www.goahits.blogspot.com

Διεθνές ποδόσφαιρο όπως δεν έχετε ξαναδιαβάσει!

31/7/26

Κλαούντιο Ταφαρέλ Ο "άνθρωπος με τα άγια χέρια"

Άν μία θέση είναι η πιο παρεξηγημένη στο βραζιλιάνικο ποδόσφαιρο αυτή είναι αναμφίβολα του τερματοφύλακα. Μετριούνται στα δάχτυλα του ενός χεριού αυτοί οι οποίοι κατάφεραν να πραγματοποιήσουν μια αξιοπρεπή καριέρα και σίγουρα ένας από αυτούς είναι και ο Claudio Andre Mergen Taffarel.


Γεννήθηκε στις 8 Μάιου του 1966 στην πόλη Σάντα Ρόζα της πολιτείας Rio Grande do Sul από γονείς μετανάστες. Σε μικρή ηλικία ασχολήθηκε με το βόλεϊ αλλά στην ηλικία των 11 ετών το ποδόσφαιρο είναι αυτό που τον κέρδισε.

Πρώτη του επαφή με το άθλημα ήταν στην ομάδα Κρισουμάλ όπου έπαιζε σε δύο ομάδες, ως μέσος στην μία και ως τερματοφύλακας στην δεύτερη. Στα 18 του έτη θα ταξιδέψει στο Πόρτο Αλέγκρε για να δοκιμαστεί στην Ιντερνασιονάλ όπου και θα ξεκινήσει τα πρώτα του επαγγελματικά βήματα.  

Την 1η Ιανουαρίου 1985, σε ηλικία 18 ετών, προωθήθηκε επίσημα στην πρώτη ομάδα από τα τμήματα υποδομής και στις 20 Οκτωβρίου του ίδιου έτους θα κάνει ντεμπούτο. Αναδείχθηκε Καλύτερος Τερματοφύλακας της σεζόν στη Βραζιλία για δύο συνεχόμενες χρονιές το 1986 και το 1987.

Το 1988 ήταν η κορυφαία του ατομική σεζόν στον σύλλογο, οδήγησε την Ιντερνασιονάλ μέχρι τον τελικό του Πρωταθλήματος Βραζιλίας όπου ηττήθηκαν από την Μπαΐα και κέρδισε το κορυφαίο ατομικό βραβείο της χώρας, τη «Χρυσή Μπάλα» (Bola de Ouro), ως ο πολυτιμότερος παίκτης ολόκληρου του πρωταθλήματος φτάνοντας συνολικά τις 180 συμμετοχές.

Το καλοκαίρι του 1990, η αποστολή της «Σελεσάο» βρισκόταν στο αεροδρόμιο Μαλπένσα του Μιλάνου περιμένοντας την πτήση της  επιστροφής. Εκεί, ένας άγνωστος άνδρας πλησίασε τον 24χρονο τότε Ταφαρέλ και τον ρώτησε απλώς: «Φίλε, θα ήθελες να παίξεις στην Ιταλία;». 

Ο Ταφαρέλ γέλασε, θεωρώντας το αστείο, όμως μία εβδομάδα αργότερα, εκπρόσωποι της ιταλικής ομάδας πέταξαν στη Βραζιλία για να ολοκληρώσουν τη συμφωνία. Η Πάρμα είχε μόλις προβιβαστεί στη Serie A για πρώτη φορά στην ιστορία της και ο ιδιοκτήτης του συλλόγου, Καλίστο Τάντσι, ήταν παράλληλα ο «ισχυρός άνδρας» του κολοσσού τροφίμων Parmalat

Η εταιρεία είχε μόλις επεκταθεί επιχειρηματικά στην αγορά της Βραζιλίας και ο Τάντσι έψαχνε ένα πολύ αναγνωρίσιμο, «καθαρό» πρόσωπο για να ηγηθεί της νέας διαφημιστικής καμπάνιας της εταιρείας στη Λατινική Αμερική. Ο Ταφαρέλ, ως ο βασικός τερματοφύλακας της εθνικής ομάδας, ήταν η τέλεια επιλογή.

