣΚΑ Μόσχας.
Αγωνιζόταν στο αριστερό άκρο της επίθεσης, με έφεση στις εκτελέσεις κόρνερ και στα φάουλ ενώ είχε και πολύ καλή τεχνική κατάρτιση για το ύψος του. Το 1960 θα αναδειχθεί πρώτος σκόρερ της ομάδας του, το 1961 θα κατακτήσει το Πρωτάθλημα και το 1964 το Κύπελλο, ενώ θα φορέσει και δύο φορές την φανέλα της Σοβιετικής Ένωσης.
Ύστερα απο 144 συμμετοχές και 42 τέρματα τον Ιανουάριο του 1965 θα έρθει σε κόντρα με τον Βίκτορ Μασλόφ. Ο Μασλόφ ο οποίος θεωρούταν ο «πατέρας» του σύγχρονου συστήματος 4-4-2 και του έντονου πρέσινγκ, απαιτούσε από όλους τους παίκτες του, ακόμα και από τους επιθετικούς, να τρέχουν ακατάπαυστα, να μαρκάρουν και να θυσιάζονται για την ομάδα.
Ο Λομπανόφσκι ως παίκτης ήταν ένας κλασικός, ντελικάτος αριστερός εξτρέμ, στηριζόταν στην τρομερή του ατομική τεχνική, τις ντρίμπλες και τις στημένες φάσεις. Δεν του άρεσε να αμύνεται ούτε να αναλώνεται σε παιχνίδι δύναμης, θεωρώντας ότι η δουλειά του ήταν αποκλειστικά η δημιουργία και το σκοράρισμα.
Όντας μεγάλο αστέρι και αρχηγός της Ντινάμο, αρνήθηκε να προσαρμοστεί στις εντολές του Μάσλοφ, θεωρώντας ότι το νέο σύστημα περιόριζε τη δημιουργικότητά του. Ο Μάσλοφ, από την πλευρά του, δεν δεχόταν εκπτώσεις στην πειθαρχία και άρχισε να τον αφήνει στον πάγκο τη σεζόν του 1964.
Βλέποντας ότι δεν είχε μέλλον στο Κίεβο υπό τις οδηγίες του Μάσλοφ, ο Λομπανόφσκι αποφάσισε να αποχωρήσει, επιλέγοντας την Τσερνομόρετς, ομάδα της πρώτης κατηγορίας της ΕΣΣΔ που του πρόσφερε εγγυημένη θέση βασικού.
Του επέτρεπε να αγωνίζεται με τον δικό του ελεύθερο τρόπο, χωρίς τις εξαντλητικές τακτικές απαιτήσεις που αντιμετώπιζε στο Κίεβο. Αγωνίστηκε για δύο γεμάτες σεζόν 1965 και 1966, καταγράφοντας 59 συμμετοχές και 15 γκολ.
Τον Μάρτιο του 1967 μετακόμισε στη Σαχτάρ Ντονέτσκ κυρίως λόγω της οικονομικής και οργανωτικής ανωτερότητας της Σαχτάρ, καθώς και της επιθυμίας του να αγωνιστεί σε μια ομάδα με υψηλότερους στόχους.
Η ομάδα του Ντονέτσκ υποστηριζόταν πλήρως από το πανίσχυρο συνδικάτο των Σοβιετικών ανθρακωρύχων και το Υπουργείο Βιομηχανίας Άνθρακα, προσέφερε στον Λομπανόφσκι εξαιρετικές οικονομικές απολαβές, προνόμια και εγγυήσεις που η Τσερνομόρετς δεν μπορούσε να ανταγωνιστεί.
Η Σαχτάρ εκείνη την εποχή, υπό την καθοδήγηση του σπουδαίου προπονητή Όλεγκ Οσένκοφ, ήταν μια από τις πιο υπολογίσιμες δυνάμεις του σοβιετικού ποδοσφαίρου, έχοντας κερδίσει δύο Κύπελλα ΕΣΣΔ στις αρχές της δεκαετίας. Αντίθετα, η Τσερνομόρετς πάλευε συνήθως στις μεσαίες και χαμηλές θέσεις του βαθμολογικού πίνακα (το 1966 τερμάτισε 14η).
Ο Λομπανόφσκι δεν πήγε μόνος του στο Ντονέτσκ, μαζί του μεταγράφηκε και ο κολλητός του φίλος και πρώην συμπαίκτης του στην Ντινάμο Κιέβου, Όλεγκ Μπαζίλεβιτς. Η Σαχτάρ κατάφερε να επανενώσει το θρυλικό επιθετικό δίδυμο, προσφέροντας και στους δύο εξαιρετικά συμβόλαια.
Στη Σαχτάρ ο Λομπανόφσκι παρέμεινε για δύο σεζόν (1967-1968), έγινε μάλιστα και αρχηγός της ομάδας, καταγράφοντας 50 συμμετοχές και 14 γκολ. Ωστόσο, το καλοκαίρι του 1968, σε ηλικία μόλις 29 ετών, ήρθε σε σφοδρή σύγκρουση με τον προπονητή Όλεγκ Οσένκοφ επειδή ο Λομπανόφσκι αμφισβητούσε ανοιχτά την τακτική του και προσπαθούσε να επιβάλει τις δικές του ιδέες στο γήπεδο.
Αυτή η ρήξη τον οδήγησε στην απόφαση να κρεμάσει πρόωρα τα ποδοσφαιρικά του παπούτσια και να ξεκινήσει άμεσα τη μεγάλη του προπονητική καριέρα. Δεν θα παραμείνει για καιρό εκτός ποδοσφαίρου, αφού στις 16 Οκτωβρίου του 1968 θα ξεκινήσει την προπονητική του καριέρα απο την Ντνιέπρ Ντνιεπροπετρόφσκ
Όταν ανέλαβε την Ντνιέπρ, η ομάδα βρισκόταν στη Β' Κατηγορία της Σοβιετικής Ένωσης και η διοίκηση του συλλόγου, που υποστηριζόταν από το πανίσχυρο σοβιετικό εργοστάσιο πυραύλων Yuzhmash, του έδωσε απόλυτη ελευθερία κινήσεων, εντυπωσιασμένη από το κοφτερό του μυαλό (είχε σπουδάσει μηχανικός στο Πολυτεχνείο).
Στο Ντνιπροπετρόφσκ, ο Λομπανόφσκι άρχισε να εφαρμόζει τις ιδέες που τον έκαναν μύθο, ξεκίνησε τη μνημειώδη συνεργασία του με τον καθηγητή Ανατόλι Ζελέντσοφ, έναν επιστήμονα πληροφορικής και αθλητικών ερευνών και μαζί μετέτρεψαν τις προπονήσεις σε μαθηματικά μοντέλα.
Κατήργησε το παραδοσιακό παιχνίδι με την μπάλα και επέβαλε εξαντλητικές προπονήσεις φυσικής κατάστασης, πίεσης και ταχύτητας. Ήταν ο πρώτος που κρατούσε στατιστικά στοιχεία για το πόσα μέτρα έτρεχε ο κάθε παίκτης και πόσες πάσες έκανε, χωρίζοντας το γήπεδο σε συγκεκριμένες ζώνες.
Τα αποτελέσματα της σκληρής δουλειάς δεν άργησαν να φανούν, το 1969 και το 1970, τερμάτισε ψηλά, αλλά έχασε την άνοδο στις λεπτομέρειες. Όμως την επόμενη χρονιά το 1971 κατέκτησε θριαμβευτικά το πρωτάθλημα της Β' Κατηγορίας και κέρδισε για πρώτη φορά στην ιστορία της την άνοδο στην κορυφαία κατηγορία της ΕΣΣΔ.