Προσέφερε το ποσό του 1 εκατομμύριού ευρώ  στην "κολοράδο" και έγινε ο πρώτος ξένος τερματοφύλακας που αγωνίστηκε ποτέ στο πρωτάθλημα της Serie A. Ο ίδιος έχει εξομολογηθεί σε συνέντευξή του στο FourFourTwo ότι τρόμαξε, επειδή οι νέοι του συμπαίκτες τού ζητούσαν αυτόγραφα. Μόνο ένας παίκτης από το ρόστερ είχε πρότερη εμπειρία στη Serie A και ο στόχος ήταν απλά η παραμονή στην κατηγορία

Την πρώτη χρονιά η Πάρμα όχι μόνο κατάφερε να σωθεί αλλά και να καταλάβει την 6η θέση βγαίνοντας για πρώτη φορά στην Ευρώπη, Την δεύτερη χρονιά κατέκτησε το Κύπελλο Ιταλίας του 1992 απέναντι στην Γιουβέντους, ενώ την τρίτη το Κύπελλο Κυπελλούχων του 1993 απέναντι στην βελγική Αντβέρπ στο "Γουέμπλει" έχοντας συνολικά 96 παιχνίδια.

Το καλοκαίρι του 1993 είχε χάσει την θέση του στο βασικό σχήμα αφού λόγω του κανονισμού για χρησιμοποίηση τρίων ξένων παικτών στην εντεκάδα και ο τότε προπονητής του Νέβιο Σκάλα χρησιμοποιούσε τους Ασπρίγια, Μπρολίν και Σενσίνι.

Παράλληλα ενόψει του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1994, ήθελε να βρει χρόνο συμμετοχής και για αυτόν τον λόγο δόθηκε δανεικός στην Ρετζιάνα όπου με 31 συμμετοχές όλες βασικός βοήθησε τους "teste quadre" να παραμείνουν στην SERIE A.

Μετά την επιστροφή του απο το Παγκόσμιο Κύπελλο, ο ίδιος ήταν εκτός λόγω του κανονισμού των ξένων, ύστερα απο προτροπή ενός φίλου του και για να διατηρηθεί σε καλή κατάσταση, αγωνίστηκε με την ποδοσφαιρική ομάδα της εκκλησίας του Σαν Πρόσπερο. Ο όρος που είχε θέσει για να δεχθεί ήταν να αγωνιστεί ως επιθετικός, όπου μάλιστα ήταν πρώτος σκόρερ της, με τον τελικό να μεταδίδεται ζωντανά στην επαρχία της Ρέτζιο Εμίλια.

Τον Ιανουάριο του 1995 η Ατλέτικο Μινέιρο με το ποσό των 1,3 εκατομμυρίων δολαρίων θα τον φέρει πίσω στην Βραζιλία, εκείνη την εποχή ήταν η πιο ακριβή μετεγγραφή τερματοφύλακα στο βραζιλιάνικο ποδόσφαιρο. Θα παραμείνει στο Μπέλο Οριζόντε απο το 1995 έως το 1998 κατακτώντας το Campeonato Minas Gerais του 1995, αλλά και το Copa Conmebol του 1997 έχοντας 191 συμμετοχές με την "ασπρόμαυρη" φανέλα. 

Το καλοκαίρι του 1998 ο Φατίχ Τερίμ αναζητούσε έναν τερματοφύλακα παγκόσμιας κλάσης που θα μπορούσε να δώσει στην ομάδα την προσωπικότητα και την ασφάλεια που χρειαζόταν για να πρωταγωνιστήσει στην Ευρώπη.