Στην πρώτη της σεζόν στην Α' Κατηγορία το 1972, η νεοφώτιστη Ντνιέπρ του Λομπανόφσκι εξέπληξε τους πάντες, τερματίζοντας στην 6η θέση, πάνω από παραδοσιακές δυνάμεις της Μόσχας. Την επόμενη χρονιά 1973, οδήγησε την ομάδα μέχρι τα ημιτελικά του Κυπέλλου ΕΣΣΔ και στην 8η θέση του πρωταθλήματος.
Σε 236 παιχνίδια θα πετύχει 124 νίκες, 57 ισοπαλίες και 55 ήττες και οι εμφανίσεις της Ντνιέπρ, η οποία έπαιζε ένα πρωτοποριακό, γρήγορο και απόλυτα πειθαρχημένο ποδόσφαιρο, ανάγκασαν την πολιτική ηγεσία της Ουκρανίας και τη διοίκηση της Ντινάμο Κιέβου να του προσφέρουν τα κλειδιά της ομάδας.
Στις 20 Οκτωβρίου του 1973, ο Λομπανόφσκι άφησε την Ντνίπρο για να επιστρέψει ως προπονητής στο Κίεβο, όπου μαζί με τον κολλητό του, Όλεγκ Μπαζίλεβιτς, έχτισε τη μεγάλη Ντινάμο της δεκαετίας του '70.
Το πρώτο του πέρασμα θα διαρκέσει μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου του 1982 ύστερα απο την άνωθεν εντολή των σοβιετικών αθλητικών αρχών, οι οποίες του ζήτησαν να αφοσιωθεί αποκλειστικά και με πλήρη απασχόληση στην Εθνική ομάδα της Σοβιετικής Ένωσης, ενόψει των προκριματικών του Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος του 1984, έχοντας σε 322 αγώνες με 169 νίκες, 95 ισοπαλίες και 58 ήττες.
Θα κατακτήσει 5 Πρωταθλήματα (1974, 1975, 1977, 1980, 1981), 3 Κύπελλα (1974, 1978, 1982), 1 Σούπερ Καπ το 1980, το Κύπελλο Κυπελλούχων Ευρώπης το 1975 στο "Ζάνκτ Γιάκομπ" της Βασιλείας κόντρα στην Φερεντσβάρος και το Ευρωπαϊκό Σούπερ Καπ το 1975 κόντρα στην Μπάγερν, ενώ θα φτάσει στα ημιτελικά του Πρωταθλητριών το 1977 όπου θα αποκλειστεί απο την Μπορούσια Μένχενγκλαντμπαχ.
Η απουσία του από το Κίεβο κράτησε μόλις έναν χρόνο, καθώς την 1η Ιανουαρίου 1984 επέστρεψε για τη δεύτερη μεγάλη θητεία του στον σύλλογο. Στις 13 Νοεμβρίου 1983, η Σοβιετική Ένωση χρειαζόταν μόλις μια ισοπαλία στη Λισαβόνα κόντρα στην Πορτογαλία για να προκριθεί στα τελικά, ωστόσο, ηττήθηκε με 1-0 (με ένα αμφισβητούμενο πέναλτι) και αποκλείστηκε.
Το σοβιετικό καθεστώς θεωρούσε τον αποκλεισμό τεράστια εθνική αποτυχία και η αθλητική ηγεσία της ΕΣΣΔ απέλυσε αμέσως τον Λομπανόφσκι, βάζοντάς του μάλιστα «εμπάργκο» στο να αναλάβει ξανά οποιαδήποτε εθνική ομάδα στο μέλλον.
Υπό τις οδηγίες του Γιούρι Μορόζοφ το 1983, το αυστηρό επιστημονικό σύστημα πειθαρχίας του Λομπανόφσκι ατονίσε. Η ομάδα έχασε τη φυσική της κατάσταση, οι παίκτες έδειχναν απειθάρχητοι και η Ντινάμο τερμάτισε στην 7η θέση του πρωταθλήματος, μένοντας εκτός Ευρώπης.
Η διοίκηση του συλλόγου και η πολιτική ηγεσία της Ουκρανίας κατάλαβαν ότι μόνο ο Λομπανόφσκι μπορούσε να επαναφέρει την τάξη και να σώσει την ομάδα και καθώς ήταν πλέον ελεύθερος μετά την απόλυση από την εθνική, οι δύο πλευρές συμφώνησαν αμέσως.
Θα παραμείνει μέχρι τις 23 Σεπτεμβρίου του 1990 όπου και θα κατακτήσει 3 Πρωταθλήματα(1985, 1986, 1990), 3 Κύπελλα(1985, 1987, 1990), 2 Σούπερ Καπ(1985, 1986) και το Κύπελλο Κυπελλούχων του 1986 στο "Ζερλάν" της Λιόν κόντρα στην Ατλέτικο Μαδρίτης, ενώ το 1987 θα αποκλειστεί στα ημιτελικά του Κυπέλλου Πρωταθλητριών απο την Πόρτο, έχοντας σε 220 αγώνες, 98 νίκες, 66 ισοπαλίες και 56 ήττες.
Η σοβιετική ποδοσφαιρική ομοσπονδία εντυπωσιάστηκε τόσο πολύ από το επιστημονικό και κυριαρχικό ποδόσφαιρο της Ντινάμο Κιέβου, ώστε αποφάσισε να διορίσει τον Λομπανόφσκι στις 16 Απριλίου 1975, με έναν μοναδικό όρο, να διατηρήσει παράλληλα τη θέση του στην Ντινάμο.
Ουσιαστικά, ο Λομπανόφσκι μετέφερε αυτούσια τη δομή, την προπονητική επιστήμη του καθηγητή Ζελέντσοφ και σχεδόν ολόκληρη την ενδεκάδα της Ντινάμο Κιέβου (με αστέρες όπως ο Όλεγκ Μπλαχίν) στην Εθνική ομάδα.
Η πρώτη αυτή θητεία διήρκεσε μέχρι τις 31 Ιουλίου 1976 και οδήγησε την ομάδα στα προημιτελικά του Euro 1976, όπου όμως η ΕΣΣΔ αποκλείστηκε από τη μετέπειτα πρωταθλήτρια Ευρώπης, Τσεχοσλοβακία. Eπίσης οδήγησε τη Σοβιετική Ένωση στην κατάκτηση του χάλκινου μεταλλίου στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Μοντρεαλ του 1976.
Παρά την κατάκτηση του ολυμπιακού μεταλλίου, το σοβιετικό καθεστώς και ο τύπος της εποχής θεώρησαν την 3η θέση και τον αποκλεισμό στο Euro ως αποτυχία, καθώς οι απαιτήσεις από το «μοντέλο του Κιέβου» ήταν εξωπραγματικές. Έτσι, στα τέλη του 1976, ο Λομπανόφσκι απομακρύνθηκε από την Εθνική όπου σε 19 παιχνίδια θα έχει 11 νίκες, 4 ισοπαλίες και 4 ήττες.
Θα επανέρθει απο τις 12 Οκτωβρίου του 1982 έως τις 13 Νοεμβρίου του 1983 όπου σε 10 παιχνίδια, είχε 6 νίκες, 3 ισοπαλίες και 1 ήττα. Το τρίτο και το πιο πετυχημένο, ήρθε στις 13 Μαϊου του 1986 όταν κλήθηκε να αναλάβει μόλις δύο εβδομάδες πριν από την έναρξη του Μουντιάλ του Μεξικού, λόγω της αγωνιστικής κατάρρευσης της ομάδας υπό τον προηγούμενο προπονητή και της ταυτόχρονης ευρωπαϊκής εκτόξευσης της Ντινάμο Κιέβου.