Η διοίκηση της Γαλατασαράι δεν έχασε χρόνο συμφώνησε με τον Ταφαρέλ και κατέβαλλε στην ομάδα του την Ατλέτικο το ποσό των 2,5 εκατομμυρίων δολαρίων για να τον φέρει στην Κωνσταντινούπολη  με την οποία κατέκτησε τα ντάμπλ του 1999 και του 2000. 

Όμως η κορυφαία στιγμή στην παρουσία του στην Τουρκία δεν ήταν άλλη από την κατάκτηση του Κυπέλλου ΟΥΕΦΑ της περιόδου 1999-2000 όταν στον τελικό του "Πάρκεν" της Κοπεγχάγης επικράτησε της Άρσεναλ στην διαδικασία των πέναλτι, αλλά και αυτής του Ευρωπαϊκού Σούπερ Καπ απέναντι στην Ρεάλ Μαδρίτης.

Ύστερα απο 129 παιχνίδια με την Γαλατα, τo καλοκαίρι του 2001 επέστρεψε και πάλι στους "παρμετζάνι" δεχόμενος τον ρόλο του αναπληρωματικού για να προσφέρει καθοδήγηση και σιγουριά στα αποδυτήρια. 

Παρόλα αυτά ήταν βασικός στην κατάκτηση του Κυπέλλου Ιταλίας το 2002 σε διπλούς τελικούς και πάλι απέναντι στην Γιουβέντους.  Η παρουσία του στο "Ένιο Ταρντίνι" το 2003 έκλεισε έχοντας συνολικά με 15 ακόμα συμμετοχές και ενώ ήταν έτοιμος να υπογράψει στην Έμπολι το αυτοκίνητο του έπαθε βλάβη ενώ κατευθυνόταν στην πόλη της Τοσκάνης  κάτι που το θεώρησε "σημάδι από τον Θεό" και δεν προχώρησε στην συμφωνία.

Αρκετές βραζιλιάνικες ομάδες όπως η Κόρινθιας, η Κρουζέιρο και η Φλουμινένσε επιδίωξαν να τον εντάξουν στο δυναμικό τους, αλλά στην ηλικία των 37 ετών αποφάσισε να αποσυρθεί απο την ενεργό δράση.

Στις 7 Ιουλίου του 1988 στην Μελβούρνη απέναντι στην Αυστραλία για το τουρνουά "Bicentenary Cup" έκανε ντεμπούτο με την Βραζιλία, ενώ την αμέσως επόμενη χρονιά το 1989 αναδείχθηκε Πρωταθλητής Νοτίου Αμερικής. 

Στα γήπεδα της Ιταλίας το 1990 πήρε για πρώτη φορά μέρος σε Παγκόσμιο Κύπελλο αγωνιζόμενος και στα τέσσερα παιχνίδια της διοργάνωσης. Πήρε μέρος στα Copa America του 1991 όπου ήταν φιναλίστ και του 1993 και το 1994 στις Ηνωμένες Πολιτείες αναδείχθηκε Παγκόσμιος Πρωταθλητής.

Αγωνίστηκε και στα εφτά παιχνίδια του τουρνουά ενώ στον τελικό απέναντι στην Ιταλία που κρίθηκε στην διαδικασία των πέναλτι απέκρουσε αυτό του Μασάρο. Ήταν φιναλίστ του Copa America του 1995, ενώ το 1997 στην Βολιβία κατέκτησε το δεύτερο του τρόπαιο. Τρίτη και τελευταία του παρουσία σε Παγκόσμιο Κύπελλο στην Γαλλία όπου και πάλι αγωνίστηκε σε όλα τα παιχνίδια εφτά φτάνοντας μέχρι τον τελικό όπου ηττήθηκε από την Γαλλία.

Ο τελικός στις 12 Ιουλίου του 1998 στο "Σαιντ Ντενί" στο Παρίσι απέναντι στην οικοδέσποινα ήταν και το τελευταίο παιχνίδι με την φανέλα της "σελεσάο". Συνολικά έφτασε τις 104 συμμετοχές περισσότερες από οποιονδήποτε άλλο τερματοφύλακα και καταλαμβάνει την πέμπτη θέση μαζί με τον Nεϊμάρ στον σχετικό πίνακα πίσω μόνο απο τους Καφού, Ρομπέρτο Κάρλος, Ντάνι Άλβες και Λούσιο.