Είχε εξασφαλίσει την πρόκριση στο Μουντιάλ με προπονητή τον Έντουαρντ Μαλοφέγεφ. Ωστόσο, την άνοιξη του 1986 η ομάδα παρουσίασε τραγική εικόνα, είχε χαθεί πλήρως τον έλεγχο των αποδυτηρίων και οι παίκτες (ιδιαίτερα αυτοί της Ντινάμο Κιέβου, όπως ο Όλεγκ Μπλαχίν) δεν πίστευαν στο τακτικό του πλάνο και αμφισβητούσαν ανοιχτά τις μεθόδους του
Καθώς ο χρόνος για το Μουντιάλ πίεζε ασφυκτικά, η αθλητική ηγεσία της Μόσχας κατάλαβε ότι ο μόνος τρόπος να σωθεί η παρτίδα ήταν να μεταφερθεί αυτούσια η ομάδα-μοντέλο του Κιέβου στην Εθνική. Ο Λομπανόφσκι ανέλαβε αμέσως και πήρε μαζί του στο Μεξικό 11 παίκτες της Ντινάμο Κιέβου (ανάμεσά τους οι Μπελάνοφ, Ζαβάροφ, Μπλαχίν, Γιακοβένκο, Ρατς, Ντεμιανένκο, Κουζνέτσοφ)
Θα εντυπωσιάσει με τις εμφανίσεις της στην πρώτη φάση αλλά στην φάση των "16" θα αποκλειστεί απο το Βέλγιο έχοντας σοβαρά παράπονα απο την διαιτησία του Σουηδού Έρικ Φρέντρικσον. Ύστερα απο δύο αποτυχημένες προσπάθειες θα καταφέρει να προκριθεί σε τελική φάση EURO το 1988 στα γήπεδα της Γερμανίας.
Θα καταφέρει να φτάσει στον τελικό του Μονάχου όπου εκεί όμως η Ολλανδία θα του στερήσει την δυνατότητα να κατακτήσει το τρόπαιο, αν και στην φάση των ομίλων την είχε κερδίσει. Η τελευταία του παρουσία στον πάγκο θα είναι στο Παγκόσμιο Κύπελλο της Ιταλίας το 1990 χωρίς όμως να πραγματοποιήσει τις εμφανίσεις της προηγούμενης διοργάνωσης.
48 παιχνίδια, 25 νίκες, 12 ισοπαλίες και 11 ήττες ο απολογισμός στο τρίτο αυτό πέρασμα και συνολικά σε 77 παιχνίδια είχε 42 νίκες, 19 ισοπαλίες και 16 ήττες και είναι ο ρέκορντμαν συμμετοχών στην ιστορία της Σοβιετικής Ένωσης. Επίσης στο Παγκόσμιο Κύπελλο της Ισπανίας το 1982, ο Λομπανόφσκι βρισκόταν στο τεχνικό τιμ της εθνικής, αλλά μοιραζόταν τον πάγκο σε μια ιδιόμορφη «τριανδρία» μαζί με τον Κονσταντίν Μπέσκοφ και τον Νοντάρ Αχαλκάτσι.
Στις 14 Οκτωβρίου του 1990 θα αναλάβει τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα στην οποία θα παραμείνει μέχρι τις 10 Σεπτεμβρίου του 1993, όταν και απολύθηκε λόγω των έντονων διαφωνιών του με τον πρόεδρο της ομοσπονδίας των ΗΑΕ (τον Σεΐχη Σουλτάν μπιν Ζαγιέντ Αλ Ναγιάν), ο οποίος παρενέβαινε συχνά στο έργο του, ζητώντας του να αλλάξει τις σκληρές μεθόδους προπόνησης και τις επιλογές των παικτών.
Παρ'όλα αυτά την οδήγησε στην καλύτερη μέχρι τότε θέση την 4η στο Ασιατικό Κύπελλο, ήταν ο πρώτος που προσπάθησε να εισάγει επιστημονικά κριτήρια στο ποδόσφαιρο των Εμιράτων, αναδιοργανώνονταςτις εθνικές ομάδες μικρότερων ηλικιών (U-20 και U-17).
Επέβαλε αυστηρά προγράμματα φυσικής κατάστασης και διατροφής, προσπαθώντας να μετατρέψει τους ερασιτέχνες Άραβες ποδοσφαιριστές σε επαγγελματίες αθλητές. Αν και η δουλειά του αναγνωρίστηκε, ο Λομπανόφσκι δεν κατάφερε να εφαρμόσει στο 100% το περίφημο σύστημά του αφού οι παίκτες των ΗΑΕ, όντας ημιεπαγγελματίες τότε, δυσκολεύονταν να αντέξουν τις εξαντλητικές, στρατιωτικές προπονήσεις που εφάρμοζε στο Κίεβο και λόγω των παρεμβάσεων απο την ομοσπονδία αποχώρησε έχοντας σε 12 αγώνες, 6 νίκες, 3 ισοπαλίες και 3 ήττες.
Άν και απέρριψε την πρόταση του Κατάρ εντούτοις θα αποδεχθεί αυτή του Κουβέϊτ, η αντιπροσωπεία του οποίου ήταν εξαιρετικά επίμονη και προσέφερε μια πρόταση που ο ίδιος χαρακτήρισε «αδύνατο να αρνηθεί κανείς», όχι μόνο για το οικονομικό σκέλος, αλλά κυρίως για τις αγωνιστικές εγγυήσεις.
Του δόθηκε ο πλήρης έλεγχος ολόκληρης της ποδοσφαιρικής δομής της χώρας για τρία χρόνια, του επετράπη να φέρει μαζί του τους δικούς του Ουκρανούς βοηθούς προπονητές, γιατρούς και μασέρ, ώστε να εφαρμόσει το επιστημονικό του σύστημα χωρίς παρεμβάσεις.
Η ομοσπονδία δεσμεύτηκε να κατασκευάσει σύγχρονα γήπεδα και ένα υπερσύγχρονο προπονητικό κέντρο αποκλειστικά για την Εθνική ομάδα, βάσει των δικών του υποδείξεων. Έτσι την 1η Ιουλιου του 1994 ξεκίνησε και η θητεία του εκεί θεωρήθηκε απόλυτα επιτυχημένη, καθώς κατάφερε να οδηγήσει το Κουβέιτ σε σημαντικές ασιατικές διακρίσεις.
Οδήγησε την ομάδα στην 3η θέση του Κυπέλλου Ασίας το 1994 και κατά τη διάρκεια του τουρνουά, το Κουβέιτ κέρδισε δύο φορές την ισχυρή Νότια Κορέα, παίζοντας υποδειγματικά από πλευράς τακτικής.
Κατέκτησε το χρυσό μετάλλιο και το τρόπαιο στο Κύπελλο Εθνών του κολπου το 1996, κλείνοντας με τον καλύτερο τρόπο την παρουσία του στη Μέση Ανατολή. Στις 31 Δεκεμβρίου του 1996, ολοκληρώθηκε το συμβολαίο του με το Κουβέιτ, έχοντας σε 41 παιχνίδια, 17 νίκες, 11 ισοπαλίες και 13 ήττες.
Ο πρόεδρος της Ντινάμο Κιέβου Γκριγκόρι Σούρκις, τον πολιορκούσε στενά καθ' όλη τη διάρκεια του 1996. Μόλις ολοκληρώθηκε το συμβόλαιό του με το Κουβέιτ τον Δεκέμβριο του 1996, απέρριψε τις προτάσεις των Αράβων για ανανέωση και επέστρεψε εκεί που τον περίμεναν όλοι: στο Κίεβο,
Τον Οκτώβριο του 1996 θα συμφωνήσει να επιστρέψει στην Ντινάμο Κιέβου και θα αναλάβει επίσημα την 1η Ιανουαρίου του 1997. Θα την οδηγήσει σε 5 Πρωταθλήματα(1997, 1998, 1999, 2000 και 2001) και 3 Κύπελλα το 1998, το 1999 και το 2000, ενώ την περίοδο 1998-1999 θα οδηγήσει την Ντινάμο στα ημιτελικά του Champions League όπου θα αποκλειστεί απο την Mπάγερν Μονάχου.