Ήταν εξπέρ στις αποκρούσεις πέναλντι ξεκινώντας απο το Παγκόσμιο Πρωτάθλημα U-20 το 1985 αποκρούοντας πέναλντι επί της Νιγηρίας στον ημιτελικό. Συνεχίστηκε στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Σεούλ το 1988 απέναντι στην Γερμανία, στον ημιτελικό του Copa America του 1995 κόντρα στην Αργεντινή, στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1998 επίσης στον ημιτελικό κόντρα στην Ολλανδία και στον τελικό του ΟΥΕΦΑ το 2000 κόντρα στην Άρσεναλ όπου αναδείχθηκε κορυφαίος ποδοσφαιριστής.

Είναι ο μοναδικός τερματοφύλακας που έχει αποκρούσει πέναλντι σε τελικό Παγκοσμίου Κυπέλλου, ενώ είναι ο μοναδικός ποδοσφαιριστής της Βραζιλίας που δεν έχει αντικατασταθεί σε τρείς συνεχόμενες διοργανώσεις Παγκοσμίου Κυπέλλου σε 18 παιχνίδια.

Επίσης κατέχει το ρεκόρ παρουσίας τερματοφύλακα της εθνικής σε διοργανώσεις Copa America συνολικά 25 σε πέντε διοργανώσεις  

Αφότου κρέμασε τα γάντια του ασχολήθηκε μαζί με τον συμπαίκτη του στην Ατλέτικο Μινέιρο Πάουλο Ρομπέρτο ως ατζέντης νεαρών ποδoσφαιριστών. Στην Γαλατασαράι ξεκίνησε να ασχολείται με την εκγύμναση των τερματοφυλάκων το 2004, για να ακολουθήσει ένα δεύτερο πέρασμα την περίοδο 2011-2012 στο πλευρό του Φατίχ Τερίμ μέχρι τον Ιούλιο του 2016.

Ενδιάμεσα απο τις 19 Νοεμβρίου έως και τις 26 Νοεμβρίου του 2015 ανέλαβε ως προσωρινός προπονητής για δύο παιχνίδια την τεχνική της ηγεσία. Απο τον Ιούλιο του 2014 ανέλαβε την θέση του προπονητή των τερματοφυλάκων στην εθνική ομάδα της χώρας του, ενώ επανήρθε στην Γαλατά για τρίτη φορά στην ίδια θέση απο τις 4 Ιανουαρίου  του 2018 έως τις 31 Μαϊου του 2019.  

Στις 30 Νοεμβρίου του 2021 ανέλαβε προπονητής τερματοφυλάκων στην Λίβερπουλ μετά από προσωπική εισήγηση και πίεση του Άλισον Μπέκερ. Οι δυο τους είχαν εξαιρετική σχέση από την Εθνική Βραζιλίας και την κοινή τους αφετηρία στην Ιντερνασιονάλ.

Πέρα από την καθημερινή εκγύμναση του Άλισον, ο Ταφαρέλ είχε αναλάβει την ενσωμάτωση και την τεχνική βελτίωση των νεαρών τερματοφυλάκων της ακαδημίας. Στις 2 Ιουλίου του 2025 με την αλλαγή στην τεχνική ηγεσία στους "ρέντς" και την αναδιοργάνωση του προπονητικού τιμ αποχώρησε απο την Αγγλία.

Αμέσως μετά τη Λίβερπουλ, ο Ταφαρέλ εντάχθηκε με μόνιμο ρόλο στη Βραζιλιάνικη Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία, αναλαμβάνοντας τη θέση του Συντονιστή Προετοιμασίας Τερματοφυλάκων για όλες τις εθνικές ομάδες της «Σελεσάο».







Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...