Στην τρίτη θητεία σε 139 αγώνες είχε 89 νίκες, 38 ισοπαλίες και 12 ήττες και συνολικά σε 681 παιχνίδια με απολογισμό 356 νίκες, 199 ισοπαλίες και 126 ήττες όντας ο κορυφαίος, μακροβιότερος και πιο πετυχημένος τεχνικός στην ιστορία του συλλόγου.
Στις 2 Μαρτίου του 2000 θα αναλάβει την εθνική Ουκρανίας με την οποία όμως δεν θα μπορέσει να την οδηγήσει στο Παγκόσμιο Κύπελλο της Ιαπωνίας και της Νότιας Κορέας αφού θα αποκλειστεί στα πλει-οφ απο την Γερμανία στις 14 Νοεμβρίου του 2001 και μία ημέρα μετά στις 15 αποχώρησε, έχοντας σε 18 αγώνες, 6 νίκες, 7 ισοπαλίες και 5 ήττες.
Απο το 1988 αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας όταν και υπέστη την πρώτη καρδιακή προσβολή, το φθινόπωρο του 2001 υπέστη και δεύτερη και κρίθηκε η άμεση είσοδος σε νοσοκομείο για επέμβαση. Δεν μπορούσε να βρίσκεται στον πάγκο της Ντινάμο, αφού του είχε απαγορευτεί να ταξιδεύει με αεροπλάνο.
Στις 7 Μάϊου του 2002 και ενώ βρισκόταν στον πάγκο σε παιχνίδι κόντρα στην Μέταλουργκ στην Ζαπορίζνια υπέστη εγκεφαλικό, Μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο όπου του έγινε λεπτή εγχείριση στον εγκέφαλο και η κατάσταση του χαρακτηριζόταν κρίσιμη.
Έξι ημέρες αργότερα στις 13 του μηνός άφηνε την τελευταία του πνοή σε ηλικία 63 ετών, με την UEFA στον τελικό της Γλασκώβης δύο ημέρες αργότερα να κρατάει ενός λεπτού σιγή στην μνήμη του. Η κηδεία του έλαβε χαρακτήρα λαϊκού και κρατικού προσκυνήματος στην Ουκρανία, η σορός του τοποθετήθηκε στο κέντρο του γηπέδου της Ντινάμο Κιέβου.
Υπολογίζεται ότι από 60.000 έως 150.000 άνθρωποι σχημάτισαν ατελείωτες ουρές για να του πουν το τελευταίο αντίο. Παρόντες ήταν ο Πρόεδρος της Ουκρανίας Λεονίντ Κούτσμα, ο Πρωθυπουργός, καθώς και σύσσωμη η ποδοσφαιρική ελίτ της χώρας (Αντρέι Σεβτσένκο, Όλεγκ Μπλαχίν, Ιγκόρ Μπελάνοφ, Σεργκέι Ρεμπρόφ).
Ενταφιάστηκε στο ιστορικό Κοιμητήριο Μπαϊκοβέ του Κιέβου και στον τάφο του έχει στηθεί μια εμβληματική κιονοστοιχία με την επιγραφή στα ρωσικά: «Είμαστε ζωντανοί όσο μας θυμούνται».
Λεονίντ Κούτσμα (Πρόεδρος Ουκρανίας): «Ο Βαλέρι Λομπανόφσκι ήταν ένας από τους κύριους θεμελιωτές της ανεξάρτητης Ουκρανίας. Έκανε το ουκρανικό ποδόσφαιρο γνωστό σε ολόκληρο τον κόσμο».
Αντρέι Σεβτσένκο: Ο μεγάλος του μαθητής ξέσπασε σε λυγμούς στην κηδεία. Μάλιστα, έναν χρόνο μετά (2003), όταν κατέκτησε το Champions League με τη Μίλαν, ταξίδεψε αμέσως στο Κίεβο και εναπόθεσε το βαρύτιμο τρόπαιο πάνω στον τάφο του Λομπανόφσκι, εκπληρώνοντας μια προσωπική υπόσχεση προς τον «ποδοσφαιρικό του πατέρα».
Μετά τον θάνατο του το στάδιο της Ντινάμο πήρε το όνομα του, ενώ είχε το προνόμιο να κοουτσάρει τρείς ποδοσφαιριστές που κέρδισαν την Χρυσή Μπάλα, Όλεγκ Μπλαχίν το 1975, Ιγκόρ Μπελάνοφ το 1986 και Αντρέι Σεφτσένκο το 2004.
Η επίσημη ακαδημία του συλλόγου, η οποία ιδρύθηκε το 1957, φέρει τιμητικά το όνομά του, οι εγκαταστάσεις της βρίσκονται στην περιοχή Nyvky του Κιέβου. Οι προπονητές εκπαιδεύουν τα παιδιά (από 7 ετών και άνω) με βάση το «επιστημονικό μοντέλο» φυσικής κατάστασης και τακτικής που εισήγαγε ο Λομπανόφσκι με τον καθηγητή Ζελέντσοφ.
Το Διεθνές Τουρνουά «Valeriy Lobanovskyi Memorial Tournament», θεσπίστηκε το 2003, έναν χρόνο μετά τον θάνατό του, με πρωτοβουλία της διοίκησης της Ντινάμο Κιέβου. Στις πρώτες δύο διοργανώσεις (2003, 2004) συμμετείχαν σύλλογοι, η Ντινάμο Κιέβου κέρδισε και τις δύο φορές, ενώ από το 2006, το τουρνουά μετατράπηκε σε διεθνές πρωτάθλημα εθνικών ομάδων νέων (κυρίως ηλικιών U-21 ή U-19).
Οι αγώνες διεξάγονται παραδοσιακά στο Στάδιο «Βαλέρι Λομπανόφσκι» στο Κίεβο, με την έναρξη να γίνεται με κατάθεση στεφάνων στο άγαλμά του
Του απονεμήθηκε η μεγαλύτερη τιμητική διάκριση στην Ουκρανία ενώ και η FIFA του απένειμε μετάλλιο για τις υπηρεσίες του στο ποδόσφαιρο. Το 2008 σε ψηφοφορία που πραγματοποίησε το τηλεοπτικό κανάλι Inter για τους 100 κορυφαίους Ουκρανούς κατέλαβε την 6η θέση.
Το Deutsche Presse-Agentur το 1999 σε ψηφοφορία του τον κατέταξε ως τον κορυφαίο Ανατολικοευρωπαίο προπονητή. Το 2013 σε ψηφοφορίες για τον κορυφαίο προπονητή όλων των εποχών σε World Soccer και ESPN κατέλαβε την 6η και την 8η θέση αντίστοιχα, ενώ το 2019 σε αντίστοιχη ψηφοφορία στο France Football κατέλαβε την 6η θέση.
Στις 11 Μάϊου του 2003 ανεγέρθη άγαλμα έξω απο το στάδιο "Βαλερί Λομπανόφσκι" που τον δείχνει να κάθεται σε πάγκο και να παρακολουθεί αγώνα. Το ονομά του δόθηκε σε δρόμο στο Ζαπορίζνιε, στην Ντνεποπετρόφσκ και στο Ιζμαίλ και σε λεωφόρο στο Κίεβο, ενώ τον Δεκέμβριο του 2019 κυκλοφόρησαν γραμματόσημα προς τιμήν του.